Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

P.I.G.S. (#S)

Τελειώνουμε σήμερα το αυγουστιάτικο αφιέρωμα στα οικονομικά ''γουρούνια'' του ευρωπαϊκού νότου με την Ισπανία.

Η Ισπανία είναι πρόσφατος σφοδρός έρωτας. Όλα ξεκίνησαν τυχαία όταν πριν δύο χρόνια αποφασίσαμε -ως αντίδοτο στην κρίση- να παρακολουθήσουμε μαθήματα Ισπανικών στο Ινστιτούτο Θερβάντες. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος , μα τι υπέροχη παθιάρικη, τσαχπίνα και σέξι γλώσσα είναι η Ισπανική! Κολλήσαμε βέβαια κι αρχίσαμε να μαθαίνουμε περισσότερα για μια χώρα την οποία, η αλήθεια είναι, δεν γνωρίζαμε καλά. Όλοι έχουμε προσχηματισμένες εικόνες για άλλες χώρες και εμμένουμε σε αυτές ενώ όταν αρχίζουμε να ψάχνουμε, να διαβάζουμε και να μαθαίνουμε περισσότερα, οι εικόνες αλλάζουν, αποκτούν ουσία, σαφήνεια και βάθος. Όλα είναι θέμα γνώσης και παιδείας μάλλον. Το καλό είναι ότι αρχίσαμε να μαθαίνουμε πολλά και για την κουζίνα της. Κι εδώ ήρθε η μεγάλη έκπληξη!

Ο περισσότερος κόσμος έχει στο μυαλό του ότι η ισπανική κουζίνα είναι μόνο παέγια, τσορίθο και γκασπάτσο.  Όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο και μάλλον υπάρχει πολύ αξιοποιήσιμο υλικό, άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η Ισπανία είναι πια στο επίκεντρο του διεθνούς γαστρονομικού ενδιαφέροντος! Αν κάποτε έβρισκες τα καλύτερα εστιατόρια στον κόσμο στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη, τώρα πια η έδρα τους είναι η Ισπανία! Οι μεγάλες ναυαρχίδες είναι βέβαια τα εστιατόρια των Ferran Adria (το El Bulli έχει κλείσει πια αλλά δεν παύει να είναι σημείο αναφοράς) και Juan Mari Arzak (να σημειώσουμε ότι η κόρη του Elena έχει ψηφιστεί ως η καλύτερη γυναίκα chef στον κόσμο, κι ακούγοντας την προ ημερών σε συνέντευξη στο κρατικό ισπανικό ραδιόφωνο ανακάλυψα ότι είναι ένας πολύ έξυπνος, πνευματώδης και σεμνός άνθρωπος - και λατρεύει τις αγκινάρες!). Εν τω μεταξύ ανάμεσα στις 10 πρώτες θέσεις στον κατάλογο των 50 καλύτερων εστιατορίων του κόσμου, τα 3 είναι ισπανικά! Και μάλιστα το νούμερο ούνο είναι ισπανικό! Κι όσο προχωρούμε στον κατάλογο τόσο περισσότερα ισπανικά εστιατόρια συναντάμε! Τυχαίο; Όχι! Πριν καιρό είχα διαβάσει κάπου πώς κατάφεραν οι Ισπανοί να βγουν από το τέλμα της προκάτ παέγιας και των μαραμένων τάπας. Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να εκμεταλλευτούν την όποια γαστρονομική τους παράδοση  και να αφήσουν πίσω τα εύκολα κι ανούσια (οι παέγιες της Βιλαρίμπα και της Βιλαμπάχο που λέγαμε) και ξεκίνησαν να οργανώνονται σε τοπικό επίπεδο ψάχνοντας κι αναμοχλεύοντας τις κουζίνες, τις τεχνικές μαγειρέματος και τα προϊόντα τους. Χρειάστηκε πολλών χρόνων συντονισμένη δουλειά, βοήθησε και το κεντρικό κράτος βέβαια με ουσιαστικό τρόπο. Τώρα πια πόλεις όπως το San Sebástian ή η Girona ξεχωρίζουν στον παγκόσμιο γαστρονομικό χάρτη.

Για σήμερα έχουμε ένα πιάτο στο οποίο δεσπόζει ένα υλικό που μάλλον αγαπούν πολύ οι Ισπανοί. El ajo, το σκόρδο δηλαδή! Μην φοβηθείτε καθόλου την ποσότητα με την οποία εμφανίζεται στη συνταγή! Τα καταφέρνει και στέκεται διακριτικά- πληθωρικό μεν αλλά διακριτικό. Κάτι σαν τον Χαβιέ Μπαρδέμ ας πούμε!!

Pollo al ajillo (κοτόπουλο με σκόρδο με τον ισπανικό τρόπο)



Υλικά για 4 άτομα
(Προσοχή! Το φαγητό θέλει τουλάχιστον μια νύχτα μαρινάρισμα)

2-3 μπούτια με το πάνω μέρος (να βγαίνει περίπου 1 κιλό)
1 κεφάλι σκόρδο
1 ποτήρι νερού καλό λευκό κρασί
μερικά κλωναράκια φρέσκο θυμάρι
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι

Αποβραδίς θα βάλετε το κοτόπουλο σε ένα μη-μεταλλικό μπολ με το κρασί και μισό ποτήρι λάδι. Θα προσθέσετε το κεφάλι του σκόρδου το οποίο θα έχετε κόψει στη μέση οριζοντίως, το θυμάρι, αλάτι , πιπέρι, θα ανακατέψετε καλά και θα σκεπάσετε το μπολ με μεμβράνη και θα το βάλετε στο ψυγείο. Αφήστε το να μαριναριστεί τουλάχιστον για 12 ώρες.
Την άλλη μέρα όταν είστε έτοιμοι να το μαγειρέψετε, ανοίξτε τον φούρνο για να τον προθερμάνετε στους 180 βαθμούς. Βγάλτε το κοτόπουλο από τη μαρινάδα και σκουπίστε το καλά με χαρτί κουζίνας. Σε βαθύ τηγάνι ζεστάνετε πολύ καλά λίγο λάδι και τηγανίστε το κοτόπουλο μέχρι να γίνει τραγανή η πετσούλα του και να πάρει όμορφο χρυσό χρώμα. Ρίξτε τη μαρινάδα στο τηγάνι, αφήστε να πάρει μια βράση και ρίξτε όλο το περιεχόμενο σε ένα ταψί. Σκεπάστε το με αλουμινόχαρτο και βάλτε το στο φούρνο. Ψήστε για τουλάχιστον μιάμιση ώρα μέχρι που το κρέας θα είναι πολύ τρυφερό και θα αποσπάται εύκολα από το κόκαλο. Βάλτε το κοτόπουλο και το σκόρδο σε μια πιατέλα. Το ζουμί που έχει μείνει, βάλτε το σε μια κατσαρόλα και βράστε το ανακατώνοντας συνέχεια. Όταν πήξει λίγο ρίξτε το πάνω στο κοτόπουλο. Σερβίρεται και τρώγεται επί τόπου με κρασί δικής σας επιλογής!




    


Dos años de amor μετράμε μέχρι στιγμής και συνεχίζουμε ακάθεκτες τα μαθήματα Ισπανικής!


Κι εδώ τελείωσε το αφιέρωμα μας στις κουζίνες των χωρών του ευρωπαϊκού νότου που τελούν υπό κρίση. Ευτυχώς που διαθέτουν νόστιμες κουζίνες, είναι κι αυτό μια παρηγοριά.

Ραντεβού πάλι εδώ στα μέσα του Σεπτέμβρη.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

P.I.G.S. (#G)

Συνεχίζουμε σήμερα με το τρίτο μέρος του αφιερώματος στα ''γουρούνια'' του ευρωπαϊκού νότου. Η Ελλάδα μας, η χώρα μας, η μεγάλη μας η χάρη, τυγχάνει να είναι το σημείο G της κρίσης (κι ο νοών νοείτω). Και προφανώς, από τα 4 ''γουρούνια''-χώρες είναι εκείνη που βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση, χειρότερα δε γίνεται, κι είναι εκείνη που θα σωθεί τελευταία ή δεν θα σωθεί ποτέ απ'ότι φαίνεται κι ας διατυμπανίζει ο πρωθυπουργός κάτι για success stories και τροχιές ανάπτυξης -πού διάολο τα βλέπει; (φίλε, φιλική συμβουλή σου'χω. Κάνε κάτι με το look σου γιατί έτσι όπως κυκλοφορείς σαν κακομοίρη δημόσιο υπάλληλο της δεκαετίας του 80 κανείς δεν σε παίρνει στα σοβαρά! Τι θα γίνει επιτέλους με εκείνη την ανεκδιήγητη φράτζα, εκείνα τα άκομψα γυαλιά μυωπίας και τα απίστευτα κακοραμμένα κουστούμια size whatever!)

Όμως δεν είμαστε παρά ένα ταπεινό food blog (αν και μας τα έχωσαν χοντρά προ ημερών κι έκτοτε έχουμε πάθει μια κρίση ταυτότητας) κι έτσι θα ασχοληθούμε με το φαγητό της χώρας κι όχι την πολιτική. Το ελληνικό φαγητό όπως το γνωρίσαμε εκείνο το καλοκαίρι που οι γονείς αποφάσισαν να αφήσουν πίσω την Αυστραλία και να γυρίσουν στα πάτρια εδάφη (γιατί μπαμπά, γιατίιιιιι;;;). Το πολιτισμικό σοκ ήταν τεράστιο (η λέξη ''τσουνάμι'' με καλύπτει). Από μια πολυπολιτισμική χώρα που αποδεχόταν τη διαφορετικότητα, από μια κοινωνία πολύ ανεκτική κι ανοιχτόμυαλη, εν μία νυκτί (δύο μάλλον, το ταξίδι διήρκησε περίπου 36 ώρες) βρεθήκαμε σε μια χώρα στενόμυαλη, μια κοινωνία κλειστή που δύσκολα αποδεχόταν το διαφορετικό, κάθε καινούργιο στοιχείο γινόταν δεκτό με καχυποψία, περιφρόνηση και -όχι και τόσο λεπτή- ειρωνεία. Γίναμε δακτυλοδεικτούμενες, ''εκείνη που δεν μιλά καλά ελληνικά, ''εκείνη που φορά περίεργα ρούχα'', ''εκείνη που έχει φακίδες σαν την Πίπη'', όλοι κι όλες γελούσαν σε βάρος μας επειδή δεν ήμαστε το τυπικό Ελληνάκι. Όταν είσαι περίπου 12-13 χρονών, λίγο ευαίσθητο και ντροπαλό παιδί, δεν χρειάζεσαι και πολλά, μαζεύεσαι και ψάχνεις κάπου να κρυφτείς. Παραδόξως η δική μας ''κρυψώνα'' έγινε η κουζίνα! Και σε εκείνη την ''κρυψώνα'' ανακαλύψαμε νέες, αποκαλυπτικές γεύσεις, ανακαλύψαμε τη μαγεία της ελληνικής κουζίνας. Η μαμά ήταν πανευτυχής στην κουζίνα της, όλα τα αγαπημένα της υλικά ήταν εδώ, ζουμερές ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, πιπεριές (όχι ότι δεν υπήρχαν στην Αυστραλία αλλά όλα ήταν πιο νόστιμα εδώ, ιδιαίτερα η ντομάτα, το λάδι και το ψωμί!). Κι εκεί μαζί με τη μαμά αρχίσαμε να αδειάζουμε ντομάτες για τα γεμιστά, να κόβουμε κολοκυθάκι και πατάτες για το μπριαμ, να καθαρίζουμε φασολάκια, να στίβουμε ντομάτες για σάλτσες και σούπες (κι αν στίψαμε ντομάτες εκείνη τη χρονιά!), να ψιλοκόβουμε τα λαχανικά για τις σαλάτες, να φτιάχνουμε τραχανά και χυλοπίτες (όλα στο χέρι!), ακόμα και μπάμιες μάθαμε να καθαρίζουμε, αλλά ήταν μια θεία που έκανε τη ''ζημιά'' και με φώναξε να δω πώς φτιάχνει ένα γλυκό ψυγείου ''που αρέσει σε όλα σου τα ξαδέλφια, και τέτοιο γλυκό δεν είχατε στην Αυστραλία, να το ξέρεις''.  Δεν το ήξερα, αλλά το έμαθα. Κι όταν πια ήταν έτοιμο το γλυκό και το δοκίμασα, ζήτησα δεύτερο κομμάτι και μετά τρίτο και μετά η ξαδέρφη τσαντίστηκε κι είπε ''Δεν θα μας το φάει όλο αυτή''. Κι ορμήσαμε κι οι δύο σε ό,τι είχε απομείνει και τα κάναμε γης μαδιάμ! Το γλυκό ήταν εύκολο και γρήγορο στην παρασκευή, έμαθα στο πιτς φιτίλι να το φτιάχνω, έτσι από εκεί και πέρα σχεδόν κάθε πρωί έτρεχα στον μπακάλη για τα υλικά, το έφτιαχνα, το τύλιγα, το έβαζα στο ψυγείο και το απόγευμα αδέλφια, ξαδέλφια κι η υποφαινόμενη το ρημάζαμε. Και ξανά μανά την επόμενη μέρα! Το γλυκό είχε δύο ονόματα κι όπως σωστά καταλάβατε μιλώ για το...

Μωσαϊκό (Σαλάμι γλυκό)





2 πακέτα πτι μπερ μπισκότα (για όσους θέλουν εκείνη την κλασική γεύση του γλυκού, τα πτι μπερ είναι κάτι περισσότερο από must)

1 πακέτο βούτυρο (250 γρ) το οποίο βούτυρο θα έχουμε αφήσει έξω από το ψυγείο λίγη ώρα να μαλακώσει.

2 αυγά (η θεία μου δεν έβαζε αυγά αλλά κάποτε μου είπαν ότι γίνεται καλύτερη η κρέμα με αυτά κι όντως έτσι είναι)

160 γρ  γρ ζάχαρη άχνη

4 γεμάτες κουταλιές σούπας κακάο

1 μικρό φλιτζάνι του καφέ κονιάκ (κλασικά τότε χρησιμοποιούσαμε Μεταξά 3* -δεν έλειπε από κανένα σπίτι! Κι ακόμα το χρησιμοποιούμε για εκείνη τη γνήσια γεύση του γλυκού!)

Ε, ξέρετε τώρα τι θα κάνετε! Σε ένα μεγάλο μπολ θαα σπάσετε τα μπισκότα. Σε ένα άλλο εξίσου μεγάλο μπολ θα ανακατώσετε καλά όλα τα υπόλοιπα υλικά έτσι ώστε να πάρετε ένα ομοιογενές κρεμώδες μίγμα. Θα ρίξετε στο μίγμα τα μπισκότα. Θα ανακατώσετε με μια σπάτουλα. Θα απλώσετε το μίγμα σε αντικολλητικό χαρτί και θα το τυλίξετε, θα του δώσετε τη μορφή ενός...σαλαμιού! Θα το βάλετε στο ψυγείο για μερικές ώρες να σφίξει. Βγάλτε το το απόγευμα, φτιάξτε έναν καφέ κι απολαύστε το!

Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι θα γελάτε με τη συνταγή: ''Μα σαλάμι ανάρτησε;'', ''Μα τι λέει τώρα, όλοι ξέρουμε να φτιάχνουμε μωσαϊκό''. Ουδεμία αντίρρηση έχω. Απλά ήθελα στο μικρό αυτό αφιέρωμα στα ''γουρούνια'' να μπει ένα γλυκό, κι ήθελα στο ελληνικό αφιέρωμα να αναρτηθεί κάτι που να έχει σχέση με τις πρώτες γευστικές μου εμπειρίες στην Ελλάδα. Ένα κι ένα κάνουν δύο κι ιδού πώς προέκυψε το μωσαϊκό!



Κι επειδή ο χειμώνας θα είναι δύσκολος - το λένε τα ημερομήνια, οι ανήσυχες σφήκες του Αυγούστου και τα τεφτέρια του Στουρνάρα και του ανεκδιήγητου προϊσταμένου του- καλό είναι να γλυκαθούμε με ένα γλυκό υπέροχο αλλά συγχρόνως φθηνό που μπορεί ο καθένας να φτιάξει.

Εν τω μεταξύ εκείνο το καλοκαίρι τα ξαδέρφια προσπαθούσαν να με πείσουν ότι υπάρχει ελληνικό αγγλόφωνο ροκ.... Χα....χα...χα......αχ......







Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

P.I.G.S. (#I)

Συνεχίζουμε το αυγουστιάτικο αφιέρωμα στα ''γουρούνια'' του Νότου με την Ιταλία. Η Ιταλία είναι η χώρα που έχει πρωθυπουργό τον κο. Λέττα (Ποιον;) αλλά όλοι ασχολούνται με τον κο. Μπερλουσκόνι (Α, αυτόν!). Η Ιταλία είναι περισσότερο από απλά μια ακόμη χώρα στο χάρτη. Είναι  ιδέα, είναι πίστη, είναι παντοτινή αγάπη -τουλάχιστον για την υποφαινόμενη.

Είναι η χώρα που μας έδωσε τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι (τον πιο γοητευτικό άντρα που πέρασε ποτέ από αυτόν τον πλανήτη -αντιρρήσεις δεν γίνονται δεκτές), τα ζυμαρικά, την Άννα Μανιάνι, τη βέσπα, τον Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, τους αγαπημένους συνονόματους Λούτσιο Ντάλλα και Λούτσιο Μπατίστι, τη Γαληνοτάτη (Βενετία), τις υπέροχες Σοφία Λόρεν, Σιλβάνα Μαγκάνο, Τζίνα Λολομπριγκίτα, Κλαούντια Καρντινάλε, τον κωμικό Τοτό, τον Αλμπέρτο Σόρντι, τον Βιττόριο Γκάσμαν, τις ταινίες του Βιτόριο ντε Σίκα, του Φεντερίκο Φελίνι, του Πιερ Παολο Παζολίνι, του Λουκίνο Βισκόντι, την Comedia all' Italiana, είναι η χώρα του Campari και του Vermouth, της πίτσας, της παρμεζάνας, του προσιούτο, του μπαλσάμικο, της μορταδέλας (yummy!), είναι η χώρα που μας έδωσε τις υπέροχες όπερες του Τζιουζέπε Βέρντι, τη φωνάρα της  Μίνα, τη squadra azzurra (καλά ντε, μη βαράτε!), τον Βαλεντίνο Ρόσσι, είναι η χώρα των Prada, Valentino, Gucci, Versace, Armani, Dolce&Gabbana, είναι η Costa Amalfitana, η Cinque Terre, η Σικελία, η Σαρδηνία, οι γεμάτοι αμπελώνες λόφοι της Τοσκάνης, η Φλωρεντία, η Αιώνια Πόλη, βόλτα στο lungotevere μια γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά, ένα παγωτό στο χέρι και σουλατσάρισμα στη via Condotti, μια cacio e pepe σε ταβέρνα της πόλης (αχ και βαχ, Ρώμη μου...), ναι είναι κι η Μαφία, η 'Ντρανγκέτα, τα διάφορα κατά καιρούς οικονομικά και πολτικά σκάνδαλα, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, η δολοφονία του Άλντο Μόρο, o ανεκδιήγητος Μουσολίνι. Αλλά είναι κι o Αντριάνο Τσελεντάνο (ciao ragazzo!) , ο Ρομπέρτο Μπενίνι, ο Ουμπέρτο Έκο, ο Αντρέα Καμιλέρι κι ο ήρωας του επιθεωρητής Μονταλμπάνο. Είναι ο Πινόκιο, ο Τιραμόλα, ο γίγαντας Γκρισίνο. Είναι η χώρα του ωραιότερου τραγουδιού που κέρδισε ποτέ στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον (Volareeeee!), είναι ο Πάολο Κόντε, η Ορνέλα Βανόνι, o Ραφαέλε Γκουαλάτσι, ο Τζιοβανότι κι ο Μάρκο Μαζίνι. Είναι η πανακότα, το τιραμισού, η κασάτα, το ζαμπαγιόνε, είναι το άρωμα μιας pesto genovese του βορρά κι από το νότο η πληθωρικότητα μιας.....

Caponata
(σισιλιάνικη γλυκόξινη σαλάτα με μελιτζάνα)



Υλικά

3-4 μέτριες σε μέγεθος μελιτζάνες (περίπου 1 κιλό)
τουλάχιστον μια ντουζίνα μαύρες ελιές Καλαμών
2 κλωνάρια σέλερυ
3 κουταλιές σούπας κάππαρη (αν είναι πολύ αλμυρή ξαρμυρίστε την)
1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
1/2 φλιτζάνι ξίδι μπαλσάμικο
ελαιόλαδο
αλάτι
μαύρο πιπέρι φρεσκοτριμμένο
1 φλιτζάνι σάλτσα ντομάτας (δείτε εδώ. 2 μεγάλες ώριμες ντομάτες, 1 σκελίδα σκόρδο και 1-2 φύλλα βασιλικού θα κάνουν τη δουλειά)
2-3 μεγάλα αυγά σφιχτοβρασμένα.

Καθαρίστε τις μελιτζάνες. Κόψτε το πάνω και κάτω μέρος και πολύ λίγο από τα δύο πλαϊνά. Κόψτε τις σε φέτες 0.5 εκ. Αλατίστε τις, βάλτε τις σε ένα σουρωτήρι κι αφήστε τις να ξεπικρίσουν για καμιά ώρα. Όσο ξεπικρίζουν οι μελιτζάνες ετοιμάστε την σάλτσα (δείτε στο link που έχω δώσει ή φτιάξτε μια σάλτσα ντομάτας όπως απλά σας αρέσει. Να βγει περίπου 1 φλιτζάνι σε ποσότητα)
Βγάλτε το κουκούτσι από τις ελιές και κόψτε τις στα δύο. Καθαρίστε το σέλερυ και κόψτε το σε μικρά κομμάτια. Βάλτε σε μια κατσαρόλα το σέλερυ, τις ελιές και την κάππαρη με το μπαλσάμικο κι αφήστε τα να σιγοβράσουν μέχρι να μείνει το ξίδι μισό σε ποσότητα.
Ξεβγάζετε τις μελιτζάνες, τις σκουπίζετε και τις κόβετε σε κύβους. Σε ένα τηγάνι ζεσταίνετε λάδι και τις τηγανίζετε μέχρι να ροδοκοκκινίσουν. Τις απλώνετε σε απορροφητικό χαρτί. Ίσως χρειαστούν δύο τηγανιές, μην τις βάζετε όλες μαζί. Στο ίδιο τηγάνι σοτάρετε το κρεμύδι -αν έχει μείνει πολύ λάδι από το τηγάνι της μελιτζάνας αφαιρέστε, αν έχει συμβεί το αντίθετο προσθέστε. Αφού ροδίσει το κρεμμύδι, ρίχνετε τη σάλτσα ντομάτας. Ανακατεύετε. Προσθέτετε το σέλερυ, τις ελιές και την κάππαρη με το ξίδι που έχει μείνει. Ανακατεύετε. Προσθέτετε και τις μελιτζάνες, φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι, ανακατεύετε μια τελευταία φορά κι αφήνετε σε πολύ χαμηλή φωτιά για ένα δεκάλεπτο ακόμα.
Αφήστε την καπονάτα να αποκτήσει θερμοκρασία δωματίου, βάλτε την σε μια πιατέλα, καλύψτε την με τα αβγά ψιλοκομμένα και σερβίρετε...
....με τι κρασί; Ναι, χχχμμμ, αυτό είναι ένα ζήτημα!

-> Μην φοβάστε την παρουσία των αυγών, ισορροπούν πολύ ωραία τη συνολική γεύση.
-> Η καπονάτα γίνεται ακόμα πιο γευστική όσο μένει. Όσοι τη δοκιμάσετε κρατήστε λίγη και για την επόμενη μέρα
-> Τρώγεται σαν σαλάτα ή σαν κυρίως πιάτο.


Κι εννοείται είστε ευπρόσδεκτοι να συμπληρώσετε τη λίστα με ό,τι ιταλικό αγαπάτε!

Εγώ τους αγαπώ και τους δύο:




Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

P.I.G.S. (#P)

Όπως γνωρίζετε καλά -δηλαδή όσοι μας διαβάζετε τακτικά- το blog αρέσκεται σε αφιερώματα και θεματικές ενότητες. Έπειτα από έναν περίεργο, νωθρό Ιούλιο αποαφασίσαμε να αφιερώσαμε τον Αύγουστο στα ...γουρούνια, ήτοι στους P.I.G.S.. Τα ''γουρούνια'' δεν είναι άλλα από τα 4 κράτη της Νότιας Ευρώπης που τελούν υπό κρίση: Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία κι η χάρη μας. Δύσκολοι καιροί και για τις 4 χώρες, μάλλον πιο δύσκολα για μας, και το μέλλον φαντάζει δυσοίωνο, σκοτεινό, απαισιόδοξο, τουτεστίν θα περιμένουμε πολύ για εκείνο το φως στο τούνελ.
Τα P.I.G.S, σύμφωνα με το Δ.Ν.Τ., την Ε.Ε., την Ε.Κ.Τ και λοιπά ακρωνύμια, διαθέτουν οικτρές οικονομίες -να τις ''χαιρόμαστε''. Από την άλλη όμως και κατά γενική ομολογία διαθέτουν καταπληκτικές κουζίνες- εδώ πραγματικά χαιρόμαστε!
Έτσι λοιπόν -καλά το καταλάβατε- θα κάνουμε ένα μίνι αυγουστιάτικο αφιέρωμα στις κουζίνες των 4 χωρών, που σημαίνει ότι θα έχουμε μια χαρακτηριστική συνταγή από κάθε μία από τις χώρες αυτές.
Όσον αφορά τη σειρά παρουσίασης, αυτή θα προκύψει από το ίδιο το ακρωνύμιο. P, το πρώτο γράμμα άρα ξεκινάμε από την Πορτογαλία.

Την Πορτογαλία έτυχε να την επισκεφτώ μερικά χρόνια πριν και διατηρώ τις ομορφότερες αναμνήσεις. Τόσο από την πρωτεύουσα της όσο κι από τους ίδιους τους κατοίκους της. Η Λισαβόνα είναι μια πόλη χτισμένη στις εκβολές του Τάγου λίγο πριν αυτό αγκαλιαστεί με τον Ατλαντικό Ωκεανό. Έχεις την εντύπωση ότι όλη η πόλη, οι δρόμοι, τα σοκάκια, ακόμα και τα βλέμματα των Lisboetas είναι στραμμένα προς τα εκεί, προς εκείνο το αγκάλιασμα. Η Λισαβόνα αποπνέει μια ηρεμία, μια καρτερία, μια στωικότητα. Το βλέπεις στην όψη των κατοίκων της, ζουν το δικό τους saudade.
Οι Πορτογάλοι λατρεύουν τον μπακαλιάρο. Λέγεται ότι έχουν μια συνταγή μπακαλιάρου για κάθε μέρα του χρόνου. Σήμερα έχουμε μια από τις πιο γνωστές από τις ....365 (!) συνταγές!


Μπακαλιάρος στο φούρνο με πατάτες, κρεμμύδια κι ελιές.
(Bacalhoada)






Υλικά για 4 άτομα

1/2 κιλό φιλέτα παστού μπακαλιάρου τα οποία θα έχουμε αγοράσει τουλάχιστον 2 μέρες πριν. Θα τα κόψουμε στα δύο και θα τα βάλουμε σε ένα μεγάλο μπολ με νερό, το οποίο θα έχουμε στο χυγείο. Θα αλλάζουμε το νερό όσο πιο συχνά μπορούμε.

2 μεγάλα λευκά κρεμμύδια

1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη (προαιρετικά)

3-4 μεγάλες πατάτες

αρκετές έως πολλές μαύρες ελιές Καλαμών (χωρίς το κουκούτσι)

3 αυγά σφιχτά βρασμένα

ελαιόλαδο

άφθονο φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι

Βγάζουμε τον μπακαλιάρο από το νερό, τον ξεπλένουμε και τον στεγνώνουμε. Τον κόβουμε σε μεσαίου μεγέθους κομμάτια. Βγάζουμε τα κουκούτσια από τις ελιές και τις κόβουμε στη μέση ή σε ροδέλες. Πλένουμε και καθαρίζουμε τις πατάτες. Τις βράζουμε, τις αφήνουμε να κρυώσουν λίγο και τις κόβουμε σε ροδέλες πάχους περίπου 1/2 εκατοστου (Το χάρακα! Το χάρακα!). Κόβουμε τα κρεμμύδια σε φέτες. Σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε λίγο λάδι όπου σοτάρουμε τα κρεμμύδια με το σκόρδο μέχρι να μαλακώσουν. Βάζουμε να προθερμάνουμε τον φούρνο στους 160 βαθμούς.
Λαδώνουμε τον πάτο ενός πυρέξ. Στρώνουμε μια στρώη πατάτες έτσι ώστε να καλυφθεί όλος ο πάτος. Από πάνω τοποθετούμε εδώ κι εκεί κομμάτια μπακαλιάρου. Πάνω από το μπακαλιάρο στρωνουμε τα μισά κρεμμύδια. Ρίχνουμε λίγο λάδι. Επαναλαμβάνουμε την όλη διαδικασία με μια στρώση πατάτες, μπακαλιάρο, κρεμμύδι και λίγο λάδι. Τελειώνουμε με τα αυγά (τα οποία θα έχουμε κόψει σε ροδέλες ή κομμάτια) και τις ελιές. Λίγο λάδι ακόμα και βουρ για τον φούρνο για 30 λεπτά περίπου!

Bom apetite!

***

Στη Λισαβόνα έζησα ίσως την ομορφότερη ταξιδιωτική εμπειρία στη ζωή μου. Βρισκόμασταν στο  Bairro Alto, παλιά συνοικία χτισμένη πάνω σε λόφο και θέλαμε να βγούμε στον ανελκυστήρα που θα μας οδηγούσε στο κάτω κεντρικό μέρος της πόλης. Εκεί που είχαμε σταθεί προσπαθώντας να προσανατολιστούμε, ακούστηκε μια σπαρακτική, θλιμμένη μελωδία. Όλα πάγωσαν: ο χρόνος, η κίνηση, το φως. Δεν υπήρχε παρά εκείνο το μελαγχολικό fado που έφτανε στα αυτιά μας και μας είχε μαγέψει ως άλλο τραγούδι των σειρήνων. Κινούμασταν στο χωροχρόνο, χαμένοι, μας έλειπε πια η αίσθηση της πραγματικότητας. Βρεθήκαμε- ποιος ξέρει πώς- μπροστά σε μια μικροκαμωμένη γιαγιά που τραγουδούσε με μια απόκοσμη μελαγχολία, ενώ τριγύρω είχαμε μαζευτεί ''προσκυνητές'', δακρυσμένοι, τα λόγια δεν τα καταλαβαίναμε αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Όταν τελείωσε, όλοι παρέμειναν σιωπηλοί. Έπειτα από λίγο άρχισαν να επανέρχονται οι ήχοι της πόλης. Στεκόμασταν δίπλα από τον ανελκυστήρα, τον πήραμε και κατεβήκαμε στην πραγματικότητα.