Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

O Mark κι εγώ.

Ο κος. Μαρκ δεν είναι άλλος από τον Mark Bittman του οποίου τις συνταγές έμαθα να αγαπώ μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες της New York Times. Ήμουν φανατική- ηλεκτρονική- αναγνώστρια του αμερικάνικου γαστρονομικού περιοδικού Saveur μέχρι που άλλαξε διεύθυνση (έγινε κάπως χίπστερ, αν ήθελα κάτι ανάλογο φίλοι συντάκτες του Saveur, θα ξεφύλλιζα το απίστευτα βαρετό food section του kinfolk, ευχαριστώ) και το site έγινε βαρύ κι ασήκωτο-ακόμα και τώρα δεν φορτώνει εύκολα. Για να κρατήσω επαφή με τα γαστρονομικά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, άρχισα να επισκέπτομαι blog, τα οποία ήταν ακόμα πιο βαρετά κι από το kinfolk, βαρέθηκα μέχρι και blog με ιστορία και παράδοση (εντάξει κορίτσια κι αγόρια, το εμπεδώσαμε ότι είστε ευτυχισμένοι. αλλά κάτι θεολογικά, φιλοσοφικά επιπέδου Κοέλιο ή πολύ προσωπικά τι τα θέλετε;). Έτσι άρχισα να παρακολουθώ το section Food / Wine της ΝΥΤ κι ενθουσιάστηκα, μέχρι και τις κριτικές για τα εστιατόρια της Νέας Υόρκης διάβαζα, αλλά κάποτε συνειδητοποίησα ότι ήταν χαμένος κόπος- το ταξίδι στο Μεγάλο Μήλο είχε γίνει εν τω μεταξύ όνειρο θερινής νυχτός. Αλλά δεν ήταν καθόλου χαμένος κόπος να ανακαλύπτω τις συνταγές που πρότεινε το γαστρονομικό τιμ της εφημερίδας! Και κάπου εκεί άρχισα να παρακολουθώ τις συνταγές του κου. Bittman, κι ειλικρινά ό,τι έχω δοκιμάσει είναι απλό, εύκολο και κυρίως εκπληκτικό! Αυτό είναι που μου αρέσει στις συνταγές της συγκεκριμένης εφημερίδας. Ωραίες, απλές χωρίς εξεζητημένα στοιχεία, εύκολες και με τον τρόπο τους μοναδικές.

Πού ήθελα να καταλήξω (γιατί στο τέλος από την πολυλογία θα γίνω πιο βαρετή κι από το kinfolk). Ότι ο κος. Bittman δεν γράφει πια για την ΝΥΤ -νομίζω από πέρσι- αλλά ευτυχώς οι συνταγές του εμφανίζονται συχνά πυκνά στη σελίδα της εφημερίδας για φαγητό στο facebook. Τις προάλλες έκανε την εμφάνιση του μια συνταγή του για banana bread με καρύδα τη στιγμή ακριβώς που 3 μπανάνες έπνεαν τα λοίσθια κι εμείς θα φεύγαμε για λίγες μέρες.

Μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα να συνδυάσω μπανάνα και καρύδα, μου αρέσουν έτσι κι αλλιώς τα κέικ τύπου bread. Αποφάσισα να το φτιάξω κάνοντας την εξής σημαντική αλλαγή: Αντί για βούτυρο χρησιμοποίησα ελαιόλαδο. Κι επίσης πρόσθεσα λίγη μαγειρική σόδα. Α, και δεν έβαλα καρύδια γιατί βαριόμουν να σπάσω μερικά (είμαι από εκείνους που δεν αγοράζουν έτοιμο σπασμένο καρύδι...αλλά κατά τ'άλλα βαριέμαι να το σπάσω...το άσπαστο...!!!)

Το αποτέλεσμα ήταν το ωραιότερο, το πιο νόστιμο, το πιο ιδανικό σε υφή banana bread που έχω φτιάξει. Το πήρα μαζί μου σε 8ωρο ταξιδι με πλοίο και μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας δεν είχε μείνει ψίχουλο!

Το έφτιαξα πάλι προχθές. ΔΕΝ ΤΟ ΧΟΡΤΑΙΝΩ!

Banana bread με καρύδα (ελαφρώς πειραγμένη συνταγή του Mark Bittman)



Για ορθογώνιο ταψί διαστάσεων 10 x 20 εκ.

100 γρ ελαιόλαδο
2 μεγάλες και πολύ ώριμες μπανάνες (ή 3 μεσαίου μεγέθους)
1 1/2 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/2 φλιτζάνι αλεύρι ολικής αλέσεως
3/4 φλιτζάνι ζάχαρη
1 κουταλάκι γλυκού baking powder
1/2 κουταλάκι γλυκού μαγειρική σόδα
1 πρέζα αλάτι
2 μεγάλα αυγά
1 κουταλάκι εκχύλισμα βανίλιας
2/3 φλιτζάνι καρύδα

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Λαδώνουμε καλά το ταψί κι αν θέλουμε το ντύνουμε με αντικολλητικό χαρτί (βοηθά)

Λιώνουμε πολύ καλά τις μπανάνες.

Ανακατώνουμε όλα τα στεγνά υλικά μαζί. Αλεύρι, καρύδα, baking powder, σόδα, αλάτι αλλά όχι τη ζάχαρη. Την ζάχαρη θα την βάλουμε σε άλλο μεγάλο μπολ με το ελαιόλαδο και θα χτυπήσουμε με αβγοδάρτη για λίγα λεπτά. Προσθέτουμε τα αυγά και συνεχίζουμε για λίγο το χτύπημα. Προσθέτουμε τις μπανάνες και το εκχύλισμα βανίλιας. Ανακατώνουμε για λίγο και προσθέτουμε τα στεγνά υλικά. Ανακατεύουμε με μια σπάτουλα για να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Το ρίχνουμε στο ταψί και ψήνουμε για 50 λεπτά περίπου. Τα κέικ τύπου bread πάντα αργούν να ψηθούν. Προσοχή μην μας πάρει κατά τη διάρκεια του ψησίματος. Μόλις πάρει χρώμα σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο. Με τη βοήθεια ενός μαχαιριού τσεκάρουμε να δούμε αν έχει ψηθεί και στο εσωτερικό. Λόγω της μπανάνας το μαχαίρι δεν θα βγαίνει ολοκάθαρο, οπότε προσοχή μην παραψηθεί.

Βγάζουμε από το φούρνο κι αφήνουμε να κρυώσει λίγο πριν το βγάλουμε από το ταψί.





Τα άλλα banana bread της Crispy:
εδώ
κι εδώ


ΥΓ: 'Νταξ οι φωτό είναι επιεικώς άθλιες. Αλλά πάλι καλά, γιατί από την άλλη θα κινδύνευα να με προσλάβει το kinfolk!!!

Α, και κάτι άσχετο. Μήπως γίνεται να σταματήσουμε να βάζουμε μπροστά στα ονόματα ξένων εφημερίδων άρθρα εκτός από εκείνο του θηλυκού γένους (Η εφημερίδα); Βλέπετε, θεωρώ ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε σε τι γένος αντιστοιχούν τα ουσιαστικά που χρησιμοποιούνται στις ονομασίες ξένων εφημερίδων. Η Γκάρντιαν, Η Βελτ, Η Κορριέρε κοκ μια χαρά ακούγεται κι αχ, βαχ, σας παρακαλώ αφήστε ήσυχο τον άμοιρο τον Γκάρντιαν!! #kati_dika_mou

ΥΓ2: Κι αν όλα πάνε καλά (ας πούμε, δεν μου κάνει μήνυση το kinfolk) θα σας αποκαλύψω κάποτε μια συνταγή του Mark, επιτομή της απλότητας , της γρηγοράδας και της νοστιμιάς εννοείται!

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Τρώμε καλά (;)

Τις προάλλες ήμουν στο λεωφορείο όρθια, πίσω από τον οδηγό ο οποίος είχε πιάσει κουβέντα με έναν φίλο του που βρισκόταν δίπλα του. Ο οδηγός έλεγε στο φίλο του ότι ο αδερφός του είχε πάει στα Χανιά κι είχε βρεθεί μπροστά στο φρικτό θέαμα να βλέπει Έλληνες να τρώνε, όλο κι όλο (άκουσον, άκουσον), μια χωριάτικη σαλάτα μοιρασμένη στα δύο!! Βέβαια το "ζουμί" της συζήτησης ήταν για το πώς μας έχει καταντήσει η κρίση, εμάς τους Έλληνες τους κιμπάρηδες, τους big spenders, τους...καλοφαγάδες που αν δεν παραγγείλουμε όλο το μενού δεν σταματάμε, που θεωρούμε ύψιστο χρέος όταν στρωνόμαστε στο τραπέζι να το γεμίσουμε με πιάτα που στο τέλος θα μείνουν ανέγγιχτα. "Άντε πάλι τα ίδια" σκέφτηκα, "άντε πάλι με τον Έλληνα που θεωρείται καλοφαγάς επειδή τρώει τον αγλέουρα". Είπα να επέμβω και να πω κάτι του στυλ "και τι έγινε που έτρωγαν μια σαλάτα στα δύο, τόσο ήθελαν ή τόσο είχαν να πληρώσουν, τόσο έφαγαν", αλλά δίπλα μου βρισκόταν μια 60άρα ρατσίστρια που είχε ξεχάσει να πλύνει την μασέλα της εν τω μεταξύ, κι ωρυόταν κι έβριζε τις γυναίκες πρόσφυγες που περνάνε "ζωή και κότα" στο Ελληνικό και δεν μαζεύουν τα σκουπίδια παρά γυρνούν οι σουρλουλούδες στολισμένες και μακιγιαρισμένες (;) πάνω κάτω την παραλιακή! Κι είχε κίνηση. Πολλή κίνηση.

Λοιπόν, επειδή τρώμε πολύ, και καμαρώνουμε που παραγγέλνουμε ό,τι έχει και δεν έχει το εστιατόριο- κι ας μην τα φάμε, ας δει η διπλανή παρέα πόσο large είμαστε κι ας σκάσει αυτή από τη ζήλια της κι εμείς από το φαγητό- αυτό, αγαπητοί αναγνώστες, ΔΕΝ σημαίνει ότι είμαστε καλοφαγάδες. Πολυφαγάδες ναι. Επιπόλαιοι ναι. Αλλά η πολυφαγία δεν είναι ένδειξη, ούτε καν απόδειξη για κάποιον ότι είναι καλοφαγάς, ότι είναι γκουρμέ, ψαγμένος γαστρονομικά, ότι το φαγητό είναι πολιτισμός γι'αυτόν, ότι έχει γαστρονομική παιδεία, ανοιχτό ουρανίσκο. Και φυσικά για να το κλείσει ο "Έλλην καλοφαγάς" το τσιμπούσι, παραγγέλνει παγωμένη μπύρα σε παγωμένο ποτήρι (γιατί αν η μπύρα δεν έχει γίνει σορμπέ δεν πίνεται, σύμφωνα πάντα με τον Έλληνα καλοφαγά) και κρασί μόνο χύμα γιατί το πίνουμε με το λίτρο- και ρίχνουμε λίγη κόκα κόλα στο κρασί να'ουμ, για την χώνεψη! Μάλιστα.

Λοιπόν, για να μην πολυλογώ και γνωρίζοντας ότι έχω αφήσει μέτωπο ανοιχτό, προχωρώ στο φαγητό της σημερινής ανάρτησης.





Οι μακαρονοσαλάτες είναι ιδανικές για τα ζεστά βράδια του αθηναϊκού καλοκαιριού. Έφτιαξα αυτήν που ακολουθεί, ψήνοντας πρώτα τα δύο λαχανικά που χρησιμοποίησα, τοματίνια και κόκκινες πιπεριές και το ψήσιμο αυτό έδωσε στην σαλάτα μια ιδιαίτερη γεύση που ενισχύθηκε με την παρουσιά ελιών.

Μακαρονοσαλάτα με ψημένα τοματίνια και κόκκινες πιπεριές.



Για 4 άτομα

300 γρ ζυμαρικά τύπου κοχυλάκια
250 γρ τοματίνια
3 μεγάλες πιπεριές Φλωρίνης
2 σκελίδες σκόρδο κομμένες σε λεπτές φέτες
λίγο θυμάρι, ρίγανη, δεντρολίβανο
2 μπάλες μοτσαρέλα
10-15 ελιές (μαύρες /ή/και πράσινες)
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
λίγα φύλλα βασιλικού

Βράζουμε τα ζυμαρικά αυστηρά al dente σε αλατισμένο νερό, τα στραγγίζουμε και τα βάζουμε σε ένα μπολ ανακατεύοντας τα  με λίγο ελαιόλαδο. Τα αφήνουμε να κρυώσουν

Κόβουμε τα τοματίνια στα δύο. Πλένουμε, σκουπίζουμε τις πιπεριές και τις κόβουμε σε μικρά κομμάτια. Σε ένα ρηχό ταψί απλώνουμε αντικολλητικό χαρτί. Βάζουμε τα τοματίνια με τις πιπεριές, τα αρωματικά, αλάτι, πιπέρι, λάδι κι ανακατώνουμε με τα χέρια. Ψήνουμε για μισή ώρα περίπου στους 200 βαθμούς. Προσέχουμε να μαλακώσουν καλά τα λαχανικά αλλά όχι να μαυρίσουν. Τα βγάζουμε από το φούρνο όταν είναι έτοιμα και τα αφήνουμε να κρυώσουν. Τη μισή ποσότητα από τα ψημένα λαχανικά την περνάμε από το μπλέντερ μέχρι να γίνει κρεμώδης.

Εν τω μεταξύ, βγάζουμε το κουκούτσι από τις ελιές και τις κόβουμε στα δύο. Μπορούμε να διαλέξουμε ό,τι είδος ελιά μας αρέσει περισσότερο.

Ρίχνουμε στα ζυμαρικά το μείγμα τοματίνια-πιπεριές που έχουμε περάσει από το μπλέντερ. Ανακατώνουμε. Προσθέτουμε τα υπόλοιπα λαχανικά, τις ελιές και την μοτσαρέλα που θα έχουμε κόψει σε κύβους. Σερβίρουμε ρίχνοντας λίγο φρέσκο ελαιόλαδο και φύλλα βασιλικού από πάνω.





Απολαμβάνουμε με ένα ελληνικό ροζέ. Εμείς προτιμήσαμε την υπέροχη ΙΕΡΕΙΑ του οινοποιείου Μποσινάκη.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Μια γκουρμέ ιστορία στη μέση του Αιγαίου που κρατά χρόνια

Πάνε χρόνια που είχα επισκεφτεί για πρώτη φορά την πανέμορφη Αστυπάλαια, και θυμάμαι ότι το πρώτο πράγμα που ρώτησα την κα. Καίτη, την ρουματζού -όπως τις λέγαμε χαϊδευτικά τότε τις κυρίες που νοίκιαζαν δωμάτια!-, ποια ήταν τα καλύτερα μέρη στο νησί για φαγητό. "Α", μου απάντησε, "θα πας όπου πάνε κι οι Ιταλοί!". Σάστισα με την απρόσμενη απάντηση της, την κοίταξα παραξενεμένη κι έμεινα να αναρωτιέμαι αν υπήρχαν Ιταλοί στο νησί! Υπήρχαν ευτυχώς, κι άφθονοι. Πήρα στο κατόπι παρέες Ιταλών και γρήγορα διαπίστωσα ότι η συντριπτική πλειοψηφία μαζευόταν στο εστιατόριο του "Οργανάκη". Ανέβηκα κι εγώ -ξοπίσω από τους Ιταλούς- τα σκαλιά του συγκεκριμένου εστιατορίου, έκατσα, έφαγα κι απόλαυσα ένα από τα ωραιότερα κατσικάκια στο φούρνο που έχω φάει ποτέ στη ζωή μου, μαγειρεμένο από μια γλυκύτατη κυρία και σερβιρισμένο από τον εξίσου γλυκό σύζυγο της. Επικό, όπως μόνο στη μέση του Αιγαίου ξέρουν να το φτιάχνουν! Από εκείνη την πρώτη φορά -αλλά και την επόμενη χρονιά που ξαναπήγα στο νησί- έτρωγα μόνο εκεί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ζεύγος Οργανάκη. Έχω φάει κάτι παραπάνω από εξαιρετικά κι εκεί ήταν η μοναδική φορά που έφαγα στη ζωή μου αστακομακαρονάδα κι είχα την τιμή μάλιστα να διαλέξω η ίδια τα δύσμοιρα οστρακοειδή που θα απολάμβανα λίγο αργότερα!



Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια αλλά η προτροπή της κας. Καίτη δεν ξεχάστηκε, μάλιστα έχει γίνει η σταθερή μέθοδος αναζήτησης καλού εστιατορίου όλα αυτά τα χρόνια. Κι είναι αλάνθαστη. Φαντάζομαι ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων διαβάζουν αυτή τη στιγμή την ανάρτηση θα χασκογελούν και θα λένε "Μα τι βλακείες λέει αυτή η Crispy, θα την έχει πειράξει η ζέστη προφανώς. Και στο κάτω κάτω ποιος τρώει καλύτερα από τον Έλληνα; Ε;". Έχετε τις αντιρρήσεις σας προφανώς, μα κι εγώ τις δικές μου, τις οποίες θα αναπτύξω στην επόμενη ανάρτηση.




Πέρασαν -δυστυχώς*- αρκετά χρόνια μέχρι να επισκεφτώ ξανά την Αστυπάλαια. Η ταβέρνα του "Οργανάκη" είχε κλείσει πια αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω πού πήγαιναν οι Ιταλοί για φαγητό! Στην ήσυχη παραλία του Σχοινόντα, εκεί που τερματίζει το λεωφορείο που έρχεται από τη Χώρα, υπάρχει ένα εστιατόριο, η "Αστυφαγιά" . Εκεί μαζεύονται Ιταλοί, Έλληνες, Κύπριοι και λοιποί καλοφαγάδες κι έχουμε πολλές και καλές αφορμές.

Μεράκι σε όλα. Από την κατσαρόλα και το τηγάνι μέχρι το ισορροπημένο μενού, από τις λεπτομέρειες που συνθέτουν έναν όμορφο χώρο κι η θάλασσα δίπλα, στα 3 μέτρα, συνταγές αστυπαλίτικες με άλλη ματιά, αλλά και υλικά ντόπια να πρωταγωνιστούν σε πιο κλασικές συνταγές, κρέας από τις γυμνές πλαγιές του νησιού, ψάρι από την θάλασσα που τυλίγει το δαντελωτό νησί.

Μια μέρα ήρθε ένα ζευγάρι Ιταλών που προηγουμένως είχα δει στην παραλία. Αφού έκατσαν, ήρθε στο τραπέζι τους η κακαβιά που είχαν παραγγείλει, η κατσαρόλα και μια πιατέλα με τα ψάρια. Κι ένα μπουκάλι κρασί. Κι άρχισαν να τρώνε. Κι έμεινα να τους κοιτάζω πόσο απολάμβαναν την λαχταριστή πηχτή σούπα με το λευκό κρασί τους. Και φώναξα τον Θανάση τον ιδιοκτήτη και του ζήτησα λεπτομέρειες και μου είπε "περίμενε", μου έφερε δείγμα, δοκίμασα, ξετρελάθηκα κι είπα να ετοιμάσει κακαβιά για την επόμενη μέρα.





Κι έτσι έγινε. Ξεκινήσαμε την επόμενη μέρα για τον Σχοινόντα, φτάσαμε -αφού περάσαμε από μια παραλία αριστούργημα, νέα ανακάλυψη, δυστυχώς πολύ μικρή γι' αυτό δεν αποκαλύπτουμε το όνομα της!- καθίσαμε στην Αστυφαγιά, στο αγαπημένο μας τραπέζι, η κακαβιά ήρθε και ξαφνικά όλο το ελληνικό καλοκαίρι, μετουσιώθηκε σε ένα πιάτο, σε γεύσεις που σου φέρνουν δάκρυα ευτυχίας στα μάτια, και δεν θες να τελειώσει το καλοκαίρι, δεν θες να φύγεις από τη θάλασσα που έχεις δίπλα σου. Όλο το Αιγαίο συμπυκνωμένο σε μια σούπα ιδανικά πηχτή που όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και καλύτερη! Θεϊκή γεύση κυριολεκτικά!

Κι έτσι πια η Αστυπάλαια είναι "το κατσικάκι του Οργανάκη" κι "η κακαβιά στην Αστυφαγιά", γιατί κάθε τόπος που αγαπάμε αποκτά γευστικές σταθερές!

*Το νησί έχει την ατυχία λόγω γεωγραφικής θέσης να έχει άθλια ακτοπλοϊκή σύνδεση, με πλοία να φτάνουν στις 3 το πρωί και να φεύγουν για Πειραιά στις 5. Υπάρχει μόνο ένα δρομολόγιο προς το νησί, που είναι -ας το πούμε λογικό- και φεύγει μόνο κάθε Κυριακή στις 8 το πρωί από τον Πειραιά. Ευτυχώς που έχει αεροδρόμιο, είναι μια λύση, ακριβή μεν αλλά προτιμάται.



Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Καλοκαιρινές έξοδοι

Πάνε κι έρχονται καταιγίδες, καύσωνες, lake-effect φαινόμενα (το ζήσαμε κι αυτό), χώρες φεύγουν, υστερία κυριεύει το σύμπαν, η Μέγαιρα δείχνει τα δόντια της, εν τω μεταξύ εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, κοτσάνες εκτοξεύονται με ιλαρή διάθεση και το σύμπαν ξεχνά για λίγο την υστερία και ξεσπά σε γέλια. Τι Ιούνιος κι αυτός!

Μετά από αυτόν τον μονόλογο-εισαγωγή ας πάμε στα θέματα που μας ενδιαφέρουν άμεσα.

Πριν λίγες μέρες διάβαζα σε ένα ιταλικό περιοδικό για την Anna Del Conte. Η εν λόγω κυρία μέσω του έργου της, μια σειρά κλασικών πια βιβλίων μαγειρικής, είναι εκείνη που γνώρισε στους Βρετανούς την Ιταλική Κουζίνα. Η περίφημη Nigella Lawson πίνει νερό στο όνομα της. Δεν την γνώριζα την κα. Del Conte, για να είμαι ειλικρινής, αλλά εντάξει, μου φτάνει ο ενθουσιασμός της Nigella.
Κάτω από την παρουσίαση της κας. Del Conte υπήρχε μια συνταγή της που μου τράβηξε την προσοχή. Σπαγγέτι με πράσα, κάρυ, κρέμα γάλακτος και παρμεζάνα. Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα αλλά ελάχιστα "ιταλική" και περισσότερο βρετανικών προθέσεων. Εν τω μεταξύ, στο μυαλό μου δεν καθόταν καλά η παρουσία της κρέμας γάλακτος. Μα ούτε της παρμεζάνας. Κάτι μου έλεγε να αντικαταστήσω τα δύο αυτά υλικά με γιαούρτι. Το δοκίμασα. Και ναι, πέτυχα διάνα! Βγήκε μια σούπερ σπαγγετάδα που τρώγεται άνετα και το καλοκαίρι (γιατί τέθηκε τέτοιο θέμα). Την λάτρεψα! Τα τρία βασικά υλικά, πράσο, κάρυ, γιαούρτι ταίριαξαν θαυμάσια!


Σπαγγέτι με πράσο, κάρυ και γιαούρτι




Υλικά για 4 πιάτα

400 γρ σπαγγέτι
3 μεγάλα πράσα ψιλοκομμένα
2 κουταλάκια κάρυ (λίγο περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα τα γούστα μας)
2 κεσέδες γιαούρτι (προσωπικά προτιμώ να χρησιμοποιώ στο φαγητό στραγγιστό 2%) τα οποία θα έχουμε αφήσει εκτός ψυγείου για μισή ωρίτσα
1 ποτήρι ζωμό της αρεσκείας (λαχανικών, κότας, βοδινού)
ελαιόλαδο
αλάτι


Σε ένα μεγάλο τηγάνι με παχύ πάτο ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο. Τη φωτιά την έχουμε σε μέτρια ένταση. Μόλις ζεσταθεί το λάδι ρίχνουμε τα πράσο και σοτάρουμε για 5-10 λεπτά μέχρι να μαλακώσει. Ρίχνουμε στο τηγάνι το κάρυ, 2/3 του ζωμού, αλάτι, ανακατώνουμε, σκεπάζουμε κι αφήνουμε το πράσο να σιγομαγειρευτεί για 20 λεπτά τουλάχιστον χαμηλώνοντας ένα βαθμό τη φωτιά. Πότε πότε ρίχνουμε μια ματιά να σιγουρευτούμε ότι υπάρχει ακόμα ζωμός. Αν όχι συμπληρώνουμε με το υπόλοιπο. Καλό είναι στο τέλος, να έχουν βράσει καλά τα υλικά και να έχει μείνει λίγος ζωμός.

Βράζουμε αλατισμένο νερό στο οποίο ρίχνουμε τα σπαγγέτι και βράζουμε al dente.

Εν τω μεταξύ, σε ένα μπολ ρίχνουμε τα δύο γιαούρτια κια ανακατεύουμε ζωηρά έτσι ώστε να γίνει κρεμώδες και να ζεσταθεί λίγο.

Στραγγίζουμε τα ζυμαρικά και τα ρίχνουμε στο τηγάνι με τα πράσα, Ανακατώνουμε. Ρίχνουμε από πάνω το γιαούρτι κι ανακατώνουμε πάλι.

Σερβίρουμε αμέσως.




Συνοδέψαμε την συγκεκριμένη σπαγγετάδα με μια Ionian Pilsener της κερκυραϊκής Royal Ionian, μια πολύ ενδιαφέρουσα μπύρα της οποίας τα αρώματα κι η γεύση ταίριαξαν εξαιρετικά με το συγκεκριμένο πιάτο.

Οι φόροι που έχουν επιβληθεί στην μπύρα (και το κρασί) έχουν ανεβάσει, δυστυχώς, τις τιμές. Οι  Έλληνες μικροζυθοποιοί, των οποίων οι μπύρες είναι εκ των πραγμάτων πιο ακριβές από εκείνες των κολοσσών, αναγκάζονται να αυξήσουν τις τιμές. Ας τους υποστηρίξουμε όσο μπορούμε. Αρκετοί από αυτούς παράγουν διαμαντάκια κι είναι κρίμα να σταματήσει η παραγωγή αυτών των μπυρών εξαιτίας της παρανοϊκής οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Βασιλικό καλοκαίρι

Δεν ξέρω αν σας αρέσει η πασίγνωστη σάλτσα pesto genovese, αυτή που μοσχοβολάει βασιλικό κι είναι ιδανική για καλοκαιρινές σπαγγετάδες- κι όχι μόνο! Προσωπικά την λατρεύω και δεν χάνω ευκαιρία να την φτιάχνω όσο πιο συχνά μπορώ. Το καλοκαίρι εννοείται, όταν οι βασιλικοί είναι...οι βασιλιάδες των αρωματικών φυτών! Φέτος το καλοκαίρι την έχω φτιάξει ήδη τρεις φορές κι αυτό χάρη στους ζωηρούς βασιλικούς μου οι οποίοι έχουν τρελά κέφια κι εγώ δεν έχω παρά να εκμεταλλευτώ την αλλέγκρα διάθεση τους.

Δοκίμασα προ ημερών μια σπαγγετάδα με βάση την pesto genovese προσθέτοντας δυο-τρία υλικά ακόμα και προέκυψε μια κομψότατο πιάτο καλοκαιρινών προδιαγραφών βεβαίως, βεβαίως, μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι οσονούπω μας επισκέπτεται ο Σκιπίωνας  (αν αρχίσαμε να δίνουμε ονόματα και σε κύματα καύσωνα, τότε...καήκαμε!), που σημαίνει ότι είναι ιδανικό για πολύ ζεστές βραδιές που ζητούν ελαφρύ φαγητό!

Λινγκουίνι σε σάλτσα πέστο τζενοβέζε, ρικότα & ελιές Καλαμών





Υλικά για 4 άτομα

400 γρ λινγκουίνι ή σπαγγέτι
σάλτσα pesto genovese (συνταγή εδώ)
4 κουταλιές ρικότα
μερικές (~10) σφιχτές ελιές Καλαμών
2-3 κουταλιές φρεσκοκομμένο βασιλικό
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο

Φτιάχνουμε την pesto όπως έχει δοθεί σε προηγούμενη συνταγή (δες link πιο πάνω)

Ψιλοκόβουμε τις ελιές.

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε αλατισμένο νερό. Ρίχνουμε τα λινγκουίνι και τα μαγειρεύουμε αυστηρώς al dente.

Εν τω μεταξύ ανακατεύουμε την pesto (1 φλιτζάνι περίπου) και την ρικότα καλά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα και να αποκτήσει κρεμώδη υφή. Ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο αν μας φαίνεται σφιχτό. Προσοχή, όχι πολύ ελαιόλαδο, έχει ήδη η pesto. Προσθέτουμε τις ελιές και τον μαϊντανό και λίγο πιπέρι αν θέλουμε.

Στραγγίζουμε τα ζυμαρικά, τα βάζουμε σε ένα μεγάλο μπολ, προσθέτουμε τη σάλτσα, ανακατεύουμε και σερβίρουμε με ένα ελληνικό λευκό κρασί στη σωστή θερμοκρασία. Εμείς το συνοδέψαμε με το εξαιρετικό ΚΑΛΛΙΣΤΩ του Κτήματος Μερκούρη κι οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο συνδυασμός προέκυψε απολαυστικός!




Προσοχή στον κο. Σκιπίωνα λοιπόν, ο οποίος μας επισκέπτεται με καυτές διαθέσεις! Κι όταν με το καλό φύγει θα επιστρέψουμε με άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα σπαγγετάδα!