Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βook on a shelf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βook on a shelf. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Στιγμιότυπα από το Λονδίνο (χωρίς ομπρέλα)





Στην National Gallery η πλειοψηφία των επισκεπτών είχε στριμωχτεί - ως είθισται- μπροστά στα πιο διάσημα εκθέματα της Πινακοθήκης, αναγκάζοντας εμάς, τους αγοραφοβικούς, να βρίσκουμε καταφύγιο στις αίθουσες όπου κρέμονταν λιγότερο δημοφιλή αριστουργήματα που δεν προσέλκυαν τα "μαινόμενα για τέχνη" πλήθη. Κάπως έτσι -σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα- με τράβηξε το βλέμμα ενός κομψού κυρίου (κομψός τουλάχιστον για τα δεδομένα του 17ου αιώνα), το πορτραίτο του οποίου κρεμόταν σε μια γωνιά, ένα πορτραίτο που έμοιαζαν να αγνοούν όσοι περνούσαν από μπροστά του. Πλησίασα. Και μετά πλησίασα όσο μπορούσα, γιατί πραγματικά ήταν ένα από το πιο όμορφα πορτραίτα που έχω δει, όχι τόσο το πρόσωπο, όσο η απόδοση των χαρακτηριστικών του ήταν γοητευτική,  και σίγουρα κάπου το είχα δει, σε κάποιο βιβλίο, σε κάποια ιστοσελίδα, αλλά live μπροστά μου ένιωθα να μαγνητίζομαι από εκείνο το βλέμμα, στάθηκα μπροστά του κάμποση ώρα εντυπωσιασμένη από την ομορφιά των ματιών, τη διαύγεια των χαρακτηριστικών του προσώπου, και εν τέλει όχι τυχαία, γιατί όπως έλεγε κι η καρτέλα με τα στοιχεία του πίνακα : "In this animated portrait the young Van Dyck uses varied brushstrokes to convey the textures of skin and hair. Touches of white suggest the moistness of the eyes and lips."




Επρόκειτο για το πορτραίτο του Φλαμανδού εμπόρου Cornelis van der Geest ζωγραφισμένο από τον επίσης Φλαμανδό Anthony van Dyck γύρω στα 1620. Με εξιτάρισε η περίπτωση van Dyck εκείνο το πρωινό, έτσι άφησα στην ησυχία του τον κομψό κο. Cornelis και βάλθηκα να ψάχνω για τα υπόλοιπα πορτραίτα του ζωγράφου που κρέμονταν στην Πινακοθήκη. Παραδόξως κανείς δεν είχε παρόμοια σκέψη εκείνη την ημέρα κι έτσι ο αγοραφοβικός μου εαυτός απόλαυσε το μικρό αυτοσχέδιο αφιέρωμα στον Φλαμανδό καλλιτέχνη.

Αλλά λίγες μέρες μετά, έμαθα ότι κι ο κος. Charlie Mortdecai εκτιμούσε τα μάλα τα πορτραίτα του Anthony Van Dyck! Ποιος είναι όμως ο κος. Mortdecai, θα αναρωτιέστε; Πρόκειται για έναν φλεγματικό Βρετανό εστέτ art dealer, πρωταγωνιστής μιας μικρής σειράς αστυνομικών βιβλίων του Kyril Bonfiglioli και -για να είμαι ειλικρινής- με τον κο. Mortdecai γνωριστήκαμε εντελώς τυχαία, όταν μια μέρα μπήκα σε ένα κατάστημα Foyles για να αγοράσω κάποια βιβλία και στο τμήμα των αστυνομικών μυθιστορημάτων έτυχε και τον συνάντησα. Άγνωστος ο κύριος, δεν είχα ακούσει ξανά γι' αυτόν, αλλά το κομψό εξώφυλλο ("never judge a book by its cover", ξέρω, ξέρω) κι η σύντομη περίληψη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, με τον εύγλωττο τίτλο "Dont Point That Thing Me,  υποσχόταν πολλά.




Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο στο ταξίδι της επιστροφής, ξεσπώντας πολλές φορές σε γέλια με τις, μοναδικής ευστοχίας, (αυτο)σαρκαστικές ατάκες του Charlie Mortdecai και -φευ!- προκαλώντας εκνευρισμό στην κυρία που καθόταν δίπλα μου και που δεν αισθανόταν καθόλου καλά με τις αναταράξεις πάνω από το Βέλγιο!

Σε κάποια φάση, στο βιβλίο, ο Mortdecai επισκέπτεται την Εθνική Πινακοθήκη στην Washington (οι απίστευτες περιπέτειες του τον φέρνουν στις Η.Π.Α) κι εκεί μπροστά σε ένα πορτραίτο ζωγραφισμένο από τον Van Dyck αναφέρει ότι "that Van Dyck's work when he was in Genoa constitutes the best group of portraits in the world". Είναι από τις ελάχιστες φορές που ο Charlie σχολιάζει θετικά κάτι. Είρων, πονηρός, αδίστακτος, έχει πολλά "προτερήματα" ο κος. Mortdecai! Είναι όμως και γκουρμέ! Ω, ναι! (Εκτός από τον θαυμασμό για τα πορτραίτα του Van Dyck μοιραζόμαστε και την αγάπη για το φαγητό) Οι αναφορές σε φαγητό και ποτό είναι πολλαπλές και λεπτομερείς. Ο ίδιος ζει σε μια από τις ακριβές γειτονιές του Λονδίνου, στην Grosvenor Square και συνηθίζει να τρώει στα ιδιωτικά club της περιοχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σνομπάρει το απλό φαγητό της εργατικής τάξης- σε μια σκηνή απολαμβάνει λίγο βουτυρωμένο ψωμί με ζαμπόν Spam που του προσφέρεται.

Δεν ξέρω πώς θα του φαινόταν η επίσκεψη σε μια gastro pub, τάση που εμφανίστηκε πολύ μετά την έκδοση του βιβλίου (1973). Εμένα προσωπικά μου αρέσει το concept των gastro pub, κι έτσι ψάχνοντας στο Time Out London για ανάλογα μαγαζιά στην περιοχή του Bloomsbury, έπεσα πάνω στο Norfolk Arms. Η οποία gastro pub έχει και ελληνικό χρώμα (ή γεύση καλύτερα!) μιας και το μενού είναι πινελιές από την Μεσόγειο, tapas, μεζέδες, λίγο Ιταλία, λίγο Ελλάδα και Κύπρο, Ισπανία κλπ. Ο σερβιτόρος μας ήταν Έλληνας, "βρήκε ο γύφτος τη γενιά του...", και πραγματικά χαρήκαμε, εμείς κι αυτός, και μας αποκάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης ήταν Κύπριος και ότι αρκετά προϊόντα για τα πιάτα του μενού έρχονταν από την Ελλάδα. Όπως το χωριάτικο λουκάνικο σε ένα πιάτο που δοκίμασα, πολύ απλό σε σύλληψη αλλά τρομερά νόστιμο: Ελληνικό πικάντικο χωριάτικο λουκάνικο με ρατατουίγ! Εννοείται ότι θα το έφτιαχνα με την επιστροφή στα πάτρια εδάφη (το έφτιαξα) κι επίσης εννοείται ότι συνιστώ ανεπιφύλακτα μια επίσκεψη στο Norfolk Arms, αλλά καλού κακού κάντε κράτηση, γινόταν το αδιαχώρητο! Ό,τι δοκιμάσαμε ήταν πεντανόστιμο! Όπως -ήδη έγραψα- αυτό το πιάτο:

Χωριάτικο λουκάνικο με ρατατουίγ
(Βερσιόν alla Crispy σε πιάτο της gastro pub Norfolk Arms)



Για 2-3 πιάτα

200-250 γρ. χωριάτικο λουκάνικο (χρησιμοποίησα εκείνο με πράσο της αλλαντοποιίας Στρεμμένου)
1 μικρό κρεμμύδι λευκό κομμένο σε λεπτές φέτες
1 σκελίδα σκόρδο κομμένη στα δύο
1 μελιτζάνα φλάσκα κομμένη σε κύβους (περίπου 1-2 εκ)
1 μεγάλο κολοκύθι κομμένο σε κύβους
1 κόκκινη πιπεριά Φλωρίνης κομμένη σε χοντρά κομμάτια
4 ώριμες τομάτες τριμμένες (ή 1 κουτί έτοιμη τριμμένη τομάτα)
1 κουταλιά πάστα τομάτας
1 κουταλάκι καφέ καυτερό μπούκοβο
ελαιόλαδο
αλάτι

Σε ένα μεγάλο τηγάνι με βαρύ πάτο, σοτάρουμε σε μέτρια προς δυνατή φωτιά και σε πολύ λίγο ελαιόλαδο το λουκάνικο. Προσέχουμε να σοταριστούν καλά όλα τα κομμάτια και να πάρουν λίγο χρώμα. Το βγάζουμε. Στο ίδιο τηγάνι προσθέτουμε λίγο ακόμα ελαιόλαδο. Ρίχνουμε το σκόρδο με το μπούκοβο, σοτάρουμε για λίγο. Προσθέτουμε το κρεμμύδι. Σοτάρουμε προσέχοντας να μην "αρπάξει". Βγάζουμε το σκόρδο και προσθέτουμε τα τρία λαχανικά. Σοτάρουμε ανακατεύοντας μαλακά. Μετά από λίγα λεπτά επαναφέρουμε το λουκάνικο στο τηγάνι, ρίχνουμε την τομάτα και την πάστα, ανακατώνουμε, χαμηλώνουμε κι αφήνουμε να σιγοβράσει. Στόχος μας είναι να γίνει μια πηχτή σάλτσα και τα λαχανικά να έχουν μαγειρευτεί al dente- μην παραμαλακώσουν. Συνιστώ προσοχή στο αλάτι γιατί καμιά φορά τα λουκάνικα είναι ήδη αρκετά αλμυρά. Δοκιμάστε κι ανάλογα προσθέστε.





Norfolk Arms Gastro Pub: 28 Leigh St., Bloomsbury

National Gallery Room 29

Charlie Mortdecai


ΥΓ: Αργότερα- έχοντας αγοράσει πια το βιβλίο- έμαθα ότι πέρσι γυρίστηκε ταινία βασισμένη στον χαρακτήρα του Mortdecai με πρωταγωνιστή τον Johnny Depp. Είναι ο τελευταίος ηθοποιός που θα σκεφτόμουν για τον ρόλο. Και καθόλου τυχαία, από κριτικές που διάβασα, η ταινία ήταν μια αποτυχία!

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Τρίπτυχο αφιέρωμα στον τόμο μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση. Μέρος 3ο: Επιδόρπιο

Σε συνέχεια του αφιερώματος μας στον τόμο μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση από τις εκδόσεις Τερζόπουλος,  σήμερα έχουμε το 3ο και τελευταίο μέρος που είναι αφιερωμένο στο επιδόρπιο.

Πριν προχωρήσουμε στη συνταγή, να πούμε ότι το βιβλίο πέρασε στην τελική φάση της ψηφοφορίας για τα βραβεία βιβλίων Public Awards στην κατηγορία ΕΥ ΖΗΝ! Είναι πια ένα από τα 10 βιβλία που διεκδικούν τον τίτλο στην συγκεκριμένη κατηγορία. Για να ψηφίσετε ακολουθήστε το link : εδώ.

Πάμε τώρα στην συνταγή μας, που ήταν μια απολαυστική έκπληξη!

Από το κομμάτι που είναι αφιερωμένο στα γλυκά και τα επιδόρπια δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Από την αρχή είχα αποφασίσει ότι θα έφτιαχνα κάτι με φρούτο μιας και λατρεύω τα γλυκά με φρούτα. Ψάχνοντας από εδώ κι από εκεί έφτασα στο κεφάλαιο με τις κρέπες κι εκεί ανακάλυψα τις κρεπ νορμαντ! Αμέσως κατάλαβα από το όνομα ότι είχαν σχέση με μήλο κι όντως έτσι ήταν.
Αν τις φτιάξετε, που εννοείται ότι θα τις φτιάξετε, μια ωραία ιδέα είναι να τις συνοδέψετε  με λίγο παγωτό βανίλια. Οι κρέπες βγαίνουν από το φούρνο ζεστές ζεστές κι ο συνδυασμός με το παγωτό κάνει ένα αχτύπητο επιδόρπιο!





Κρεπ Νορμαντ
(συνταγή από τον τόμο μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση "Μαγειρική & Ζαχαροπλαστική", εκδ. Τερζόπουλος)






Για 10 κρέπες

115 γρ σκληρό αλεύρι
ελάχιστο αλάτι
1 κουταλιά ζάχαρη
3 αυγά
340 γρ γάλα
ξύσμα από ένα λεμόνι
1 κουταλιά μπράντι
2 κουταλιές λιωμένο βούτυρο
βούτυρο για το τηγάνισμα

Για τη γέμιση
5 μεγάλα μήλα
2 κουταλιές βούτυρο
110 γρ ζάχαρη
1 ξυλάκι κανέλας
2-3 γαρύφαλλα
110 γρ χυμό πορτοκαλιού
ξύσμα από ένα πορτοκάλι
λιωμένο βούτυρο για το άλειμμα
ζάχαρη για πασπάλισμα.

Ετοιμάζουμε τις κρέπες:

Αναμειγνύουμε το αλεύρι με αλάτι και ζάχαρη σε μπολ. Χτυπάμε τα αυγά σε μεγάλο μπολ και προσθέτουμε το γάλα, λίγο ξύσμα και το μπράντυ. Προσθέτουμε το λιωμένο βούτυρο και το μείγμα αλευριού. Ανακατεύουμε το χυλό μέχρι να γίνει λείος, το σκεπάζουμε με πετσέτα κουζίνας και τον αφήνουμε κατά μέρος για 2 ΄ωρες.
Ζεσταίνουμε ένα τηγάνι διαμέτρου 16 εκ. και το αλείφουμε με βούτυρο. Ρίχνουμε 4 κουταλιές από τον χυλό στο τηγάνι, το γέρνουμε να απλωθεί.
Ψήνουμε την κρέπα για ένα λεπτό. Την αναποδογυρίζουμε και την αφήνουμε να ψηθεί για ένα λεπτό ακόμη..
Ψήνουμε το υπόλοιπο χυλό σε δόσεις, βουτυρώνοντας ελαφρά το τηγάνι πριν από κάθε κρέπα.

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.
Κόβουμε τα μήλα σε λεπτές φέτες. Βάζουμε τις φέτες σε κατσαρόλα με το βούτυρο, την ζάχαρη, το ξυλάκι κανέλας, τα γαρύφαλλα και τον χυμό και το ξ΄σμα πορτοκαλιού. Σκεπάζουμε την κατσαρόλα και βράζουμε τα μήλα μέχρι να απορροφήσουν το σιρόπι.
Μοιράζουμε το μείγμα του μήλου στις κρέπες και τις διπλώνουμε με τρόπο ώστε να πάρουν σχή,α φακέλου. Βάζουμε τις κρέπς σε ταψί τις αλείφουμε με βούτυρο και τις πασπαλίζουμε με ζάχαρη
Ψήνουμε τις κρέπες για 12 λεπτά και σερβίρουμε αμέσως.


Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Τρίπτυχο αφιέρωμα στον τόμο μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση. Μέρος 2ο: Κυρίως πιάτο

Σε συνέχεια του αφιερώματος μας στον τόμο μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση από τις εκδόσεις Τερζόπουλος, σήμερα έχουμε το 2ο μέρος που είναι αφιερωμένο στο κυρίως πιάτο.

Ξεφυλλίζοντας τον τόμο ανακάλυψα ότι έχει ένα καταπληκτικό κεφάλαιο αφιερωμένο σε πίτες και τάρτες. Δυσκολεύτηκα λίγο να διαλέξω τι θα έφτιαχνα αλλά επειδή η αγκινάρα είναι της εποχής κι επειδή το μπλογκ (δηλαδή η αυτού ταπεινότης Crispy) αγαπά τόσο πολύ το σπουδαίο αυτό λαχανικό όσο και τις πίτες, διάλεξα τελικά να φτιάξω την αγκιναρόπιτα που προτείνει. Άλλωστε το είχα άχτι τόσα χρόνια να βάλω μια τέτοια πίτα στο μπλογκ! Κι είναι απίστευτη! Όσοι είστε φίλοι της αγκινάρας δοκιμάστε την οπωσδήποτε!






Αγκιναρόπιτα
(συνταγή από τον τόμο μαγειρικής της Χρύσας Παραδείση "Μαγειρική & Ζαχαροπλαστική", εκδ. Τερζόπουλος)





Υλικά:

8 μεγάλες αγκινάρες
τον χυμό από ένα λεμόνι
μερικά φρέσκα κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα
2 κουταλιές βούτυρο
αλάτι & πιπέρι
μερικά κλωνάρια μαϊντανό ψιλοκομμένα
110 γρ. τριμμένη κεφαλογραβιέρα
200 γρ. ανθότυρο
λάδι για άλειμμα
350 γρ φύλλο κρούστας
σουσάμι για πασπάλισμα (προαιρετικά)

Για τη σάλτσα μπεσαμέλ:

1 γεμάτη κουταλιά βούτυρο
4 κοφτές κουταλιές αλεύρι
αλάτι & πιπέρι
225 γρ γάλα
2 αυγά ελαφρά χτυπημένα
τριμμένο μοσχοκάρυδο ή πάπρικα

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς
Καθαρίζουμε τις αγκινάρες, αποκόβουμε μέχρι 2 δάχτυλα από τις άκρες των φύλλων και αφαιρούμε το χνούδι από την καρδιά με κουτάλι. Τις ρίχνουμε αμέσως σε μπωλ με νερό και τον χυμό λεμονιού για να μην μαυρίσουν.
Σοτάρουμε τα κρεμμυδάκια σε τηγάνι με το βούτυρο μέχρι να μαραθούν.
Κόβουμε τις αγκινάρες σε τέταρτα και τις προσθέτουμε στα κρεμμυδάκια. Τα σοτάρουμε όλα μαζί για μερικά λεπτά. Ρίχνουμε λίγο αλάτι και πιπέρι, αρκετό μαϊντανό και μερικές κουταλιές νερό. Αφήνουμε τις αγκινάρες να σιγοβράσουν μέχρι να μαλακώσουν και να μείνουν με το βούτυρο.
Ετοιμάζουμε τη σάλτσα μπεσαμέλ. Ζεσταίνουμε το βούτυρο σε μεγάλη κατσαρόλα και ρίχνουμε το αλεύρι και λίγο αλάτι και πιπε΄ρι. Ανακατεύουμε το μείγμα, ενώ προσθέτουμε σταδιακά το γάλα, τα αυγά κι ελάχιστο μοσχοκάρυδο ή πάπρικα. Όταν πήξει αποσύρουμε την σάλτσα από την φωτιά.
Ρίχνουμε τις αγκινάρες στην σάλτσα μπεσαμέλ. Προσθέτουμε την κεφαλογραβιέρα και το ανθότυρο.
Λαδώνουμε ένα ταψί ορθογώνιο (23x37εκ) ή στρογγυλό (διαμέτρου 30 εκ) και στρώνουμε μέσα τα 2/3 των φύλλων κρούστας, αλείφοντας κάθε φύλλο με λάδι.
Βάζουμε μέσα το μείγμα από τις αγκινάρες και το σκεπάζουμε πρώτα με τα φύλλα που εξέχουν από το ταψί και κατόπιν με τα υπόλοιπα φύλλα αλείφοντας πάντα κάθε φύλλο με λάδι.
Αλείφουμε την επιφάνεια με λάδι, χαράζουμε και ραντίζουμε με νερό. Πασπαλίζουμε με σουσάμι αν θέλουμε. Ψήνουμε περίπου για 40 λεπτά ή μέχρι να ροδίσει.



Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Μέσα Δεκέμβρη

Προχθές την Κυριακή, στην παραλία Αλίμου, είχα πάρει μαζί μου το βιβλίο του αγαπημένου Χαρούκι Μουρακάμι που διαβάζω αυτόν τον καιρό.

Κάπου γράφει: "Ν' αντικρίζεις καθημερινά τόσο πολύ νερό, είναι μάλλον σημαντικό για τα ανθρώπινα όντα. Τα ανθρώπινα όντα είναι μάλλον γενίκευση- ξέρω καλά όμως πως είναι σημαντικό για ένα άτομο: εμένα. Αν περάσει καιρός χωρίς να δω νερό, αισθάνομαι σαν να μου απομυζούν σιγά σιγά κάτι."  




Σήκωσα το βλέμμα προς τον ορίζοντα, αντικρίζοντας το γαλάζιο μιας απαστράπτουσας θάλασσας, τον οικείο όγκο της Αίγινας, τα σκάφη που είχαν βγει στα βαθιά για προπόνηση, τα θεόρατα εμπορικά που κατευθύνονταν στον Πειραιά. Και σκέφτηκα: "Ευτυχώς". Πήρα μια βαθιά ανάσα.

Εκτός από βιβλία συνήθως κουβαλώ μαζί μου και κάτι να φάω. Προχθές είχα μαζί μου μπανάνα και κάτι biscotti σοκολάτας που είχα φτιάξει. Τρώγοντας πρώτα το φρούτο και μετά το μπισκότο μου ήρθαν στο στόμα κι οι δύο γεύσεις. Κι αναρωτήθηκα γιατί τόσο καιρό δεν έχω αναρτήσει εκείνο το υπέροχο σοκολατένιο banana bread! Λοιπόν, ήρθε η σειρά του!

Σοκολατένιο banana bread



Για ορθογώνιο ταψί 20 x 10

Υλικά:

150 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
130 γρ ζάχαρη καστανή
110 γρ ελαιόλαδο
30 γρ κακάο σε σκόνη
2 μεγάλες μπανάνες πολύ ώριμες τις οποίες θα έχουμε λιώσει καλά
1 κεσέ γιαούρτι
2 μεγάλα αυγά
1 κουταλάκι του γλυκού εκχύλισμα βανίλιας
1/2 κουταλάκι μαγειρική σόδα
1 πρέζα αλάτι
50 γρ σταγόνες σοκολάτας
λίγη ζάχαρη άχνη (προαιρετικά)

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Ετοιμάζουμε το ταψί που θα χρησιμοποιήσουμε. Λαδώνουμε καλά την εσωτερική επιφάνεια ή στρώνουμε σε κάθε πλευρά αντικολλητικό χαρτί ψησίματος (προτιμώ το δεύτερο).

Σε ένα μπολ ανακατώνουμε το αλεύρι με το κακάο, τη σόδα και το αλάτι.

Σε άλλο μεγάλο μπολ χτυπάμε για λίγο με τον αβγοδάρτη τη ζάχαρη με το λάδι. Μετά από λίγο προσθέτουμε ένα ένα τα αυγά. Συνεχίζουμε να χτυπάμε. Προσθέτουμε το εκχύλισμα βανίλιας και το γιαούρτι. Μόλις ομογενοποιηθεί το μείγμα προσθέτουμε τις λιωμένες μπανάνες. Ανακατεύουμε λίγο ακόμα και προσθέτουμε το αλεύρι. Ανακατώνουμε μέχρι να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Τέλος προσθέτουμε τις σταγόνες σοκολάτας. Μια μικρή ανάμειξη ακόμα κι είμαστε έτοιμοι. Βάζουμε τη ζύμη στο ταψί και ψήνουμε για 1 ώρα περίπου. Τα γλυκά τύπου bread θέλουν συνήθως παραπάνω ψήσιμο. Ελέγχουμε αν έχει ψηθεί μπήγοντας ένα μαχαίρι στο κέντρο του γλυκού- επειδή έχουμε ρίξει σταγόνες σοκολάτας αυτές συνήθως αφήνουν ίχνη πάνω στο μαχαίρι.

Ξεφουρνίζουμε κι αφήνουμε κάνα δεκάλεπτο το γλυκό να ηρεμήσει (έχει κι αυτό τα νευράκια του...!) και μετά το βγάζουμε από το ταψί. Προαιρετικά ρίχνουμε από πάνω λίγη ζάχαρη άχνη.

Το γλυκό δεν είναι μόνο γευστικά καταπληκτικό αλλά κι η υφη του είναι ιδανική. Θυμίζει gateau moelleux.



Επειδή έχω μείνει πίσω στο μουσικό αφιέρωμα που αποφάσισα να κάνω σε αγαπημένους δίσκους, θα ρίξω δύο σήμερα. Κι οι δύο  είναι από πολύ σημαντικούς κι αγαπημένους πιανίστες της τζαζ.

Πρώτ'απ'όλα από τον σπουδαίο Dave Brubeck, το άλμπουμ "Time Out", στο οποίο ακούγεται και το περίφημο " Take five", ένα τζαζ στάνταρντ που αποκλείεται να μην έχετε ακούσει έστω και μια φορά στη ζωή σας, ακόμα κι αν δεν ακούτε τζαζ! Αγαπώ όλα τα κομμάτια του δίσκου, ιδιαίτερα το πρώτο, το " Blue rondo a la turk".




Ένας άλλος πιανίστας της τζαζ στον οποίο έχω αδυναμία είναι ο McCoy Tyner. Αγαπημένος δίσκος το "The real McCoy", θα πάρετε μια καλή ιδέα από το πανέμορφο παίξιμο του. Κομμάτι- κόλλημα από τον δίσκο το "Contemplation".





ΥΓ: Ελπίζω οι εκδόσεις Ωκεανίδα να μην μου στείλουν κάνα εξώδικο ή μηνυτήρια αναφορά για το μικρό απόσπασμα που αντέγραψα από το βιβλίο του Μουρακάμι! Όχι τίποτε άλλο, αλλά πού να βρίσκεις δικηγόρο τέτοια εποχή. Βλέπετε έχουμε γιορτές, αποχές και λοιπές...συμφορές!



Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Εκκρεμότητες

Ο Μάης κοντεύει να βγει και σε τούτο το (πάντα, μα πάντα) ταπεινών προθέσεων blog δεν έχει αναρτηθεί ούτε μισή συνταγή με αγκινάρες ή σπαράγγια! Επί επτά συναπτά έτη η Crispy τιμούσε με μεγάλη χαρά τα αγαπημένα της ανοιξιάτικα καλούδια αλλά φέτος τα πρόδωσε αν και τα ευχαριστήθηκε ουκ ολίγες φορές μαγειρεύοντας τα. Να όμως, που στην εκπνοή του Μάη (σχεδόν, ας μην υπερβάλλουμε, έχουμε μια εβδομάδα ακόμη) έρχεται με μια συνταγή με σπαράγγια που την ξετρέλανε!



Πίσω πάλι στον α! ενικό γιατί αυτό το γ! ενικό ακούγεται κάπως περίεργα σχιζοφρενικό. Λοιπόν, ξεφυλλίζοντας το πρώτο βιβλίο μαγειρικής* μιας από τις πιο διάσημες food bloggers της Deb Perelman από το πολύ γνωστό blog "Smitten Kitchen" (το οποίο παρεμπιπτόντως αγόρασα πρόπερσι) ανακάλυψα μια σειρά πάρα πολύ καλών συνταγών, ανάμεσα στις οποίες κι η σημερινή. Με κάποιες διαφορές που θα δούμε στη συνέχεια.

Η συνταγή δεν είναι άλλη από πίτσα με σπαράγγια. Απλή αλλά όπως κάθε πίτσα θέλει τη σωστή ζύμη. Η οποία ζύμη δεν φτιάχνεται παρά με τα εξής ταπεινά υλικά: Αλεύρι, νερό, μαγιά, ελάχιστο αλάτι κι ελαιόλαδο. Και τίποτε άλλο! Όσες ζύμες περιέχουν γάλα (!), γιαούρτι(!), ζάχαρη (!έλεος!), ή άλλο είδος αλεύρι δεν είναι ζύμη για πίτσα. Τέλος! Πέστε το ζύμη για τάρτα, για πίτα, για ό,τι θέλετε αλλά όχι για πίτσα. Γιατί βλέπω να αγριεύουν οι Ναπολιτάνοι με αυτά που βλέπουν κι αλίμονο μας.

Πώς φτιάχνεται μια σωστή ζύμη πίτσας;

Πριν χρόνια, είχα γνωρίσει στη Σίφνο έναν Ναπολιτάνο σεφ, τον Γκαετάνο, ο οποίος μου έμαθε πώς να φτιάχνω σωστή καρμπονάρα και πώς να φτιάχνω σωστή ζύμη πίτσας (και πώς να την ψήνω σωστά). Πάμε να δούμε λοιπόν, τι μου δίδαξε ο Γκαετάνο...κι η εμπειρία!

Η αναλογία αλεύρι: νερό είναι πάνω κάτω 2:1. Προσοχή αυτό μπορεί να παίζει ανάλογα με το είδος του αλευριού. Προτιμάμε αλεύρι για όλες τις χρήσεις ή σκληρό αλεύρι, ποτέ όμως μαλακό αλεύρι.

Για παράδειγμα, για μια πίτσα για 4 άτομα που θα ψηθεί σε ταψί διαμέτρου 33-34 εκ. θα χρειαστούμε τα εξής.

1 μεγάλο μεταλλικό μπολ

500 γρ αλεύρι
300 ml χλιαρό νερό (ούτε κρύο, ούτε πολύ ζεστό αλλιώς δεν θα ενεργοποιηθεί η μαγιά)
25 gr νωπή μαγιά
2 κουταλιές εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο
1/2 κουταλάκι γλυκού αλάτι

Ανακατώνετε το αλάτι με το αλεύρι.
Ζεσταίνετε όσο πρέπει το νερό. Το ρίχνετε σε ένα φλιτζάνι, προσθέτετε τη μαγιά, ανακατώνετε και αφήνετε να ηρεμήσει λίγα λεπτά.

Ξεκινάτε να φτιάχνετε τη ζύμη έχοντας πάντα δίπλα σας τη συσκευασία με το αλεύρι (ανοιχτή!)

Ρίχνετε το αλεύρι στο μπολ, φτιάχνετε στη μέση ένα κενό και ρίχνετε εκεί το λάδι. Ρίχνετε και το νερό με τη μαγιά κι αρχίζετε να πλάθετε ζωηρά- πολύ ζωηρά. Σε κάποια φάση θα έχει σχηματιστεί η ζύμη. Την βγάζετε από το μπολ και την τοποθετείτε πάνω σε πάγκο εργασίας και συνεχίζετε να πλάθετε ζωηρά (σχεδόν βίαια). Το πιθανότερο να αρχίσει να κολλά λίγο στα δάχτυλα σας οπότε θα ρίχνετε (λίγο λίγο) αλεύρι. Τη δουλεύετε τουλάχιστον 5-10 λεπτά. Όταν είναι λεία κι εύπλαστη και δεν κολλά στα δάχτυλα, είναι έτοιμη. Ραντίζετε το μπολ με λίγο αλεύρι, βάζετε τη ζύμη μέσα, σκεπάζετε κι αφήνετε κάπου ζεστά, μακριά από ρεύματα, να φουσκώσει. Όσο περισσότερες ώρες μείνει τόσο το καλύτερο. Μία ώρα στην ανάγκη, ένα δίωρο είναι ανεκτό, τρεις ακόμα καλύτερα.

Όταν πια έρθει η ώρα να ψηθεί η πίτσα, αυτό που πρέπει να προσέξετε είναι να έχετε οπωσδήποτε προθερμάνει το φούρνο αρκετή ώρα πριν. Η πίτσα δεν ψήνεται σε μη προθερμασμένο φούρνο! Τουλάχιστον μισή ώρα πριν την ψήσετε θα ανοίξετε το φούρνο στους 250 βαθμούς, αντιστάσεις πάνω & κάτω.

Ανοίγετε την πίτσα με δύο τρόπους:

1) Τον κανονικό: Που σημαίνει ότι αλευρώνετε τον πάγκο εργασίας, βάζετε τη ζύμη επάνω κι αρχίζετε να την ανοίγετε με τον πλάστη σε ένα λεπτό στρογγυλό φύλλο με διάμετρο λίγο μεγαλύτερο των 30 εκ. (Καλά ντε, δεν χρειάζεται να έχετε χάρακα μαζί σας), το οποίο όταν είναι έτοιμο απλώνετε σε καλά λαδωμένο ταψί.

2) Το τεμπέλικο:
Παίρνετε τη ζύμη, τη βάζετε στη μέση του λαδωμένου ταψιού κι αρχίζετε να την ανοίγετε με τα δάχτυλα σας. Πάνω κάτω δουλεύει ο τρόπος αυτός, το μόνο που πρέπει να προσέξετε είναι να έχετε το ίδιο πάχος ζύμης παντού σε όλο το ταψί.
Και μιας και μίλησα για πάχος, να τονίσω ότι οι σωστές πίτσες είναι λεπτές- για να μην πω λεπτότατες!

Όλα αυτά τα περί προετοιμασίας ζύμης πίτσας ακούγονται κάπως κουραστικά, όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κι όχι μόνο η διαδικασία δεν είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα αλλά η σπιτική ζύμη θα δώσει απείρως πιο νόστιμη πίτσα!

Πίσω τώρα στη σημερινή μας πίτσα.

Θα χρειαστούμε επιπλέον:

1 μεγάλη μοτσαρέλα
1 ματσάκι σπαράγγια (250-300 γρ)
1 φρέσκο κρεμμυδάκι κομμένο σε ροδέλες
φρεσκοτριμμένο πιπέρι
 λίγες φλούδες παρμεζάνα

Καθαρίζουμε τα σπαράγγια από τα σκληρά μέρη και τα βράζουμε αυστηρά al dente. (Στο βιβλίο προτιμώνται ωμά κομμένα σε λεπτές, πολύ ψιλές οριζόντιες φέτες). Τα στραγγίζουμε και τα αφήνουμε να κρυώσουν.

Μόλις απλώσουμε την πίτσα στο ταψί, ρίχνουμε από πάνω τα σπαράγγια (κομμένα ή ολόκληρα), το κρεμμυδάκι, την μοτσαρέλα, λίγο πιπέρι και τις φλούδες παρμεζάνας. Ψήνουμε για 10 λεπτά περίπου. Εξαρτάται πόσο καλά έχει κάψει ο φούρνος μας.



*Λίγα λόγια για τα βιβλία μαγειρικής από food bloggers. Είναι πολλοί πια οι food bloggers που βγάζουν δικά τους βιβλία. Αν υπολογίσει κανείς και τα βιβλία που βγάζουν διάσημοι σεφ, αλλά και λιγότερο γνωστοί στο γαστρονομικό χώρο αλλά εξίσου διάσημοι πχ ηθοποιοί, τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο αριθμός των βιβλίων μαγειρικής που εκδίδονται κάθε χρόνο είναι πολύ μεγάλος. Σε όσους αρέσει η αγορά τέτοιων βιβλίων, η επιλογή έχει γίνει δύσκολη γιατί πρέπει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι. Το καλό βιβλίο μαγειρικής πρέπει να αντέχει σε βάθος χρόνου. Που σημαίνει ότι όποιο από αυτά συνεχίζεις να βγάζεις  από το ράφι μετά από πολύ καιρό από την αγορά του, τότε άξιζε τα λεφτά του. Οικονομικοί αλλά κυρίως χωροταξικοί λόγοι με αναγκάζουν πια να είμαι φειδωλή σε αντίστοιχες αγορές. Προχώρησα στην αγορά δύο βιβλίων μαγειρικής από food bloggers μόνο και μόνο επειδή ήταν οι πρώτοι τους οποίους ξεκίνησα να παρακολουθώ- πριν ακόμα ξεκινήσω το δικό μου blog- κι ήταν κι είναι ακόμα σημείο αναφοράς. Το ένα βιβλίο, όπως ήδη ανέφερα, ήταν της Deb Perelman -το βιβλίο είναι κατά κάποιον τρόπο συνέχεια του blog- (εδώ) και το δεύτερο του David Lebovitz -οι γαστρονομικές του περιπέτειες στο Παρίσι (εδώ) . Ευτυχώς και τα δύο βιβλία είναι εξαιρετικά αλλά για διαφορετικούς λόγους. Της Perelman οι συνταγές είναι καταπληκτικές, χωρίς να είναι εξεζητημένες. Ό,τι έχω δοκιμάσει με άφησε απολύτως ικανοποιημένη. Πρέπει να ομολογήσω όμως, ότι δεν με συγκινούν ιδιαίτερα οι πρόλογοι των συνταγών με τα διάφορα προσωπικά δεδομένα που παραθέτει- αν κι η εν λόγω blogger έχει ωραίο χιούμορ-, καταλαβαίνω την αναφορά στα προσωπικά στα blog αλλά σε βιβλίο δεν καταφέρνουν να παίξουν τον ίδιο ρόλο. Αντίθετα οι διηγήσεις του David, προ συνταγών, για τη ζωή του στην Πόλη του Φωτός είναι τόσο συναρπαστικές που θες να πάρεις το επόμενο αεροπλάνο για το Παρίσι! Οι συνταγές είναι καθαρά γαλλικές, παριζιάνικες με τα όλα τους, πλούσιες και πληθωρικές, με τον David να τις διαφοροποιεί κλείνοντας το μάτι στη μαμά Αμερική. Σε αυτό το βιβλίο είχα αναφερθεί σε περσινή ανάρτηση (με συνταγή).
Η επόμενη αγορά μου είναι αυτή. Η Roddy έχει -ασυνήθιστα_ καταπληκτική πρόζα για food blogger, είναι μια Αγγλίδα που ζει στη Ρώμη (η αγαπημένη μου Αιώνια Πόλη) και σε αυτό το βιβλίο ελπίζω να διαβάσω ό,τι αγάπησα από το blog της.


Αυτά! Με αυτά και με αυτά κόντεψε να μπει ο Ιούνης!!!

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Μονταλμπά' και ξερό ψωμί!

Όσοι δεν έχετε διαβάσει τα αστυνομικά βιβλία του Αντρέα Καμιλλέρι , με ήρωα τον Επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο, καλό είναι να ξεκινήσετε. Απ' όσο γνωρίζω, τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα έχουν εκδώσει στα ελληνικά οι Εκδόσεις Πατάκη, κι οι μεταφράσεις είναι αρτιότατες.

Περνάς καλά διαβάζοντας τις ιστορίες του Επιθεωρητή. Πολλές οι υποθέσεις που πρέπει να επιλύσει, εκεί στη μυθική Βιγκάτα, κάπου στα παράλια της Σικελίας. Ναι, ο Μονταλμπάνο είναι Σικελός, ένας αξιαγάπητος φωνακλάς, ξεροκέφαλος, συναισθηματικός, κατά βάθος ευαίσθητος Σικελός. Κι εννοείται καλοφαγάς! (Κάτι σχετικό είχα γράψει: εδώ.)

Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφέρεται συχνά πυκνά στις γαστριμαργικές προτιμήσεις του ήρωα του, τόσο που να προκαλεί σιελόρροια στον αναγνώστη! Στο τελευταίο βιβλίο που διάβασα -για 2η φορά- , "Το άρωμα της νύχτας" (πάντα Εκδόσεις Πατάκη, με εξαιρετική μετάφραση του Φώτου Λαμπρινού) δύο είναι οι συνταγές στις οποίες αναφέρεται εκτενώς. Η πρώτη θυμίζει εκείνη την puttanesca που είχαμε φτιάξει προ ημερών, μόνο που προστίθεται βασιλικός και μία τόσο καυτερή πιπεριά που ο επιθεωρητής βρίσκει το διάολο του!

Στη δεύτερη συνταγή του βιβλίου τα πράγματα είναι πιο ήπια. Είναι ένα πιάτο που έχει ετοιμάσει η Κοντσέττα- ανιψιά της Αντελίνα, της οικιακής βοηθού του Επιθεωρητή. Διαβάζουμε: "Πήρε θάρρος όμως μόλις άνοιξε το φούρνο: η Κοντσέττα του είχε ετοιμάσει ένα πιάτο με πατάτες, απλούστερο, που μπορεί να μην άξιζε φράγκο ή πάρα πολλά, ανάλογα μ' εκείνον που γνώριζε τη δοσολογία και θα έβαζε κρεμμυδάκι και κάπαρη, ελιές ξιδάτες και τσακιστές, αλάτι και πιπέρι."

Ναι, είναι ένα απλούστατο πιάτο. Και ναι, αν βρεις τη σωστή δοσολογία των υλικών, είναι ένα πιάτο θεϊκό. Κι είναι η αποθέωση της μεσογειακής κουζίνας. Απλά, απλούστατα υλικά, cucina povera, η κουζίνα του φτωχού. Επιστροφή στα ταπεινά υλικά.

Στη δική μου δοσολογία, για 2 άτομα - δεν είδα τι έκανε η Κοντσέττα!- χρησιμοποίησα:



4 πατάτες μετρίου μεγέθους, τις οποίες αφού καθάρισα, τις έκοψα σε κομμάτια ούτε πολύ μεγάλα ούτε πολύ μικρά.
1 κουταλιά της σούπας κάπαρη, την οποία άφησα στο νερό για λίγα λεπτά να ξαρμυρίσει
1 μεγάλο λευκό κρεμμύδι που έκοψα σε λεπτές φετούλες
7-8 ελιές Καλαμών (εννοείται χωρίς το κουκούτσι!)
κι αντί για ελιές τσακιστές χρησιμοποίησα ελιές θρούμπες περίπου 7-8 (και σε αυτές βγάζουμε το κουκούτσι!)
Επιπλέον:
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
και πήρα την πρωτοβουλία κι έριξα λίγο θυμάρι- δεν ξέρω τι γνώμη έχει η Κοντσέττα γι' αυτό.

Όλα τα υλικά τοποθετούνται σε ένα ταψί, ανακατώνονται. Προστίθεται λίγο νερό και ψήνεται για όση ώρα χρειαστεί στους 180 βαθμούς. Μόλις πάρουν χρώμα οι πατάτες σκεπάζω με αλουμινόχαρτο. Πότε πότε ρίχνω μια ματιά να δω μήπως θέλει νερό το φαγητό. Ανάλογα προσθέτω.




Μην φάτε το φαγητό χωρίς ψωμί. Η σαλτσούλα που δημιουργείται είναι απίστευτη!

Συνταγή του Επιθεωρητή έχουμε δοκιμάσει κι εδώ. 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Ζύγισε με.

Πριν λίγες μέρες έφτασε στα χέρια μου το νέο βιβλίο του David LebovitzMy Paris Kitchen: Recipes and Stories. Ο David Lebovitz ανήκει στο Top 5 των food bloggers παγκοσμίως. Ήταν για  χρόνια pastry chef στο San Francisco, όμως τα βρόντηξε όλα μια μέρα και πήγε να ζήσει στο Παρίσι.





Μετά από 10 χρόνια στην Πόλη του Φωτός έγραψε αυτό το βιβλίο όπου αποτυπώνονται γλαφυρά οι εμπειρίες του, ως ένας τυπικός Αμερικανός στο Παρίσι, και φυσικά παραθέτει πολλές αγαπημένες του παριζιάνικες -κι όχι μόνο- συνταγές. Είχα ξεκινήσει  να το ξεφυλλίζω και σε κάποια φάση στάθηκα σε μια συγκεκριμένη αναφορά του στο πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονται οι Αμερικανοί την συγγραφή μιας συνταγής σε σχέση με τους Γάλλους. Έδινε ένα παράδειγμα. Στην αμερικάνικη εκδοχή η συνταγή είναι μια γεμάτη παράγραφος, όπου όλα περιγράφονται με την παραμικρή λεπτομέρεια κι όλα ζυγίζονται με ακρίβεια γραμμαρίου, αντίθετα η γαλλική εκδοχή είναι όλη κι όλη...μια σειρά! Στο τέλος γράφει, αναφερόμενος πάντα στη γαλλική εκδοχή-το παραθέτω αυτολεξεί : The word tasse (=φλιτζάνι στα Γαλλικά), would refer to a coffee cup full, a rather imprecise measure that would send most bakers into fits. Εκείνη τη στιγμή ήρθε σχόλιο του Κλεομένη (Slow Chefs) στην προηγούμενη ανάρτηση όπου σχολιάζει ...και καταδικάζει :-) τη χρήση φλιτζανιού ως μονάδα μέτρησης στις συνταγές!

Είναι πολλοί που δυσανασχετούν όταν βλέπουν τον όρο "φλιτζάνι" σε μια συνταγή- παλιότερα δυσανασχετούσα κι εγώ. Ζυγίζοντας με φλιτζάνι όλα γίνονται σχετικά, θολά, ακανόνιστα κι η σχετικότητα πολλούς δυσαρεστεί, γιατί υπολείπεται ακρίβειας. Τι σημαίνει φλιτζάνι; Ποιο φλιτζάνι; Μα όλα τα φλιτζάνια δεν είναι ίδια! Μα ηρεμήστε. Όταν βλέπετε στη συνταγή "φλιτζάνι", απλά να ξέρετε ότι αναφέρεται σε κλασικό φλιτζάνι καφέ φίλτρου (ούτε εσπρέσο, ούτε ελληνικού) που πάνω κάτω αντιστοιχεί σε 250 ml. Αν όλα τα υλικά σε μία συνταγή ζυγίζονται σε φλιτζάνι, τότε χρησιμοποιούμε προφανώς το ίδιο. Δεν αλλάζουμε φλιτζάνια κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης μιας συνταγής. 

Παλιότερα, όταν ρωτούσα τη μητέρα μου λεπτομέρειες μιας συνταγής, όπως για παράδειγμα "Πόσο αλεύρι να βάλω;", η απάντηση της ήταν -κι είναι ακόμα- η πεμπτουσία της ανακρίβειας: "Ε, ξέρεις τώρα, θα το δεις με το μάτι". Το μάτι εκτός από πρόσωπα ζυγίζει και αλεύρι! Και ζάχαρη και γάλα. 
Ο Lebovitz λίγο πιο κάτω αναφέρει ότι οι Γάλλοι φίλοι του τον μαλώνουν όταν τον βλέπουν να κρατά μανιακά σημειώσεις όσο αυτοί μαγειρεύουν. Τον παροτρύνουν να χαλαρώσει, να αφήσει το χαρτί και να προτιμά να μαγειρεύει "au pif" , δηλαδή με τη μύτη. 
Μύτη από τη μια, μάτια από την άλλη, τελικά η μαγειρική είναι περισσότερο θέμα αισθήσεων παρά ...αριθμητικής;

Έχω σήμερα μια συνταγή από το συγκεκριμένο βιβλίο. Είναι το κλασικό γαλλικό πιάτο hachis parmentier αλλά με κοτόπουλο. O Lebovitz έχει δώσει τη δική του εκδοχή αντικαθιστώντας το βοδινό με κοτόπουλο. Πάρα πολύ ωραίο φαγητό, αναντίρρητα σούπερ νόστιμο, ένα comfort food στα καλύτερα του. 

Hachis parmentier με κοτόπουλο
(συνταγή -ελαφρώς αλλαγμένη- από το νέο βιβλίο του David Lebovitz: My Paris Kitchen)





Υλικά για 3-4 άτομα

Για το κοτόπουλο:

300 γρ κοτόπουλο ήδη μαγειρεμένο και κομμένο σε μικρά -πολύ μικρά, εξ ου και ο όρος hachis- κομμάτια. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κοτόπουλο που σας έχει μείνει από κάποιο άλλο φαγητό πχ ψητό στο φούρνο.
2 φλιτζάνια (Α, να τα μας και τα φλιτζάνια!) ζωμό κοτόπουλου
1 καρότο καθαρισμένο και κομμένο σε μικρά κυβάκια
1 κλαράκι σέλινο ψιλοκομμένο
1 μέτριο άσπρο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
λίγο λευκό κρασί (2 κουταλιές)
2/3 φλιτζάνι κατεψυγμένο αρακά (ή φρέσκο)
λίγο φρεσκοκομμένο μαϊντανό
αλάτι
πιπέρι
λίγο αλεύρι (3 κουταλιές κοφτές)
ελαιόλαδο (3-4 κουταλιές)

Για τον πουρέ:

600 γρ πατάτες καθαρισμένες και κομμένες
3 κουταλιές βούτυρο σε θερμοκρασία δωματίου
2 κρόκοι αυγών
αλάτι
πιπέρι
μοσχοκάρυδο

Σε ένα κατσαρολάκι ζεσταίνουμε το ζωμό. Ρίχνουμε σε αυτό καρότα, αρακά, σέλινο και κρεμμύδι. Μαγειρεύουμε για 10 λεπτά περίπου. 
Σε ένα βαθύ τηγάνι ζεσταίνουμε λίγο λάδι. Ρίχνουμε το αλεύρι κι ανακατώνουμε ζωηρά για 1-2 λεπτά. Ρίχνουμε μια κουτάλα ζωμό κι ανακατεύουμε για να μην σβολιάσει. Ρίχνουμε σιγά σιγά τον υπόλοιπο ζωμό. Μαγειρεύουμε μέχρι να πήξει. Τότε προσθέτουμε το κρασί. Αφήνουμε για μισό λεπτό ακόμα και βγάζουμε από τη φωτιά. Προσθέτουμε το κοτόπουλο και τον μαϊντανό, αλάτι και πιπέρι. Ρίχνουμε σε ένα πυρέξ (πχ για την συγκεκριμένη ποσότητα να είναι διαστάσεων 20x20 cm περίπου)

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε νερό ελαφρώς αλατισμένο. Ρίχνουμε τις κομμένες πατάτες και μαγειρεύουμε μέχρι να μαλακώσουν. Τις στραγγίζουμε καλά. Τις μεταφέρουμε πάλι πίσω στην κατσαρόλα και τις αφήνουμε για λίγο πάνω στο ζεστό μάτι να στεγνώσουν τελείως. Τις λιώνουμε. Ρίχνουμε το βούτυρο, λίγο αλάτι και συνεχίζουμε το λιώσιμο. Προσθέτουμε τους κρόκους, πιπέρι και μοσχοκάρυδο κι ανακατεύουμε καλά.

Απλώνουμε τον πουρέ πάνω στο κοτόπουλο και ψήνουμε για μισή ώρα περίπου, μέχρι ο πουρές να αποκτήσει όμορφο καφέ-χρυσαφί χρώμα.









Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Χειμώνας στη Βενετία.

Τη μία και μοναδική φορά που επισκέφτηκα τη Βενετία δεν ήταν χειμώνας αλλά άνοιξη, τέλη Απριλίου. Περίμενα πώς και πώς την επίσκεψη αυτή, ήταν όνειρο ζωής, κι όταν έφτασα κι άρχισα να περιπλανιέμαι στα σοκάκια και τα κανάλια της πόλης ήθελα να κλάψω από χαρά κι από λύπη. Από τη μια ήμουν πολύ συγκινημένη, το βλέμμα μου δεν χόρταινε τόση ομορφιά. Από την άλλη η φυσική αγοραφοβία μου χτύπησε κόκκινο εκείνη την ημέρα! Δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου, τόσο πολλούς τουρίστες μαζεμένους σε μια πόλη, είχες την εντύπωση ότι οι μισές Ηνωμένες Πολιτείες είχαν έρθει διακοπές στη Βενετία! Μόλις έφτασα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, ένιωσα ότι ο κόσμος αυτόματα είχε υπερδιπλασιαστεί. Αναρωτήθηκα πώς να αισθάνονταν οι ίδιοι οι Βενετσιάνοι βλέποντας όχι μόνο το νερό, αλλά κι όλη αυτή τη λαοθάλασσα να πνίγει την πόλη τους. 'Εφυγα με την υπόσχεση ότι θα επέστρεφα κάποτε αλλά θα ήταν φθινόπωρο ή χειμώνας. Εποχές που άλλωστε ταιριάζουν πιο όμορφα ως σκηνικό αυτής της μοναδικής πόλης.

Λίγο καιρό μετά την επίσκεψη αυτή, η φίλη μου η Μαρία μου έκανε δώρο ένα βιβλίο μαγειρικής με τίτλο "Βενετία, συνταγές και όνειρα". Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Τέσσα Κύρου (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τερζόπουλος).



Έχω τρέλα μεγάλη με τα θεματολογικά βιβλία μαγειρικής. Αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Ξεφυλλίζοντας το σχεδόν αισθάνεσαι την υγρασία της πόλης να σε τυλίγει, τις γεύσεις της στο στόμα σου, τα χρώματα της να παίζουν μπροστά στα μάτια σου, κάθε σελίδα και μια βόλτα στα κανάλια της πόλης. Το έχω ξεφυλλίσει άπειρες φορές από τότε που το απέκτησα, έμαθα για όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την βενετσιάνικη κουζίνα αλλά κατεβάζοντας το προ ημερών από τη βιβλιοθήκη για άλλο ένα απολαυστικό ξεφύλλισμα, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα επιχειρήσει να μαγειρέψω κάτι από αυτό. Καιρός ήταν! Έκανε και κρύο!

Pasta & fagioli
Σούπα με ζυμαρικά και φασόλια
(Συνταγή -ελαφρά αλλαγμένη- από το βιβλίο "Βενετία-συνταγές κι όνειρα-"' της Τέσσας Κύρου)



Υλικά για 4 άτομα

300 γρ φασόλια ξερά μετρίου μεγέθους που θα έχουμε μουλιάσει για λίγες ώρες.
1 καρότο
1 κλωνάρι σέλινο
1 σκελίδα σκόρδο
1 κρεμμύδι καθαρισμένο ολόκληρο
1 κρεμμύδι καθαρισμένο και ψιλοκομμένο
120 γρ μπέικον - να μην είναι σε φέτες, να είναι ένα κομμάτι ολόκληρο το οποίο θα κόψετε σε κυβάκια (εγώ χρησιμοποίησα σύγλινο*)
λίγο ψιλοκομμένο δεντρολίβανο (φρέσκο)
1 καυτερή πιπερίτσα
100 γρ ζυμαρικά τύπου ταλιατέλες ή παπαρδέλες
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
λίγες φλούδες από παρμεζάνα ή πεκορίνο


Στραγγίζετε τα ήδη μουλιασμένα φασόλια. Σε μια κατσαρόλα βάζετε τα φασόλια με το ολόκληρο κρεμμύδι, το σκόρδο (ολόκληρο κι αυτό), το καρότο και το σέλινο και συμπληρώνετε με 1,5 - 2 λίτρα νερό. Αφήνετε να πάρει μια καλή βράση σε δυνατή φωτιά. Χαμηλώνετε και αφήνετε τα φασόλια να σιγοβράσουν για 1 ώρα περίπου. Πότε πότε ρίχνετε μια ματιά μήπως χρειάζεται νερό. Αν όντως χρειάζεται, προσθέτετε λίγο ζεστό νερό (πάντα ζεστό!). Στο τέλος τα φασόλια θα πρέπει να έχουν χυλώσει όμορφα.
Εν τω μεταξύ σε ένα βαθύ τηγάνι ζεσταίνετε λίγο λάδι. Σε αυτό σοτάρετε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι με το μπέικον (ή σύγλινο). Σοτάρετε μέχρι να μαλακώσει το κρεμμύδι και να πάρει ένα ελαφρύ χρώμα- προσοχή μην το κάψετε πολύ. Προσθέτετε το δεντρολίβανο και την καυτερή πιπερίτσα, αλατοπιπερώνετε, ανακατεύετε κι αφήνετε στην άκρη.
Όταν τα φασόλια είναι έτοιμα, θα αφαιρέσετε από την κατσαρόλα το κρεμμύδι, το σκόρδο, το σέλινο και το καρότο. Με μια τρυπητή κουτάλα βγάζετε τα μισά φασόλια και τα ρίχνετε στο τηγάνι με το σοταρισμένο κρεμμύδι. Ανακατώνετε τα υλικά. Βγάζετε με την τρυπητή κουτάλα τα υπόλοιπα φασόλια και τα λιώνετε στο μπλέντερ. 
Βάζετε την κατσαρόλα πάλι πάνω στη φωτιά. Επιστρέφετε τα λιωμένα φασόλια στην κατσαρόλα, ανακατώνετε με το ζωμό που έχει μείνει. Επίσης προσθέτετε τα φασόλια με το σοταρισμένο κρεμμύδι. Ανακατώνετε και αφήνετε να πάρει μια βράση. Αν είναι πολύ πηχτή η σούπα ρίχνετε λίγο ζεστό νερό να αραιώσει όσο θέλετε.
Παίρνετε τις ταλιατέλες (τα 100 γρ είναι περίπου 6 φωλιές) και τις σπάτε με τα χέρια



Προσθέτετε τις σπασμένες ταλιατέλες στη σούπα και βράζετε για 5-6 λεπτά ακόμα μέχρι να μαγειρευτεί al dente το ζυμαρικό. Δοκιμάζετε και διορθώνετε το αλάτι.
Η σούπα σερβίρεται αμέσως με λίγες φλούδες παρμεζάνα ή πεκορίνο και μερικές σταγόνες εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο.

Είναι ιδανική για τις κρύες μέρες του χειμώνα που ήδη είναι εδώ. Το απόλυτο comfort food κι από τα ωραιότερα πιάτα με όσπρια που έχω δοκιμάσει στη ζωή μου.



*Τώρα τελευταία χρησιμοποιώ αρκετά συχνά σύγλινο αντί για μπέικον. Ομολογώ ότι μέχρι και carbonara έχω φτιάξει κι ήταν (να με συγχωρούν οι αγαπημένοι φίλοι Ιταλοί) ...άπαιχτη!



Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Έγκλημα και μαγειρική!

Όσοι επισκέπετεστε συχνά το μπλογκ θα γνωρίζετε την αδυναμία μου στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Όλα ξεκίνησαν όταν δώδεκα ετών ''έκλεψα'' από τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου τα ''Άπαντα του Σέρλοκ Χόλμς''. Ήταν μοναδική εμπειρία η γνωριμία με αυτόν τον εκκεντρικό ντετέκτιβ. Μέχρι τότε οι μυθιστορηματικοί ήρωες που είχα γνωρίσει ξεπηδούσαν από τα βιβλία του Ιουλίου Βερν (ναι υπήρξε μια εποχή που τα παιδιά διάβαζαν τις ''20000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα'' και ''Τα παιδιά του πλοίαρχου Γκραντ'') . Μετά γνώρισα τους διάφορους, επαγγελματίες ή μη, ντετέκτιβ της Άγκαθα Κρίστι κι αργότερα έπεσα στα βαθιά, διασχίζοντας τον Ατλαντικό και συναντώντας τους αρχετυπικούς ήρωες των Ρέιμοντ Τσάντλερ και Ντάσιελ Χάμετ.

Πάλι πίσω στην Ευρώπη, γνώρισα τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, τον Τζων Ρέμπους, τον Πέπε Καρβάλιο, τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο, τον επιθεωρητή Γουέξφορντ, τον επιθεωρητή Άνταμ Νταλγκλίς, τον αξεπέραστο Φάμπιο Μοντάλ, τον αστυνόμο Μπραϊμ Λομπ, τον δικό μας αστυνόμο Χαρίτο, και τώρα τελευταία όλους εκείνους τους Σκανδιναβούς από τον Βαργκ Βέουμ ως τον Πωλ Γελμ. Ο κατάλογος συμπληρώνεται από ήρωες που επαγγελματικά δεν είναι αστυνομικοί ή ντετέκτιβ, αλλά κάτω από ορισμένες καταστάσεις καλούνται να διαλευκάνουν κάποιο έγκλημα. Αυτοί είναι κυρίως συγγραφείς ή δημοσιογράφοι, χαρακτηριστικό και διάσημο πια παράδειγμα ο Μίκαελ Μπλουμκβιστ ήρωας του Στιγκ Λάρσον στην περίφημη πια τριλογία του Μιλένιουμ.

Τον πρώτο καιρό, διαβάζοντας όλα εκείνα τα αστυνομικά μυθιστορήματα το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η λύση του μυστηρίου. Σιγά σιγά όμως και καθώς περνούσαν τα χρόνια άρχισα να ενδιαφέρομαι περισσότερο για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Ποιος ήταν στ' αλήθεια; Ποιες ήταν οι συνήθειες του; Είχε οικογένεια; Ήταν μοναχικός τύπος; Τι έτρωγε; Το τελευταίο μου έγινε εμμονή κι άρχισα να ψάχνω στις σελίδες των βιβλίων αναφορές στις γαστριμαργικές συνήθειες των διωκτών του εγκλήματος. Αθεράπευτος γκουρμέ και σοκολατομανής ο Ερκύλ Πουαρό, ο Μαιγκρέ τιμά με υπερηφάνεια τη γνήσια γαλλική κουζίνα της (αφανούς) συζύγου, ο Φιλ Μάρλοου απολαμβάνει ζουμερά στέικ που τα κατεβάζει με μπέρμπον, ο Χαρίτος τρελαίνεται για τα γεμιστά της γυναίκας του, ο Ρέμπους  ρουφά ακάθεκτος την πολλοστή IPA του, οι Σκανδιναβοί πίνουν τόνους καφέ. Έχω καταλήξει ότι οι πιο γκουρμέ ήταν τρεις και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κι οι τρεις ήταν Μεσόγειοι.

1. Ο Φαμπιό Μοντάλ ο τραγικός ήρωας του σπουδαίου Ζαν-Κλωντ Ιζζό (σας συνιστώ ανεπιφύλακτα την τριλογία της Μασσαλίας). Σε αρκετά σημεία των βιβλίων υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα όπου σχεδόν παρατίθενται συνταγές της Νοτίου Γαλλίας και φυσικά ο Φαμπιό δεν κρύβει την αδυναμία του στα ροζέ κρασιά της περιοχής.
2. Ο επιθεωρητή Μονταλμπάνο του Αντρέα Καμιλέρι. Κάπου στη Σικελία, στη φανταστική πόλη Βιγκάτα, ο πολύς Σάλβο τρώει όλα τα καλούδια του κόσμου -τρελαίνεται για μπαρμπούνια- κι εμάς μας τρέχουν τα σάλια από τις περιγραφές των εδεσμάτων. Δεν θυμάμαι σε ποιο βιβλίο της σειράς συμβαίνει, αλλά κάθε 2-3 σελίδες υπάρχει περιγραφή φαγητού!
3. Ο Πέπε Καρβάλιο, ο οποίος υπήρξε η αφορμή γι' αυτήν την ανάρτηση! Βλέπετε, ο δημιουργός του, ο εξαιρετικός Ισπανός συγγραφέας Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν έκλεισε πρόσφατα δέκα χρόνια απουσίας από τον μάταιο τούτο κόσμο. Τι να πει κανείς για τον Πέπε και τις γαστριμαργικές του συνήθειες! Ο εν λόγω κύριος είναι στην κυριολεξία ο Φεράν Αντριά της αστυνομικής λογοτεχνίας. Τυγχάνει να έχω ένα βιβλίο των εκδόσεων Μεταίχμιο, όπου ο συγγραφέας παραθέτει μαζεμένες όλες τις συνταγές (η ισπανική κουζίνα στο απόγειο της) που έχουν μαγειρευτεί (ή φαγωθεί) από τον ήρωα του. Στο εξώφυλλο διαβάζουμε το αγαπημένο μότο του Πέπε: ''Κανένα ανθρώπινο ον αδιάφορο μπροστά στο φαγητό δεν είναι άξιο εμπιστοσύνης''. Πιστεύω ότι συμφωνείτε!

Από τις συνταγές του βιβλίου διάλεξα την πιο εύκολη και πιο βατή - δηλαδή υλικά που μπορούμε να βρούμε εύκολα εδώ και σε συνδυασμούς που δεν προκαλούν απορία (πχ πικάντικο ρύζι με κουνέλι...και σαλιγκάρια). Επίσης κατά κάποιον τρόπο κλείνω την τριλογία ισπανικών πιάτων με πατάτες:

Patatas bravas
Patatas a lo pobre
και....

Patatas a la Riojana
(Παραλλαγή συνταγής από το βιβλίο του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ''Οι συνταγές του Πέπε Καρβάλιο'', εκδ. Μεταίχμιο)





Υλικά για 4 άτομα

3/4 κιλού πατάτες (περίπου 4 μέτριες)
250 γρ τσορίθο (θα ζητήσετε ολόκληρο κομμάτι το οποίο θα κόψετε εσείς σε μεγάλες πλάγιες φέτες)
1 μεγάλο κρεμμύδι ή 2 μετρίου μεγέθους
3 ώριμες ντομάτες
3 πιπεριές πράσινες ή κόκκινες
λάδι
αλάτι
1 ποτήρι καλό ζωμό (προαιρετικά)

Κόβετε το τσορίθο σε πλάγιες φέτες
Καθαρίζετε και κόβετε τις πατάτες σε χοντρά κομμάτια.
Καθαρίζετε και τρίβετε τις ντομάτες.
Καθαρίζετε και κόβετε τις πιπεριές σε λωρίδες .
Καθαρίζετε το κρεμμύδι και το ψιλοκόβετε.
Σε λάδι που καίει καλά σοτάρετε το τσορίθο. Το βγάζετε και στο ίδιο λάδι σοτάρετε τα κρεμμύδια. Μόλις πάρουν χρώμα προσθέτετε τις ντομάτες, τις πατάτες, το λουκάνικο και τις πιπεριές.  Ανακατώνετε, προσθέτετε ένα ποτήρι νερό ή ζωμό, αλατίζετε, σκεπάζετε κι αφήνετε το φαγητό να σιγοβράσει μέχρι να μαλακώσουν οι πατάτες. Καλό είναι το φαγητό να μην είναι πολύ στεγνό όταν είναι έτοιμο.




Την συνταγή την πρωτάκουσα παρακολουθώντας το καλοκαίρι μια ωραιότατη ισπανική αστυνομική σειρά, Los misterios de Laura. Η Λάουρα είναι μια πανέξυπνη αστυνομικός που λύνει διάφορες μυστήριες υποθέσεις. Κι επιτέλους, να μια πρωταγωνίστρια που δεν είναι σέξι, ψηλή, εντυπωσιακή, πανέμορφη, καλοχτενισμένη όπως αυτές που βλέπουμε στις αντίστοιχες αμερικάνικες σειρές. Η Λάουρα είναι απλή, φορά Ζάρα (!), τις περισσότερες φορές δεν προλαβαίνει να χτενιστεί, έχει χιούμορ. Α, παίζει κι ένας κούκλος ονόματι Οριόλ Ταρασσόν , ο Χιου Τζάκμαν της Ισπανίας!!!
Σε κάποιο επεισόδιο, η Λάουρα ερευνά την κουζίνα ενός σπιτιού και της λέει η μαμά της που τη συνοδεύει ''Ωραία κουζίνα'', ''Μπα'' , της λέει η Λάουρα κλείνοντας μια ντουλάπα που έχει μόλις επιθεωρήσει, ''Δεν υπάρχουν υλικά για να φτιάξω τις αγαπημένες μου Patatas a la Riojana''!



Η Λάουρα με εκείνον τον κούκλο βοηθό που λεγαμε!



Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Σκηνές ενός φθινοπώρου

Ενός φθινοπώρου που δεν λέει να ξεκινήσει φέτος! Από τη μια απολαμβάνουμε την παρατεταμένη ζέστη, συνεχίζουμε απτόητες τα μπάνια στη θάλασσα, συνεχίζουμε -ω τι χαρά!- να φοράμε τα αγαπημένα μας flip-flops, γλιτώνουμε -προσωρινά- την αγορά πετρελαίου θέρμανσης, .....
....Από την άλλη όμως,  αν δεν κρυώσει λίγο ο καιρός, δεν θα σταματήσει η άνιση μάχη με τα κουνούπια,  δεν θα μπορέσουμε να απολαύσουμε ένα πληθωρικό ρόφημα ζεστής σοκολάτας, δεν θα μπορέσουμε να φορέσουμε τα αγαπημένα πολύχρωμα κασκόλ μας, δεν θα μπορέσουμε να αράξουμε στην πολυθρόνα τυλιγμένες με μια πλεχτή κουβέρτα, να σιγοπίνουμε ένα εξαιρετικό και συνάμα τονωτικό τσάι, να διαβάζουμε κάποιο αγαπημένο βιβλίο κι ενίοτε να σηκώνουμε το βλέμμα στο παράθυρο όπου έξω θα μαίνεται καταιγίδα φοβερή.... 
Έφτασε στη μέση λοιπόν το φετινό φθινόπωρο και προσπαθούμε να πιάσουμε κάτι από τη γλυκόπικρη μελαγχολία του:

Οι κλασσικοί συγγραφείς μας λένε πως οι μυστηριώδεις δυνάμεις του φθινοπώρου δημιουργούν ξηρότητα στον παράδεισο και μέταλλο στη γη. Στο γευστικό πεδίο δημιουργούν την αψάδα.Το συναίσθημα που δημιουργούν είναι η λύπη.Τη λύπη δεν μπορεί κανείς να την κρατήσει μακριά, αλλά ούτε και πολύ κοντά του για καιρό.
Όποιο απ' τα δύο κι αν προσπαθήσει κανείς θα οδηγηθεί σε εμμονή.Για κάποιον που πενθεί μαγειρέψτε με σχινόπρασσο, πιπερόριζα, κόλιαντρο και δεντρολίβανο.Σε αυτά ανήκει η αψάδα, που τραβάει τη θλίψη από το σώμα και την απελευθερώνει στον αέρα.


Λιανγκ Γουέι, ο τελευταίος Κινέζος σεφ




Είναι ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο ''Ο τελευταίος Κινέζος σεφ'' της Νικόλ Μόουνς που στα ελληνικά εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μελάνι.  Αψάδα λοιπόν! Να ποια είναι η επίγευση του φθινοπώρου. Και για να αντιμετωπίσουμε τη λύπη τα φαγητά μας πρέπει να αρωματίζονται με : σχοινόπρασσο , πιπερόριζα, κόλιαντρο, δεντρολίβανο. Περισσότερη εντύπωση κάνει η αναφορά στον  κόλιαντρο, όχι για άλλον λόγο αλλά  διότι μετά από πολύ καιρό τον ξανασυναντήσαμε από τις  αρχές φθινοπώρου στις λαϊκές! Όχι τυχαία η επανεμφάνιση του τέτοια εποχή!



Έφυγε κι η κα. Χαραμή..... Πριν χρόνια μου είχαν κάνει δώρο ένα υπέροχο βιβλίο της με τίτλο ''Κόκκορας κρασάτος'' κι υπότιτλο ''Ο  οίνος ως έδεσμα'' από τις εκδόσεις Libro. Κάθε συνταγή του βιβλίου απαιτούσε την παρουσία κρασιού στα υλικά του. Υπέροχα γραμμένο βιβλίο, οι συνταγές του οποίου δεν συνοδεύονταν από φωτογραφίες αλλά ξεφυλλίζοντας το έπεφτες πάνω σε όμορφους πολύχρωμους πίνακες του Ι. Κόττη με ανάλογο θέμα. Δυστυχώς δεν βγαίνουν πια τέτοια βιβλία μαγειρικής. Τουτέστιν βιβλία μαγειρικής πολύ ξεχωριστά και με πολύ στυλ. 
Εδώ είχα παρουσιάσει μια συνταγή από το συγκεκριμένο βιβλίο.

Και ξαφνικά εν μέσω του φθινοπώρου:

Με το απογευματινό μας espresso τρώμε οπωσδήποτε 1-2 πουράκια Caprice με μαύρη σοκολάτα.




Και μας έπιασε πάλι μανία -μετά από πολλά χρόνια- με τα ......κοκ! Ένα γλυκό το οποίο σημάδεψε την εφηβεία μας - μετά από κάθε επίσκεψη στο γιατρό ήταν το δώρο-παρηγοριά από τους γονείς!! Αλήθεια εσείς είχατε εκείνη την συνήθεια να το τρώτε σε δύο φάσεις; Πρώτα το πάνω μέρος με τη σοκολάτα και μετά το κάτω μέρος με την κρέμα! Εμείς ακόμα με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο επιμένουμε να το απολαμβάνουμε! 


Και σύμφωνα με τα δελτία καιρού κάτι αχνοφαίνεται στον ορίζοντα του φθινοπώρου...


Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

To catch a.... quiche!

Η γαλλική ριβιέρα είχε την τιμητική της τις τελευταίες μέρες. Από τη μια οι αγώνες της Φόρμουλα 1 - félicitations στον συμπατριώτη κι ομορφόπαιδο -να τα λέμε αυτά!!- Mark Webber- από την άλλη είχαμε ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον κινηματογραφικό φεστιβάλ των Καννών με θριαμβευτή τον σπουδαίο Αυστριακό σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε - félicitations Μίκαελ!
Σε εκείνα τα μέρη λοιπόν, στη γαλλική ριβιέρα, ο μέγας μετρ του τρόμου , ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, είχε γυρίσει μια από τις πιο  -ας πούμε- ανάλαφρες ταινίες του ''To catch a thief'' (ελ.τίτλος: ''Το κυνήγι του κλέφτη'') .


 Έχοντας ως πρωταγωνιστικό δίδυμο δύο από τους πλέον αγαπημένους του ηθοποιούς , τον Κάρι Γκραντ και την Γκρέις  Κέλλυ, στήνει μια ιστορία στην οποία αποθεώνεται περισσότερο η ομορφιά του τοπίου παρά η όποια μυστηριώδης πλοκή η οποία έχει ως εξής:



 Στην Κυανή Ακτή πέφτει επιδημία κλοπών κοσμημάτων πλουσίων γυναικών κι οι υποψίες στρέφονται στη ''Γάτα'' , τον Τζον Ρόμπι , ο οποίος κάποτε υπήρξε διαβόητος κλέφτης κοσμημάτων αλλά τώρα πια έχει αποσυρθεί.  Ο Τζον προσπαθεί να βρει τον πραγματικό ένοχο και στο δρόμο του συναντά μια πανέμορφη Αμερικανίδα η οποία τον ερωτεύεται και επίσης έναν συμπαθέστατο Άγγλο, υπάλληλο της ασφαλιστικής εταιρίας Lloyds , ο οποίος αποφασίζει -για το καλό της εταιρίας-  να συνεργαστεί με ένα πρώην κλέφτη για να πιάσει τον νυν κλέφτη.




 Όταν συναντιούνται ο Τζον Ρόμπι με τον υπάλληλο της Lloyds στη βίλα του πρώτου για να συζητήσουν πώς θα πιάσουν τον κλέφτη, η καλή του οικονόμος έχει ετοιμάσει μεταξύ άλλων κι ένα πιάτο Quiche Lorraine. ''Δοκίμασε'' , λέει ο Τζον στον Άγγλο, ''Η Ζερμαίν φτιάχνει το καλύτερο quiche''. Δοκιμάζει ο Άγγλος κι αναφωνεί ''Όντως ....η ζύμη του είναι πανάλαφρη''



Λοιπόν, έψαξα στα κιτάπια μου και σας παρουσιάζω σήμερα μια quiche lorraine κλασική, γαλλικότατη , όπως εμφανίζεται στην ταινία και της οποίας η ζύμη είναι ....as light as air!

Quiche Lorraine
(Από την ταινία ''To catch a thief'')
2012: Gourmet cinema
Μάιος 





Υλικά

Για τη ζύμη (Pâte brisée)*

200 γρ αλεύρι
1 πρέζα αλάτι
90 γρ βούτυρο πολύ κρύο, κομμένο σε κομμάτια
1 αυγό
20 ml πολύ κρύο νερό


Για τη γέμιση

200 γρ λαρδί (ή καπνιστό μπέικον μιας και το λαρδί δεν συνηθίζεται στα μέρη μας)
3 αυγά
250 ml γάλα
200 ml κρέμα γάλακτος
150 γρ τυρί εμεντάλ τριμμένο
αλάτι
πιπέρι
μοσχοκάρυδο (1 πρέζα)

Προετοιμασία της ζύμης
Σε μια λεκάνη ανακατεύετε το αλεύρι με το αλάτι. Προσθέτετε το βούτυρο (κομμένο σε κομμάτια αλλά πάντα πολύ κρύο. Αν θέλετε μπορείτε να το κόψετε και να το βάλετε στο ψυγείο για λίγα λεπτά ακόμη πριν το χρησιμοποιήσετε). Ζυμώνετε με την άκρη των δακτύλων πολύ απαλά μέχρι το μίγμα να αποκτήσει τη μορφή θρυμμάτων. Προσθέτετε το αυγό το οποίο θα έχετε ήδη χτυπήσει καλά με το κρύο νερό. Ζυμώνετε μέχρι να αποκτήσετε μια ομοιογενή ζύμη- όσο πιο γρήγορα γίνει αυτό τόσο το καλύτερο. Τυλίγετε τη ζύμη με μεμβράνη και την βάζετε στο ψυγείο για μία ώρα τουλάχιστον. Αφού περάσει ο ενδεδειγμένος  χρόνος, σε αλευρωμένη επιφάνεια και με τη βοήθεια του πλάστη ανοίγετε τη ζύμη σε φύλλο ομοιογενούς πάχους.



 Απλώνετε το φύλλο σε ταψί καλά βουτυρωμένο, αφαιρείτε ό,τι περισσεύει από τα άκρα, τρυπάτε τη βάση με ένα πιρούνι και βάζετε το ταψί στο ψυγείο για μισή ώρα τουλάχιστον. Προθερμαίνετε τον φούρνο στους 160 βαθμούς.  Βγάζετε από το ψυγείο το ταψί με τη ζύμη, την οποία σκεπάζετε με αντικολλητικό χαρτί . Πάνω στο χαρτί βάζετε  ξερά φασόλια (ή...γίγαντες αν έχετε ξεμείνει από φασόλια!) και ψήνετε για μισή ώρα περίπου. Αφού τη βγάλετε από το φούρνο αφήστε την αν κρυώσει λίγο πριν τη γεμίσετε.

mama quiche & baby quiche ready to be baked!

ΥΓ: Αν σας μείνει ζύμη, μην την πετάξετε , φτιάξτε mini quiches!

Προετοιμασία της γέμισης
Σε ένα αντικολλητικό τηγάνι σοτάρετε καλά αλλά χωρίς λάδι το κομμένο σε κομμάτια μπέικον (ή λαρδί). Σε μια γαβάθα θα ανακατέψετε πολύ καλά το γάλα, την κρέμα και τα αυγά. Προσθέτετε το τυρί κι έπειτα το μπέικον , το πιπέρι και το μοσχοκάρυδο. Ανακατεύετε.

Ρίχνετε τη γέμιση πάνω στην ήδη ψημένη ζύμη και την απλώνετε ομοιόμορφα. Όση ζύμη περισσεύει προς το χείλος, αφαιρέστε την. Η ζύμη κι η γέμιση πρέπει να έχουν το ίδιο ύψος. Ψήνετε για 30 λεπτά περίπου μέχρι να αποκτήσει η quiche ένα πανέμορφο χρυσό χρώμα.

*Η συγκεκριμένη pâte brisée είναι η καλύτερη, η ευκολότερη κι η πιο ανάλαφρη που έχω φτιάξει. Την βρήκα σε βιβλίο που αγόρασα από πρόσφατο ταξίδι στο Παρίσι κι ονομάζεται ''Atelier tartes , salé + sucré''. Η συγγραφέας Catherine Kluger άφησε τη δικηγορία κι άνοιξε τη δική της boulangerie στο 3ο arrondissement του Παρισιού όπου κάνει αυτό που αγαπούσε πάντα: Να ψήνει τάρτες!


Καλό καλοκαίρι από αύριο!




Η ανάρτηση είναι η 5η στα πλαίσια του φετινού αφιερώματος σε πιάτα από τον κινηματογράφο. Εδώ οι 4 προηγούμενες αναρτήσεις του αφιερώματος.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

In vinum...

 .....veritas? Στο κρασί θα ψάξουμε την αλήθεια; Μπορεί. Προς το παρόν, τα νέα από τον ελληνικό οινικό χώρο είναι καλά κι ενθαρρυντικά. Από ενθουσιώδεις κριτικές για κάποια πολύ ιδιαίτερα κρασιά μας έως τις πολύ δυναμικές επιχειρηματικές δραστηριότητες οινικών συνεταιρισμών , όλα όσα ακούμε και διαβάζουμε μας κάνουν να χαμογελούμε.  Επίσης όλα δείχνουν ότι η αλήθεια, τουλάχιστον για τα ταπεινά ελληνικά δεδομένα, κρύβεται στις γοητευτικές γηγενείς μας ποικιλίες. Όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσουν για ξινόμαυρο ή ασύρτικο, οι ξένοι οινογνώστες παραληρούν!
Και μετά..
Καμιά φορά η αλήθεια κρύβεται ....στην βιβλιοθήκη σου! Εκτός από το προφανές της χαοτικής κι άναρχης...δόμησης της -αυτά παθαίνεις όταν βαριέσαι να βάλεις το κάθε βιβλίο στη σωστή του θέση- όταν αποφασίζεις να βάλεις μια τάξη επιτέλους, ανακαλύπτεις ξεχασμένους θησαυρούς! Έτσι τις προάλλες , η υποφαινόμενη εκτός από ένα λογοτεχνικό βιβλίο που της χρησίμευσε σε μια εργασία (κι είχε ξεχάσει τελείως ότι βρισκόταν στη βιβλιοθήκη της), βρέθηκε μπροστά σε ένα βιβλίο μαγειρικής που είχε αγοράσει προ αμνημονεύτων ετών. Ήταν την εποχή που η μαγειρική δεν είχε γίνει ακόμη το εθνικό μας σπορ και τα αντίστοιχα βιβλία δεν έβγαιναν με την σέσουλα. Λίγα και διαλεχτά. Όπως το βιβλίο για το οποίο θέλω να σας μιλήσω : ''Κόκκορας κρασάτος'' της Μαρίας Χαραμή, μιας δημοσιογράφου της οποίας την ιδιοσυγκρασιακή δουλειά, κείμενα και γνώσεις και κυρίως αγάπη για την γαστρονομία θαυμάζω απεριόριστα. Στο βιβλίο αυτό όλες οι συνταγές περιέχουν κρασί. Όμορφο βιβλίο, πέρα από την άμεση και σχεδόν λακωνική γραφή της κας. Χαραμή, περιέχει αντί για φωτογραφίες των εδεσμάτων, πίνακες του Ι. Κόττη. Πραγματικά ένα εμπνευσμένο βιβλίο που γράφτηκε με κεντρικό άξονα το κρασί. Χάρηκα πολύ που το ξαναβρήκα.
Έφτιαξα μια συνταγή από αυτό, αλλάζοντας λίγο το ένα βασικό υλικό και κάποιες ποσότητες. Το αποτέλεσμα; Προέκυψαν οι πιο νόστιμες χοιρινές μπριζόλες που έχω φτιάξει εδώ και πολύ καιρό!

Χοιρινές μπριζόλες με σάλτσα πορτοκαλιού κι ελιές θρούμπες
(διασκευασμένη συνταγή από το βιβλίο ''Κόκκορας κρασάτος'')



Για 4 άτομα

4 χοιρινές μπριζόλες
150 ml λευκό κρασί μοσχοφίλερο
το χυμό 2 πορτοκαλιών
ξύσμα ενός πορτοκαλιού
25-30 ελιές θρούμπες (εγώ βρήκα σχεδόν ανάλατες. Αν χρησιμοποιήσετε αλατισμένες αφήστε τις για μισή ώρα στο νερό πριν τις βάλετε στο φαγητό)
λάδι
αλάτι
πιπέρι

Ζεσταίνουμε καλά λίγο λάδι σε βαθύ τηγάνι. Πλένουμε και σκουπίζουμε τις μπριζόλες. Τις σωτάρουμε καλά για λίγα λεπτά κι από τις δύο πλευρές. Σβήνουμε με το κρασί και χαμηλώνουμε τη φωτιά. Όταν μείνει πια η μισή ποσότητα από το κρασί, ρίχνουμε το χυμό πορτοκάλι και σκεπάζουμε το τηγάνι. Αφήνουμε το φαγητό να σιγομαγειρευτεί για 45 λεπτά περίπου. Εν τω μεταξύ αφαιρούμε τα κουκούτσια από τις ελιές. Σημείωση:  Η συνταγή προτείνει ελιές τσακιστές, εγώ όμως προτίμησα ελιές θρούμπες γιατί κάνουν ωραίο ''παιχνίδι'' με το πορτοκάλι. Στην αρχή πίστευα ότι η αφαίρεση κουκουτσιών από τις θρούμπες θα ήταν μπελάς αλλά τελικά αποδείχτηκε εύκολη υπόθεση. Τις χαράσσω από τη μια μεριά, τις πιέζω από την άλλη κι απελευθερώνεται το κουκούτσι. Και μια και μιλάμε για ελιές θρούμπες, έχω βρει βιολογικές απίστευτα γευστικές από τη Θάσο, μία μία διαλεχτές και σχεδόν ανάλατες! Της εταιρίας ''Βελουϊτίνος''. Ρίξτε μια ματιά εδώ. Καιρός να γυρίσουμε πίσω στο φαγητό. Αφού περάσουν τα 45 λεπτά, ρίχνουμε το ξύσμα, τις ελιές κι αρκετό φρεσκο-χοντροκομμένο πιπέρι, λίγο αλάτι, λίγο νερό αν χρειαστεί, σκεπάζουμε και συνεχίζουμε το μαγείρεμα για 30 λεπτά ακόμη, πάντα σε χαμηλή φωτιά. Το συνοδεύουμε με ό,τι τραβά η όρεξη μας, ζυμαρικά, ρύζι, πατάτες, σαλάτα. Προσοχή! Η σάλτσα είναι μια πραγματική απόλαυση!