Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gastro talks. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gastro talks. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται

Τις προάλλες διάβαζα την συνέντευξη μιας Αμερικανίδας food writer, η οποία δραστηριοποιείται στην Ιταλία, και την ρώτησαν πού οφείλει την επιτυχία της και τι χρειάζεται να κάνει κάποιος για να γίνει το ίδιο επιτυχημένος. Η απάντηση της ήταν η εξής: "Να είναι ικανός και να αντέχει να κοιμάται το πολύ τρεις ώρες την ημέρα". Η απάντηση της μ' έβαλε σε σκέψεις. Όχι για το γεγονός ότι ούτως ή άλλως δεν μπορώ να βγάλω την μέρα έχοντας κοιμηθεί μόλις τρεις ώρες, τουτέστιν δεν θα γίνω ποτέ πετυχημένη food writer, αλλά περισσότερο για την εντυπωσιακή "εισβολή" των Αμερικανών στο food writing, η οποία ουσιαστικά έχει γίνει δική τους υπόθεση- με την εξαίρεση κάποιων Βρετανών. Παρακολουθώ αρκετούς/αρκετές του είδους, όπως επίσης το food section αρκετών αμερικάνικων εφημερίδων (σε απόλυτη κυριαρχία εκείνο των NYTimes), γνωστά site, πασίγνωστα προσωπικά blog και πάει λέγοντας. Θα έλεγες ότι ένα ολόκληρο έθνος μαγειρεύει κι οι περισσότεροι έχουν μπει σε μια σχεδόν εξαντλητική κούρσα, να ξεχωρίσουν, να γίνουν οι καλύτεροι, να γίνουν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Παρακολουθώντας τα instagram τους θα έλεγες ότι οι μέρες τους έχουν 34 ώρες αντί για τις δικές μας ταπεινές 24. Ενώ εσύ είσαι ακόμα στη διαδικασία του ξυπνήματος πίνοντας καφέ με μισό μάτι ανοιγμένο και γυρνώντας με πιτζάμες σαν ζόμπι περιμένοντας να σε πιάσει η καφεΐνη, εκείνοι/εκείνες έχουν ήδη γυρίσει από ένα τζόγκινγκ 5-10 χιλιομέτρων, έχουν πλυθεί, ντυθεί, μακιγιαριστεί, χτενιστεί, έχουν στείλει τα παιδιά στο σχολείο, έχουν απαντήσει σε όλα τα mail, έχουν κάνει την 100στή δοκιμή στο φαγητό που θα παρουσιάσουν, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τα deadline, γράφουν σε fb.,instagram, site, εφημερίδες, ετοιμάζουν το επόμενο βιβλίο τους, πάνε για καφέ, brunch, lunch, δείπνο, club, μελετούν, τρέχουν σε παρουσιάσεις και στο τέλος της μέρας- εν τω μεταξύ εσύ δεν έχεις το κουράγιο ούτε το πρόσωπο να καθαρίσεις με λίγο miscellaire- είναι ατσαλάκωτοι/ες. Και λεπτοί/ές σαν να είναι όλοι/ες δρομείς μεσαίων-μεγάλων αποστάσεων- με την εξαίρεση της Deb Perelman aka Smitten Kitchen, η οποία είναι από τις ελάχιστες chubby και δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτό και μπράβο της.
 Η αλήθεια είναι ότι οι Αμερικανοί έχουν αλλάξει τα δεδομένα του παιχνιδιού στο food writing και γενικότερα σε ό,τι αφορά τα γαστρονομικά trend, τις τάσεις. Τα μεγαλύτερα ονόματα είναι πια πέραν του Ατλαντικού, πάντα με την εξαίρεση κάποιων Βρετανών. Οι Αμερικανοί επιτέλους ανακάλυψαν πώς να εκμεταλλευτούν με τον καλύτερο τρόπο τα πλεονεκτήματα της πολυπολιτισμικής χώρας τους. Βέβαια καμιά φορά υπερβάλλουν, αλλά ούτως ή άλλως η υπερβολή είναι ένα κυρίαρχο στοιχείο τους ως έθνος. Αρκετοί δραστηριοποιούνται εκτός συνόρων, έχοντας ζήσει αλλού, γράφουν για τις γαστρονομικές τους εμπειρίες στις χώρες που τους φιλοξενούν. Ιδιαίτερα στην Ιταλία, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Αμερικανών (και γενικά αγγλόφωνων) food writer που γράφουν εξειδικευμένα, ακόμα και για περιοχές της χώρας που ήταν άγνωστες γαστρονομικά! Το ίδιο και για άλλες χώρες και πιστεύω ότι είναι ζήτημα χρόνου να δούμε Αμερικανό/ίδα food writer να γράφει για την ελληνική γαστρονομία (εκτός κι αν έχει ήδη εκδοθεί κάτι κι εγώ δεν το γνωρίζω-ενημερώστε με!).
Γυρνώντας στην food writer που ανέφερα στην αρχή, στη συνέντευξη της τόνισε αρκετές φορές ότι είναι σημαντική η συνεχής μελέτη, η εκπαίδευση, η απόκτηση γνώσεων για το αντικείμενο που σε ενδιαφέρει. Δεν έχω παρά να συμφωνήσω μαζί της και βλέπω ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών food writer που παρακολουθώ είναι πολύ καλοί συγγραφείς, τα βιβλία τους, εκτός από συνταγές διαθέτουν και υψηλής αισθητικής πρόζα, κείμενα γραμμένα με γλαφυρό, ενδιαφέροντα τρόπο, ενίοτε φλύαρα και με τάση αυτοπροβολής αλλά κι αυτά τα δύο στοιχεία, φλυαρία κι αυτοπροβολή, είναι χαρακτηριστικό των κατά τ' άλλα ανήσυχων γαστρονομικά Αμερικανών.

Ας πάμε στη συνταγή μας, η οποία δεν χρήζει πρωτοτυπίας, όμως είναι ιδανική για τις κρύες μέρες του χειμώνα κι όταν θέλουμε μια διαφορετική εκδοχή της κλασικής κοτόσουπας. Είχα βρει την αρχική συνταγή στα αρχεία του food section της Washington Post, αλλά άλλαξα τα βασικά σημεία της εκτέλεσης και κάποιων υλικών.

Κόκκινη κοτόσουπα με φιδέ.



Για 4 άτομα

1/2 κοτόπουλο βιολογικό ή ελεύθερης βοσκής.
6 φλιτζάνια (τουλάχιστον) ζωμό από το κοτόπουλο το οποίο έχουμε βράσει
1/2 πακέτο φιδέ (ή 6 "φωλιές")
2 1/2 κουταλιές σούπας καλή πάστα τομάτας
1 λευκό κρεμμύδι
1 μέτριο καρότο
λίγο σέλερι
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο

Βράζουμε το κοτόπουλο όσο χρειάζεται κι υπολογίζουμε ότι ο ζωμός από αυτό θα είναι γύρω στα 2,5-3 λίτρα.
Βγάζουμε το κοτόπουλο, αφήνουμε να κρυώσει, ξεκοκαλίζουμε, κόβουμε σε μικρά κομμάτια, αφήνουμε στην άκρη.
Σουρώνουμε τον ζωμό κι από αυτόν παίρνουμε ένα ποτήρι στο οποίο διαλύουμε την πάστα τομάτας
Ψιλοκόβουμε πολύ καλά την τριάδα κρεμμύδι-καρότο-σέλερι.
Σε μία κατσαρόλα βάζουμε λίγο ελαιόλαδο το οποίο ζεσταίνουμε σε χαμηλή-μέτρια φωτιά. Ρίχνουμε σε αυτό την ψιλοκομμένη τριάδα (κρεμμύδι-καρότο-σέλερι) και σοτάρουμε για κάποια λεπτά. Μόλις μαλακώσουν, ανεβάζουμε κατά ένα βαθμό τη φωτιά. Ρίχνουμε τον φιδέ -σπασμένο- και ανακατεύουμε. Αφήνουμε να "τηγανιστεί" για λίγα λεπτά, έτσι ώστε να αρχίσει να σκουραίνει ελαφρώς. Ρίχνουμε τον ζωμό + το ποτήρι του ζωμού στο οποίο έχουμε διαλύσει την πάστα τομάτας. Ρίχνουμε αλάτι (προσοχή σε αυτό αν έχουμε ηδη ρίξει στον ζωμό) και πιπέρι. Αφήνουμε να πάρει μια βράση το φαγητό και να μαγειρευτεί για λίγα λεπτά ακόμη- ο φιδές ήδη έχει μαγειρευτεί ελαφρώς με το "τηγάνισμα".
Σερβίρουμε, ενώ σε κάθε πιάτο μαζί με τη σούπα μοιράζουμε το κρέας.


ΥΓ: Ένα ολόκληρο χρόνο παιδεύομαι να αποφασίσω τι θα κάνω με το μπλογκ. Η παραμονή στην πλατφόρμα blogger δίνει ελάχιστες ευκαιρίες βελτίωσης (σχεδόν μηδενικές), ενώ η μετάβαση στο wordpress απαιτεί κόπο (διαθέτω), χρόνο (δεν πολυδιαθέτω) και χρήμα (το οποίο δεν έχω πρόθεση να διαθέσω από τη στιγμή που -πια- δεν βγάζω κάποια χρήματα από αυτό). Έτσι αποφάσισα να αφήσω τα πράγματα ως έχουν, με αυτήν την ...πρωτόγονη μορφή και να αναρτώ όταν έχω κάποιο θέμα προς συζήτηση. Οι συνταγές που έχω μαζέψει είναι πολλές. Οι περισσότερες θα μπαίνουν πια στο fb ως ανάρτηση εκεί, κι όπως είπα αν έχω κάτι να συζητήσουμε θα αφήνω και κάποια εδώ.



Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Τα κάναμε σαλάτα

Προ ημερών περνούσα από ένα εστιατόριο των νοτίων προαστίων κι είδα να έχει σταματήσει απ'έξω φορτηγό γνωστής εταιρίας που ειδικεύεται στη συσκευασία έτοιμων σαλατών και να ξεφορτώνει πακέτα με ...έτοιμες σαλάτες. Εντάξει, δικαίωμα του εστιατορίου είναι να φέρνει έτοιμες σαλάτες κι η συγκεκριμένη εταιρία απ' ό,τι βλέπω στο σουπερμάρκετ είναι ιδιαίτερα αγαπητή και γενικώς δεν έχω πρόβλημα, άλλωστε στο συγκεκριμένο εστιατόριο δεν πηγαίνω.  Η όλη σκηνή όμως  με έκανε να θυμηθώ κάποια δυσάρεστα περιστατικά σε εστιατόρια, τα οποία περιστατικά έχουν σχέση με σαλάτες.

Πριν κάποια χρόνια είχα ζητήσει σαλάτα χωριάτικη αλλά χωρίς τη φέτα πάνω πάνω (μιας και δεν την τρώω) και σε ένα λεπτό είχε έρθει μπροστά μου έτοιμη χωριάτικη κομμένη μερικές ώρες πριν από την οποία απλώς είχαν αφαιρέσει τη φέτα, κι από την οποία είχαν μείνει κάτι τρίμματα και φυσικά τα λαχανικά είχαν ποτίσει με το "ζουμί" της, προς μεγάλη μου δυσφορία, απογοήτευση κι εκνευρισμό!

Μιαν άλλη φορά, σε άλλη ταβέρνα, η σαλάτα ήρθε πιο κρύα κι από σορμπέ φράουλα, έτοιμη, κομμένη και χωμένη στο ψυγείο από το πρωί κι εμείς, αφού τη φάγαμε και μας "έφαγε", μέχρι το άλλο πρωί είχαμε ένα θέμα που προέκυψε χάρη στην παγωμένη κι αλλοιωμένη σαλάτα κι ευτυχώς στη Χώρα του νησιού υπήρχε φαρμακείο ανοιχτό.

Μεμονωμένες περιπτώσεις που όμως σε κάνουν καχύποπτο και φτάνεις στο σημείο να απολαμβάνεις σαλάτα μόνο στα εστιατόρια που αποδεδειγμένα έχεις διαπιστώσει ότι είναι εξαιρετικές γιατί τις φτιάχνουν εκείνη την ώρα! Κι όχι από το πρωί ως αγγαρεία. Τα λαχανικά είναι φρεκοκομμένα, σφιχτά, τραγανά. Πόσο δύσκολο είναι να ετοιμάσεις μια σαλάτα; Πόσο χρόνο θα σε πάρει; Και στη σαλάτα μπορείς να είσαι δημιουργικός κι ευφάνταστος, δεν χρειάζεται να τις σνομπάρεις, γιατί αν είναι να τις έχεις δευτεράτζες καλύτερα βγάλ' τες από τον κατάλογο.

Πάμε όμως σιγά σιγά στο σημερινό πιάτο. Το οποίο είναι ένα κρύο πιάτο με ζυμαρικά. Δεν θα χρησιμοποιήσω πια τον όρο "μακαρονοσαλάτα", ο οποίος όρος, όπως μου επεσήμανε ο Κλεομένης σε προηγούμενη ανάρτηση  είναι εντελώς άκυρος και συμφωνώ. Από εδώ και πέρα θα δηλώνεται ως πιάτο με ζυμαρικά και θα επισημαίνεται ότι είναι ένα κρύο πιάτο.

Και κάτι άλλο σε σχέση με τα ζυμαρικά. Βλέπω-με 40 βαθμούς έξω, το επισημαίνω!!- από εδώ κι από εκεί να ετοιμάζετε πιάτα με ζυμαρικά τίγκα στα μπέικον, τις κρέμες γάλακτος και τα λιωμένα τυριά! ΣΤΟΠ! Το καλοκαίρι, τα πιάτα με ζυμαρικά θέλουν μια légèreté που λένε κι οι Γάλλοι! Αφήστε τέτοια "βαριά" υλικά για το χειμώνα κι ετοιμάστε κάτι σαν αυτό:


Fusilli με μπουκιές κοτόπουλου και καλοκαιρινά λαχανικά (κρύο πιάτο)



Για 2 άτομα

1 φιλέτο κοτόπουλο
1 τομάτα μεγάλη
1 πιπεριά πράσινη
1 κόκκινο κρεμμύδι
1 μικρό αγγούρι
λίγες ελιές Καλαμών ή/και πράσινες
χυμός ενός λεμονιού
ρίγανη
αλάτι
ελαιόλαδο




Κόβουμε το κοτόπουλο σε μπουκιές. Σε ένα μπολ ανακατώνουμε το λεμόνι με λίγο ελαιόλαδο, άφθονη ρίγανη κι αλάτι. Ρίχνουμε το κοτόπουλο και το αφήνουμε να μαριναριστεί για λίγη ώρα (20 λεπτά)

Εν τω μεταξύ βράζουμε αυστηρά al dente τα ζυμαρικά, τα σουρώνουμε, τα βάζουμε σε ένα μπολ, ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο και τα αφήνουμε να κρυώσουν.

Κόβουμε την τομάτα σε λεπτές ροδέλες. Σε ένα ταψί στρώνουμε αντικολλητικό χαρτί, βάζουμε τις ροδέλες, λίγο αλάτι, ρίγανη κι ελαιόλαδο, και ψήνουμε στο γκριλ του φούρνου, για 10 λεπτά περίπου μέχρι να αρχίσουν να στεγνώνουν.

Σε ένα τηγάνι ρίχνουμε το κοτόπουλο με την μαρινάδα και τηγανίζουμε για λίγα λεπτά μέχρι να ψηθεί το κρέας και να σωθούν τα υγρά.

Μέχρι να κρυώσουν οι τομάτες, τα ζυμαρικά και το κοτόπουλο, κόβουμε τα υπόλοιπα λαχανικά. Την πιπεριά σε λεπτές φέτες, το αγγούρι σε κυβάκια, το κρεμμύδι σε ροδέλες.

Ανακατώνουμε όλα τα υλικά μαζί σε μια πιατέλα προσθέτοντας λίγο ελαιόλαδο, αλάτι, κι αν θέλουμε λίγο λεμόνι.




 Το πιάτο συνοδεύτηκε  όχι με ψωμί αλλά με κάτι καταπληκτικά παξιμάδια από την Αστυπάλαια. Τα παξιμάδια Ηλιάνα τα ανακάλυψα την προηγούμενη φορά που ήμουν στο νησί. Είναι πάρα πολύ νόστιμα ιδιαίτερα αυτά που είναι φτιαγμένα με χλωρή και σαφράν. Τα βρίσκω και εδώ στην Αθήνα (συγκεκριμένα στα ΑΒ) ευτυχώς!

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Τα (τε)τριμμένα

Η γραβιέρα Τήνου κι οι πράσινες ελιές θα είναι η φετινή μου καταδίκη. Σε κιλά! Αλλά δεν με νοιάζει. Έχω πάψει προ πολλού να υποτάσσομαι στην "δικτατορία των κιλών". Όμως, με αφορμή κάποια περίπτωση Ελληνίδας δημοσιογράφου που ήρθε πάλι στη δημοσιότητα αυτές τις μέρες, θα σας πω μια μικρή ιστορία. Θα σας πω πώς ξεκίνησα να έχω μπελάδες με την "δικτατορία των κιλών". Γύρω στα 20 μου χρόνια, ήμουν 50 κιλά με 1,65 μ. ύψος. Ήμουν αδύνατη προς κανονική. Ήταν καλοκαίρι και με μια ξαδέρφη μου, κλασική κοκαλιάρα παιδιόθεν, πήγαμε στο Δήλεσι στο εξοχικό ενός θείου μου. Στη θάλασσα, άρχισα να ακούω διάφορα από συγγενείς και φίλους. "Πώς είσαι έτσι, δεν κοιτάς την Π που είναι αδύνατη", προφανώς ήταν αστεία, αθώα πειράγματα, δεν ξέρω, αλλά εγώ στράβωσα με το σώμα μου. Μετά από λίγο καιρό ξεκίνησα μια εξωφρενική δίαιτα που με έφερε στα 40 κιλά και το σώμα μου σε έκτακτη ανάγκη. Μου πήρε 3-4 μήνες να δω το φως κι αληθινό κι αυτό χάρη στην επέμβαση των γονιών μου. Αλλά από εκεί και πέρα άρχισε μια κακή σχέση με τα κιλά που αυξομειώνονταν συνέχεια, εγώ δεν έβρισκα την ηρεμία μου, το βάρος μου μού έγινε έμμονη ιδέα για χρόνια, μέχρι που μια ωραία πρωία, κουρασμένη πια, τα έστειλα όλα στο διάολο κι είπα δεν ασχολούμαι άλλο πια. Και παραδόξως τα πράγματα ισορρόπησαν. Ηρέμησα εγώ, ηρέμησε και το σώμα μου. Πού θέλω να καταλήξω. Οι οπαδοί της "δικτατορίας των κιλών", προσέξτε καλά πού απευθύνετε τις βολές σας. Δεν ξέρετε πώς θα αντιδράσει ο άλλος.

Πάλι πίσω στη γραβιέρα Τήνου. Την θεωρώ μακράν, την καλύτερη ελληνική γραβιέρα, την πιο ευρωπαϊκή, την πιο chic, την πιο νόστιμη, την ιδανικότερη. Φέτος διαπίστωσα ότι σιγά σιγά, ξεκινώντας από το κλασικό τέταρτο του κιλού που αγόραζα έχω φτάσει στο σημείο να αγοράζω μισό κιλό τη φορά! Δεν θα αργήσει η μέρα που θα πάω και θα ζητήσω όλο το κεφάλι!!!
Απλά την λατρεύω.


Όπως λάτρεψα κι αυτήν την ομελέτα-φριτάτα που έφτιαξα με την συγκεκριμένη γραβιέρα. Μια ομελέτα όπου όλα τα υλικά είναι τριμμένα- εκτός βέβαια από τα αυγά που είναι χτυπημένα!

Όσο την αφήνεις και κρυώνει, τόσο πιο ωραία γίνεται, μάλιστα κομμένη σε μικρά κομμάτια μπορεί να την πάρει κανείς μαζί του σε πικ νικ για παράδειγμα!

Φριτάτα με πατάτα τριμμένη και γραβιέρα Τήνου




Υλικά για 2-4 άτομα

2 μεσαίου μεγέθους πατάτες ή μία μεγάλη
1 λευκό κρεμμύδι
1 σκελίδα σκόρδο
100 γρ γραβιέρα Τήνου
4 μεγάλα αυγά
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι


Καθαρίζουμε και τρίβουμε στον χοντρό τρίφτη την πατάτα. Στύβουμε την τριμμένη πατάτα για να φύγουν όσο το δυνατόν περισσότερα υγρά. Στον ίδιο τρίφτη τρίβουμε το κρεμμύδι.
Σε ψιλό τρίφτη τρίβουμε το σκόρδο -ή το ψιλοκόβουμε.
Ανακατώνουμε σε ένα μπολ τα τρία υλικά.

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 150 βαθμούς.


Σε ένα τηγάνι που μπαίνει στον φούρνο ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο και το βάζουμε πάνω σε μέτρια φωτιά. Ρίχνουμε τα τρία υλικά, σοτάρουμε για λίγο και ρίχνουμε λίγο αλάτι. Με μια ξύλινη σπάτουλα βοηθάμε τα υλικά να απλωθούν ομοιόμορφα στο τηγάνι. Σκεπάζουμε το τηγάνι κι αφήνουμε να μαγειρευτούν για 5-6 λεπτά. Ρίχνουμε πότε πότε καμιά ματιά κι ανακατώνουμε ελαφρώς.

Εν τω μεταξύ τρίβουμε και το τυρί. Χτυπάμε τα αυγά  και ρίχνουμε σε αυτά το τυρί.

Ρίχνουμε τα αυγά στο τηγάνι ενώ με ένα πιρούνι "ανοίγουμε" χώρο στην πατάτα έτσι ώστε το μείγμα αυγά-τυρί να πάει παντού. Πιπερώνουμε και φουρνίζουμε την ομελέτα. Ψήνουμε για 15 λεπτά μέχρι να πάρει ένα όμορφο χρυσό-καφέ χρώμα. Ξεφουρνίζουμε, την αφήνουμε να ηρεμήσει και την βγάζουμε από το τηγάνι.




Εννοείται ότι η όλη διαδικασία μπορεί να γίνει και στο μάτι της κουζίνας, εκτός φούρνου. Χρησιμοποιούμε αντικολλητικό τηγάνι σε αυτήν την περίπτωση.

Σερβίρεται με μια κρύα μπύρα. Γιατί όχι μπύρα ΝΉΣΟΣ που κατάγεται κι αυτή από την Τήνο!




Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

O Mark κι εγώ.

Ο κος. Μαρκ δεν είναι άλλος από τον Mark Bittman του οποίου τις συνταγές έμαθα να αγαπώ μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες της New York Times. Ήμουν φανατική- ηλεκτρονική- αναγνώστρια του αμερικάνικου γαστρονομικού περιοδικού Saveur μέχρι που άλλαξε διεύθυνση (έγινε κάπως χίπστερ, αν ήθελα κάτι ανάλογο φίλοι συντάκτες του Saveur, θα ξεφύλλιζα το απίστευτα βαρετό food section του kinfolk, ευχαριστώ) και το site έγινε βαρύ κι ασήκωτο-ακόμα και τώρα δεν φορτώνει εύκολα. Για να κρατήσω επαφή με τα γαστρονομικά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, άρχισα να επισκέπτομαι blog, τα οποία ήταν ακόμα πιο βαρετά κι από το kinfolk, βαρέθηκα μέχρι και blog με ιστορία και παράδοση (εντάξει κορίτσια κι αγόρια, το εμπεδώσαμε ότι είστε ευτυχισμένοι. αλλά κάτι θεολογικά, φιλοσοφικά επιπέδου Κοέλιο ή πολύ προσωπικά τι τα θέλετε;). Έτσι άρχισα να παρακολουθώ το section Food / Wine της ΝΥΤ κι ενθουσιάστηκα, μέχρι και τις κριτικές για τα εστιατόρια της Νέας Υόρκης διάβαζα, αλλά κάποτε συνειδητοποίησα ότι ήταν χαμένος κόπος- το ταξίδι στο Μεγάλο Μήλο είχε γίνει εν τω μεταξύ όνειρο θερινής νυχτός. Αλλά δεν ήταν καθόλου χαμένος κόπος να ανακαλύπτω τις συνταγές που πρότεινε το γαστρονομικό τιμ της εφημερίδας! Και κάπου εκεί άρχισα να παρακολουθώ τις συνταγές του κου. Bittman, κι ειλικρινά ό,τι έχω δοκιμάσει είναι απλό, εύκολο και κυρίως εκπληκτικό! Αυτό είναι που μου αρέσει στις συνταγές της συγκεκριμένης εφημερίδας. Ωραίες, απλές χωρίς εξεζητημένα στοιχεία, εύκολες και με τον τρόπο τους μοναδικές.

Πού ήθελα να καταλήξω (γιατί στο τέλος από την πολυλογία θα γίνω πιο βαρετή κι από το kinfolk). Ότι ο κος. Bittman δεν γράφει πια για την ΝΥΤ -νομίζω από πέρσι- αλλά ευτυχώς οι συνταγές του εμφανίζονται συχνά πυκνά στη σελίδα της εφημερίδας για φαγητό στο facebook. Τις προάλλες έκανε την εμφάνιση του μια συνταγή του για banana bread με καρύδα τη στιγμή ακριβώς που 3 μπανάνες έπνεαν τα λοίσθια κι εμείς θα φεύγαμε για λίγες μέρες.

Μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα να συνδυάσω μπανάνα και καρύδα, μου αρέσουν έτσι κι αλλιώς τα κέικ τύπου bread. Αποφάσισα να το φτιάξω κάνοντας την εξής σημαντική αλλαγή: Αντί για βούτυρο χρησιμοποίησα ελαιόλαδο. Κι επίσης πρόσθεσα λίγη μαγειρική σόδα. Α, και δεν έβαλα καρύδια γιατί βαριόμουν να σπάσω μερικά (είμαι από εκείνους που δεν αγοράζουν έτοιμο σπασμένο καρύδι...αλλά κατά τ'άλλα βαριέμαι να το σπάσω...το άσπαστο...!!!)

Το αποτέλεσμα ήταν το ωραιότερο, το πιο νόστιμο, το πιο ιδανικό σε υφή banana bread που έχω φτιάξει. Το πήρα μαζί μου σε 8ωρο ταξιδι με πλοίο και μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας δεν είχε μείνει ψίχουλο!

Το έφτιαξα πάλι προχθές. ΔΕΝ ΤΟ ΧΟΡΤΑΙΝΩ!

Banana bread με καρύδα (ελαφρώς πειραγμένη συνταγή του Mark Bittman)



Για ορθογώνιο ταψί διαστάσεων 10 x 20 εκ.

100 γρ ελαιόλαδο
2 μεγάλες και πολύ ώριμες μπανάνες (ή 3 μεσαίου μεγέθους)
1 1/2 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/2 φλιτζάνι αλεύρι ολικής αλέσεως
3/4 φλιτζάνι ζάχαρη
1 κουταλάκι γλυκού baking powder
1/2 κουταλάκι γλυκού μαγειρική σόδα
1 πρέζα αλάτι
2 μεγάλα αυγά
1 κουταλάκι εκχύλισμα βανίλιας
2/3 φλιτζάνι καρύδα

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Λαδώνουμε καλά το ταψί κι αν θέλουμε το ντύνουμε με αντικολλητικό χαρτί (βοηθά)

Λιώνουμε πολύ καλά τις μπανάνες.

Ανακατώνουμε όλα τα στεγνά υλικά μαζί. Αλεύρι, καρύδα, baking powder, σόδα, αλάτι αλλά όχι τη ζάχαρη. Την ζάχαρη θα την βάλουμε σε άλλο μεγάλο μπολ με το ελαιόλαδο και θα χτυπήσουμε με αβγοδάρτη για λίγα λεπτά. Προσθέτουμε τα αυγά και συνεχίζουμε για λίγο το χτύπημα. Προσθέτουμε τις μπανάνες και το εκχύλισμα βανίλιας. Ανακατώνουμε για λίγο και προσθέτουμε τα στεγνά υλικά. Ανακατεύουμε με μια σπάτουλα για να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Το ρίχνουμε στο ταψί και ψήνουμε για 50 λεπτά περίπου. Τα κέικ τύπου bread πάντα αργούν να ψηθούν. Προσοχή μην μας πάρει κατά τη διάρκεια του ψησίματος. Μόλις πάρει χρώμα σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο. Με τη βοήθεια ενός μαχαιριού τσεκάρουμε να δούμε αν έχει ψηθεί και στο εσωτερικό. Λόγω της μπανάνας το μαχαίρι δεν θα βγαίνει ολοκάθαρο, οπότε προσοχή μην παραψηθεί.

Βγάζουμε από το φούρνο κι αφήνουμε να κρυώσει λίγο πριν το βγάλουμε από το ταψί.





Τα άλλα banana bread της Crispy:
εδώ
κι εδώ


ΥΓ: 'Νταξ οι φωτό είναι επιεικώς άθλιες. Αλλά πάλι καλά, γιατί από την άλλη θα κινδύνευα να με προσλάβει το kinfolk!!!

Α, και κάτι άσχετο. Μήπως γίνεται να σταματήσουμε να βάζουμε μπροστά στα ονόματα ξένων εφημερίδων άρθρα εκτός από εκείνο του θηλυκού γένους (Η εφημερίδα); Βλέπετε, θεωρώ ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε σε τι γένος αντιστοιχούν τα ουσιαστικά που χρησιμοποιούνται στις ονομασίες ξένων εφημερίδων. Η Γκάρντιαν, Η Βελτ, Η Κορριέρε κοκ μια χαρά ακούγεται κι αχ, βαχ, σας παρακαλώ αφήστε ήσυχο τον άμοιρο τον Γκάρντιαν!! #kati_dika_mou

ΥΓ2: Κι αν όλα πάνε καλά (ας πούμε, δεν μου κάνει μήνυση το kinfolk) θα σας αποκαλύψω κάποτε μια συνταγή του Mark, επιτομή της απλότητας , της γρηγοράδας και της νοστιμιάς εννοείται!

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Τρώμε καλά (;)

Τις προάλλες ήμουν στο λεωφορείο όρθια, πίσω από τον οδηγό ο οποίος είχε πιάσει κουβέντα με έναν φίλο του που βρισκόταν δίπλα του. Ο οδηγός έλεγε στο φίλο του ότι ο αδερφός του είχε πάει στα Χανιά κι είχε βρεθεί μπροστά στο φρικτό θέαμα να βλέπει Έλληνες να τρώνε, όλο κι όλο (άκουσον, άκουσον), μια χωριάτικη σαλάτα μοιρασμένη στα δύο!! Βέβαια το "ζουμί" της συζήτησης ήταν για το πώς μας έχει καταντήσει η κρίση, εμάς τους Έλληνες τους κιμπάρηδες, τους big spenders, τους...καλοφαγάδες που αν δεν παραγγείλουμε όλο το μενού δεν σταματάμε, που θεωρούμε ύψιστο χρέος όταν στρωνόμαστε στο τραπέζι να το γεμίσουμε με πιάτα που στο τέλος θα μείνουν ανέγγιχτα. "Άντε πάλι τα ίδια" σκέφτηκα, "άντε πάλι με τον Έλληνα που θεωρείται καλοφαγάς επειδή τρώει τον αγλέουρα". Είπα να επέμβω και να πω κάτι του στυλ "και τι έγινε που έτρωγαν μια σαλάτα στα δύο, τόσο ήθελαν ή τόσο είχαν να πληρώσουν, τόσο έφαγαν", αλλά δίπλα μου βρισκόταν μια 60άρα ρατσίστρια που είχε ξεχάσει να πλύνει την μασέλα της εν τω μεταξύ, κι ωρυόταν κι έβριζε τις γυναίκες πρόσφυγες που περνάνε "ζωή και κότα" στο Ελληνικό και δεν μαζεύουν τα σκουπίδια παρά γυρνούν οι σουρλουλούδες στολισμένες και μακιγιαρισμένες (;) πάνω κάτω την παραλιακή! Κι είχε κίνηση. Πολλή κίνηση.

Λοιπόν, επειδή τρώμε πολύ, και καμαρώνουμε που παραγγέλνουμε ό,τι έχει και δεν έχει το εστιατόριο- κι ας μην τα φάμε, ας δει η διπλανή παρέα πόσο large είμαστε κι ας σκάσει αυτή από τη ζήλια της κι εμείς από το φαγητό- αυτό, αγαπητοί αναγνώστες, ΔΕΝ σημαίνει ότι είμαστε καλοφαγάδες. Πολυφαγάδες ναι. Επιπόλαιοι ναι. Αλλά η πολυφαγία δεν είναι ένδειξη, ούτε καν απόδειξη για κάποιον ότι είναι καλοφαγάς, ότι είναι γκουρμέ, ψαγμένος γαστρονομικά, ότι το φαγητό είναι πολιτισμός γι'αυτόν, ότι έχει γαστρονομική παιδεία, ανοιχτό ουρανίσκο. Και φυσικά για να το κλείσει ο "Έλλην καλοφαγάς" το τσιμπούσι, παραγγέλνει παγωμένη μπύρα σε παγωμένο ποτήρι (γιατί αν η μπύρα δεν έχει γίνει σορμπέ δεν πίνεται, σύμφωνα πάντα με τον Έλληνα καλοφαγά) και κρασί μόνο χύμα γιατί το πίνουμε με το λίτρο- και ρίχνουμε λίγη κόκα κόλα στο κρασί να'ουμ, για την χώνεψη! Μάλιστα.

Λοιπόν, για να μην πολυλογώ και γνωρίζοντας ότι έχω αφήσει μέτωπο ανοιχτό, προχωρώ στο φαγητό της σημερινής ανάρτησης.





Οι μακαρονοσαλάτες είναι ιδανικές για τα ζεστά βράδια του αθηναϊκού καλοκαιριού. Έφτιαξα αυτήν που ακολουθεί, ψήνοντας πρώτα τα δύο λαχανικά που χρησιμοποίησα, τοματίνια και κόκκινες πιπεριές και το ψήσιμο αυτό έδωσε στην σαλάτα μια ιδιαίτερη γεύση που ενισχύθηκε με την παρουσιά ελιών.

Μακαρονοσαλάτα με ψημένα τοματίνια και κόκκινες πιπεριές.



Για 4 άτομα

300 γρ ζυμαρικά τύπου κοχυλάκια
250 γρ τοματίνια
3 μεγάλες πιπεριές Φλωρίνης
2 σκελίδες σκόρδο κομμένες σε λεπτές φέτες
λίγο θυμάρι, ρίγανη, δεντρολίβανο
2 μπάλες μοτσαρέλα
10-15 ελιές (μαύρες /ή/και πράσινες)
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
λίγα φύλλα βασιλικού

Βράζουμε τα ζυμαρικά αυστηρά al dente σε αλατισμένο νερό, τα στραγγίζουμε και τα βάζουμε σε ένα μπολ ανακατεύοντας τα  με λίγο ελαιόλαδο. Τα αφήνουμε να κρυώσουν

Κόβουμε τα τοματίνια στα δύο. Πλένουμε, σκουπίζουμε τις πιπεριές και τις κόβουμε σε μικρά κομμάτια. Σε ένα ρηχό ταψί απλώνουμε αντικολλητικό χαρτί. Βάζουμε τα τοματίνια με τις πιπεριές, τα αρωματικά, αλάτι, πιπέρι, λάδι κι ανακατώνουμε με τα χέρια. Ψήνουμε για μισή ώρα περίπου στους 200 βαθμούς. Προσέχουμε να μαλακώσουν καλά τα λαχανικά αλλά όχι να μαυρίσουν. Τα βγάζουμε από το φούρνο όταν είναι έτοιμα και τα αφήνουμε να κρυώσουν. Τη μισή ποσότητα από τα ψημένα λαχανικά την περνάμε από το μπλέντερ μέχρι να γίνει κρεμώδης.

Εν τω μεταξύ, βγάζουμε το κουκούτσι από τις ελιές και τις κόβουμε στα δύο. Μπορούμε να διαλέξουμε ό,τι είδος ελιά μας αρέσει περισσότερο.

Ρίχνουμε στα ζυμαρικά το μείγμα τοματίνια-πιπεριές που έχουμε περάσει από το μπλέντερ. Ανακατώνουμε. Προσθέτουμε τα υπόλοιπα λαχανικά, τις ελιές και την μοτσαρέλα που θα έχουμε κόψει σε κύβους. Σερβίρουμε ρίχνοντας λίγο φρέσκο ελαιόλαδο και φύλλα βασιλικού από πάνω.





Απολαμβάνουμε με ένα ελληνικό ροζέ. Εμείς προτιμήσαμε την υπέροχη ΙΕΡΕΙΑ του οινοποιείου Μποσινάκη.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Καλοκαιρινές έξοδοι

Πάνε κι έρχονται καταιγίδες, καύσωνες, lake-effect φαινόμενα (το ζήσαμε κι αυτό), χώρες φεύγουν, υστερία κυριεύει το σύμπαν, η Μέγαιρα δείχνει τα δόντια της, εν τω μεταξύ εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, κοτσάνες εκτοξεύονται με ιλαρή διάθεση και το σύμπαν ξεχνά για λίγο την υστερία και ξεσπά σε γέλια. Τι Ιούνιος κι αυτός!

Μετά από αυτόν τον μονόλογο-εισαγωγή ας πάμε στα θέματα που μας ενδιαφέρουν άμεσα.

Πριν λίγες μέρες διάβαζα σε ένα ιταλικό περιοδικό για την Anna Del Conte. Η εν λόγω κυρία μέσω του έργου της, μια σειρά κλασικών πια βιβλίων μαγειρικής, είναι εκείνη που γνώρισε στους Βρετανούς την Ιταλική Κουζίνα. Η περίφημη Nigella Lawson πίνει νερό στο όνομα της. Δεν την γνώριζα την κα. Del Conte, για να είμαι ειλικρινής, αλλά εντάξει, μου φτάνει ο ενθουσιασμός της Nigella.
Κάτω από την παρουσίαση της κας. Del Conte υπήρχε μια συνταγή της που μου τράβηξε την προσοχή. Σπαγγέτι με πράσα, κάρυ, κρέμα γάλακτος και παρμεζάνα. Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα αλλά ελάχιστα "ιταλική" και περισσότερο βρετανικών προθέσεων. Εν τω μεταξύ, στο μυαλό μου δεν καθόταν καλά η παρουσία της κρέμας γάλακτος. Μα ούτε της παρμεζάνας. Κάτι μου έλεγε να αντικαταστήσω τα δύο αυτά υλικά με γιαούρτι. Το δοκίμασα. Και ναι, πέτυχα διάνα! Βγήκε μια σούπερ σπαγγετάδα που τρώγεται άνετα και το καλοκαίρι (γιατί τέθηκε τέτοιο θέμα). Την λάτρεψα! Τα τρία βασικά υλικά, πράσο, κάρυ, γιαούρτι ταίριαξαν θαυμάσια!


Σπαγγέτι με πράσο, κάρυ και γιαούρτι




Υλικά για 4 πιάτα

400 γρ σπαγγέτι
3 μεγάλα πράσα ψιλοκομμένα
2 κουταλάκια κάρυ (λίγο περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα τα γούστα μας)
2 κεσέδες γιαούρτι (προσωπικά προτιμώ να χρησιμοποιώ στο φαγητό στραγγιστό 2%) τα οποία θα έχουμε αφήσει εκτός ψυγείου για μισή ωρίτσα
1 ποτήρι ζωμό της αρεσκείας (λαχανικών, κότας, βοδινού)
ελαιόλαδο
αλάτι


Σε ένα μεγάλο τηγάνι με παχύ πάτο ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο. Τη φωτιά την έχουμε σε μέτρια ένταση. Μόλις ζεσταθεί το λάδι ρίχνουμε τα πράσο και σοτάρουμε για 5-10 λεπτά μέχρι να μαλακώσει. Ρίχνουμε στο τηγάνι το κάρυ, 2/3 του ζωμού, αλάτι, ανακατώνουμε, σκεπάζουμε κι αφήνουμε το πράσο να σιγομαγειρευτεί για 20 λεπτά τουλάχιστον χαμηλώνοντας ένα βαθμό τη φωτιά. Πότε πότε ρίχνουμε μια ματιά να σιγουρευτούμε ότι υπάρχει ακόμα ζωμός. Αν όχι συμπληρώνουμε με το υπόλοιπο. Καλό είναι στο τέλος, να έχουν βράσει καλά τα υλικά και να έχει μείνει λίγος ζωμός.

Βράζουμε αλατισμένο νερό στο οποίο ρίχνουμε τα σπαγγέτι και βράζουμε al dente.

Εν τω μεταξύ, σε ένα μπολ ρίχνουμε τα δύο γιαούρτια κια ανακατεύουμε ζωηρά έτσι ώστε να γίνει κρεμώδες και να ζεσταθεί λίγο.

Στραγγίζουμε τα ζυμαρικά και τα ρίχνουμε στο τηγάνι με τα πράσα, Ανακατώνουμε. Ρίχνουμε από πάνω το γιαούρτι κι ανακατώνουμε πάλι.

Σερβίρουμε αμέσως.




Συνοδέψαμε την συγκεκριμένη σπαγγετάδα με μια Ionian Pilsener της κερκυραϊκής Royal Ionian, μια πολύ ενδιαφέρουσα μπύρα της οποίας τα αρώματα κι η γεύση ταίριαξαν εξαιρετικά με το συγκεκριμένο πιάτο.

Οι φόροι που έχουν επιβληθεί στην μπύρα (και το κρασί) έχουν ανεβάσει, δυστυχώς, τις τιμές. Οι  Έλληνες μικροζυθοποιοί, των οποίων οι μπύρες είναι εκ των πραγμάτων πιο ακριβές από εκείνες των κολοσσών, αναγκάζονται να αυξήσουν τις τιμές. Ας τους υποστηρίξουμε όσο μπορούμε. Αρκετοί από αυτούς παράγουν διαμαντάκια κι είναι κρίμα να σταματήσει η παραγωγή αυτών των μπυρών εξαιτίας της παρανοϊκής οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Houston we have a problem

Μετά την προηγούμενη ανάρτηση ήμουν πολύ χαρούμενη γιατί είχα ανακαλύψει ένα νέο υλικό να χρησιμοποιώ στην κουζίνα (καινούργιο κοσκινάκι μου..) κι αυτό δεν ήταν άλλο από το γάλα αμυγδάλου. Εκτός από εκείνο το απίθανο lemon bread, το χρησιμοποίησα και σε pancakes και -ω ναι- με κουάκερ στο κλασικό porridge! Όλα τέλεια μέχρις ότου διάβασα στην (ναι, στην κι όχι στον!) Guardian αυτό το άρθρο σύμφωνα με το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ χρεωνόμουν εν μέρει την καταστροφή του πλανήτη. Μάλιστα...

Ε, καλά σκέφτηκα, μπορώ να ζήσω χωρίς γάλα αμυγδάλου, σημασία έχει ο πλανήτης, να ζει καλά κι αυτός ο δόλιος. Μετά από λίγες μέρες χτύπησε ο W.H.O, όχι ο Doctor Who αλλά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ο οποίος διαρρηγνύοντας τα ιμάτια του μας ζητούσε να σταματήσουμε να τρώμε επεξεργασμένα κρέατα γιατί προκαλούν καρκίνο. Στα επεξεργασμένα κρέατα εντάσσονται τα αλλαντικά κι εγώ έχω δηλώσει- επανειλημμένα- ότι θα μπορούσα να ζήσω μόνο με αλλαντικά, τυριά και κρασιά. Μεγάλο το πλήγμα, τα λατρεύω, αλλά τι να κάνουμε το είπε ο "ό,τι θυμάμαι χαίρομαι" WHO, ας μείνω με τυρί και κρασί στο φινάλε. Μέσα σε όλα αυτά πέφτω πάνω σε άρθρο που αποκαλύπτει ότι το τυρί μπορεί να είναι εξίσου εθιστικό όπως τα ναρκωτικά! Ααααα, μα τι στο καλό! Το ένα βλάπτει, το άλλο εθίζει. Στη σύγχυση μου επάνω είπα να φτιάξω λίγη pesto genovese που είναι ωραία και δεν επιβαρύνει το περιβάλλον, ο βασιλικός μεγαλώνει (μάλλον γερνά τέλη Οκτώβρη) ήσυχα ήσυχα στην βεράντα, καμία απειλή για το περιβάλλον... Αμ δε! Η μεγάλη ζήτηση κουκουναρόσπορου, ένα από τα κύρια συστατικά της pesto, είναι, λέει, επιβλαβής για το περιβάλλον!!!! Η pesto απειλή για τον πλανήτη μας!! Τι άλλο θα ακούσω, οϊμέ!

Αλλά δεν πειράζει, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μας νοιάζεται πολύ κι έτσι θα μας επιτρέπει να τρώμε έντομα από εδώ και πέρα , λύσαμε το πρόβλημα, θα φτιάξουμε ένα ωραιότατο ραγού με γρύλους όπως η Carol στη σειρά "The Last Man on Earth".


"Ladies and gentlemen, please welcome...cricket casserole!" — Carol


Η εβδομάδα δεν έχει τελειώσει ακόμα οπότε μπορεί να μας προκύψει κι άλλη παρόμοια είδηση. Πέρα από την πλάκα, η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Δεν θα προχωρήσω στην ανάλυση της κατάστασης αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι η παγκοσμιοποίηση της διατροφής με τρομάζει, η μαζική παραγωγή με ανησυχεί, εκείνο το "αποτύπωμα άνθρακα" με βάζει σε σκέψεις.
Προς το παρόν δεν μπορώ να κάνω πολλά, ίσως να ψάχνω για μικροπαραγωγούς στις λαϊκές, να προτιμώ προϊόντα εταιριών με μικρή και ποιοτική παραγωγή, να αναζητώ τοπικά προϊόντα, να αναρωτιέμαι αν πρέπει να πιω εκείνο το sauvignon blanc από τη Νέα Ζηλανδία (τόσο ταξίδι έκανε, μα να το σνομπάρω για ένα "ανθρακικό αποτύπωμα";), να ζηλεύω ανθρώπους σχεδόν αυτάρκεις, που έχουν το μποστάνι τους, τα λίγα ζώα τους, γιατί υπάρχουν, τους έχω συναντήσει, στην επαρχία προφανώς, "Η ευτυχία είναι στο λιβάδι", όπως ήταν ο τίτλος μιας παλιότερης γαλλικής ταινίας.

Ουφ! Δεν θα σας αφήσω με ένα τεράστιο ερωτηματικό να πλανάται πάνω από το κεφάλι σας. Εκείνα τα pancakes με γάλα αμυγδάλου που ανέφερα στην αρχή ήταν ωραιότατα, πολύ νόστιμα. Τι λέτε; Θα τα δοκιμάσετε;

Pancakes με γάλα αμυγδάλου




Για 8 κομμάτια

1/2 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/2 φλιτζάνι αλεύρι ολικής αλέσεως
1/2 φλιτζάνι γάλα αμυγδάλου (τα περισσότερα έχουν κάποιο γλυκαντικό, αυτό που χρησιμοποίησα εγώ είχε σιρόπι αγάβης, οπότε δεν χρειάζεται να βάλουμε στο χυλό μας ζάχαρη)
1/2 κεσέ γιαούρτι
1 μεγάλο αυγό
1/2 κουταλάκι του γλυκού μαγειρική σόδα
1 κουταλάκι του γλυκού baking powder
1 πρέζα μοσχοκάρυδο
Λίγες σταγόνες εκχύλισμα βανίλιας
Ελαιόλαδο για το τηγάνισμα

Σε ένα μπολ αναμειγνύουμε τα αλεύρια, τη σόδα, το baking powder και το μοσχοκάρυδο. Σε άλλο μπολ χτυπάμε το αυγό. Προσθέτουμε το γάλα αμυγδάλου, το γιαούρτι και το εκχύλισμα βανίλιας και χτυπάμε μέχρι να ομεγενοποιηθεί το μίγμα. Προσθέτουμε το μίγμα αλευριού. Αναμειγνύουμε μέχρι να ομογενοποιηθεί το μίγμα.
Ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο σε τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Ρίχνουμε χυλό που αντιστοιχεί σε μισή κουτάλα, ψήνουμε καλά από τη μια μεριά για 2-3 λεπτά, γυρίζουμε προσεκτικά και ψήνουμε κι από την άλλη. Αν το τηγάνι είναι μεγάλο μπορούμε να ψήνουμε δύο pancakes ταυτόχρονα. Συνεχίζουμε έτσι μέχρι να τελειώσει ο χυλός. Κάθε φορά προσθέτουμε λίγο ελαιόλαδο στο τηγάνι.

Μπορούμε να σερβίρουμε με ελληνικό μέλι (πολύ χαμηλό "ανθρακικό αποτύπωμα") ή καναδέζικο σιρόπι σφενδάμου ( το "ανθρακικό αποτύπωμα" αυξάνεται επικίνδυνα)




Πριν τελειώσουμε, να σας ενημερώσω ότι το blog μπήκε αισίως στον όγδοο χρόνο λειτουργίας. Αντί κεράσματος, σκέφτηκα να σας ποστάρω, μέχρι το τέλος του έτους, αγαπημένες μουσικές που ακούω όταν μαγειρεύω -κι όχι μόνο τότε! Δεν ξέρω τι ακούτε εσείς όταν μαγειρεύετε αλλά για λίγα post ακόμα θα πάρετε μια ιδέα τι ακούει η υποφαινόμενη.

Ξεκινάω με έναν από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους. "Ella & Louis". H Ella Fitzgerald κι ο "Pops" Louis Armstrong, μαζί πρώτη φορά για την Verve Records. Κάπου είχα διαβάσει ότι η ηχογράφηση έγινε μετά από μια περιοδεία κι οι δύο καλλιτέχνες ήταν αρκετά κουρασμένοι όταν την ξεκίνησαν. Η κούραση τους αποτυπώνεται με απίστευτο τρόπο στη φωνή τους ή στο παίξιμο του Louis, τόσο γλυκά, τόσο όμορφα, που οι ερμηνείες τους απογειώνονται στο τέλος!
Απολαύστε τον!




Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

The influentials (και καλά)

Το χειμώνα που μας πέρασε συνέβη το εξής (παράδοξο): Τρία διαφορετικά περιοδικά γαστρονομικού ενδιαφέροντος μου έστειλαν μήνυμα ότι ενδιαφέρονταν να τους δώσω συνέντευξη- για δικούς τους διαφορετικούς λόγους. Αυτό είχε ως συνέπεια: 1) Να ξυπνήσει το ψώνιο μέσα μου, 2) Ούσα πολύ ντροπαλή εκ φύσεως, δεν μπορούσα να πω "όχι", απλά ντρεπόμουν, έτσι και στις τρεις περιπτώσεις απάντησα θετικά, είτε από ντροπή είτε από φόβο μην με περάσουν για ψώνιο 3) Λάμβανα κάθε φορά τις ερωτήσεις, έγραφα τις απαντήσεις, τις έστελνα πίσω στους ενδιαφερόμενους 4) Για καλή μου τύχη εκείνοι τις έστειλαν στο καλάθι των αχρήστων.

Θυμάμαι ότι σε κάποια από τις "συνεντεύξεις" υπήρχε μια ερώτηση για το αν πιστεύω ότι οι food bloggers εδώ στην Ελλάδα είναι επιδραστικοί (influentials ντε) κι αν είναι ικανοί να δημιουργούν τάσεις στην αγορά και στις γαστρονομικές συνήθειες των Ελλήνων (Ναι παιδιά μου, ήταν όλες ερωτήσεις κρίσεως, πανδύσκολες, εκτός ύλης, είδα κι έπαθα να τις απαντήσω, δεν είχα και σκονάκια, άλλωστε γι' αυτό "πάτωσα").

Η απάντηση μου στην συγκεκριμένη ερώτηση ήταν κατηγορηματικά "όχι". Για πολλούς λόγους που δεν θα αναλύσω γιατί βαριέμαι. Σε γενικές γραμμές πάντως και πρωτ'απ'όλα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι ένα -πολύ- μικρό χωριό. Έπειτα οι τάσεις συνήθως έρχονται από το εξωτερικό (κι ενίοτε τις υιοθετούμε με ελαφρώς υστερικό τρόπο μηδέ και μας πουν οι ξένοι χωριάτες). Τέλος αν κάποιοι είναι επιδραστικοί στον ελληνικό γαστρονομικό χώρο, αυτοί είναι 1-2 γνωστοί σεφ, 1-2 γαστρονομικοί δημοσιογράφοι επίσης πολύ γνωστοί, κι 1-2 σχετικές ιστοσελίδες -ή το γαστρονομικό κομμάτι ισχυρών ιστοσελίδων.

Η χώρα στην οποία οι food bloggers είναι πραγματική δύναμη δεν είναι άλλη από τις Η.Π.Α.. Οι περισσότεροι από αυτούς κάνουν κυριολεκτικά καριέρα με αυτήν την ιδιότητα, κυκλοφορούν βιβλία που μοσχοπωλούν- κι από σημαντικούς εκδοτικούς οίκους-, εμφανίζονται στην τηλεόραση, δίνουν διαλέξεις, οργανώνουν κύκλους μαθημάτων, παρουσιάσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ κινούν τα νήματα. Και θα τολμούσα να πω ότι τα κινούν παγκοσμίως. Οι περισσότερες γαστρονομικές τάσεις έρχονται πια από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Κι ο υπόλοιπος κόσμος υιοθετεί.

Όπως για παράδειγμα συνέβη με τις ...galettes. Ο γαλλικός όρος galette υιοθετήθηκε από τους Αμερικανούς για να περιγράψει μια τάρτα ημιανοιχτή που ψήνεται μακριά από τα τοιχώματα του ταψιού (;) - το τελευταίο στοιχείο είναι βασική προϋπόθεση σύμφωνα με όσα διαβάζει κανείς στην ιστοσελίδα the kitchn.
Τα τελευταία χρόνια τις έβλεπε κανείς να εμφανίζονται συχνά πυκνά σε αμερικάνικα food blogs, σιγά σιγά και σε ευρωπαϊκά -που μπερδεύτηκαν λίγο με τον όρο- τέλος η μόδα έφτασε στο μικρό χωριό -που δεν αντιστέκεται πια- και τώρα φτιάχνουμε κι εμείς galette! Αμέ!

Galette (τύπος ανοιχτής τάρτας) με μανιτάρια, καραμελωμένα κρεμμύδια και μοτσαρέλα




Για τη ζύμη

1 1/4 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/4 φλιτζάνι ελαιόλαδο
4-5 κουταλιές σούπας παγωμένο νερό
1/4 κουταλιού του γλυκού αλάτι

Για τη γέμιση:

1 μικρό πακέτο μανιτάρια τύπου champignons de Paris (τα απλά λευκά)
2 κρεμμύδια λευκά κομμένα σε λεπτές φέτες
2 κουταλιές βαλσαμικό ξίδι
λίγο φρέσκο ή ξηρό θυμάρι
1 μοτσαρέλα 
ελαιόλαδο
αλάτι

1 αυγό 

Φτιάχνουμε τη ζύμη:

Ανακατεύουμε σε ένα μπολ το αλεύρι με το αλάτι και προσθέτουμε το ελαιόλαδο. Πασπατεύουμε με τα δάχτυλα έτσι ώστε να δημιουργηθούν τρίμματα. Προσθέτουμε σιγά σιγά το κρύο νερό και πλάθουμε μέχρι να πάρουμε μια ομοιογενή ζύμη που δεν θα κολλά στα χέρια. Σημείωση: Παρατήρησα ότι όταν είναι κρύο το νερό η ζύμη βγαίνει πιο απαλή, αφράτη και λιγότερο σφιχτή.
Την τυλίγουμε σε μεμβράνη και την τοποθετούμε στο ψυγείο για 40 λεπτά περίπου.

Εν τω μεταξύ σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο σε μέτρια φωτιά. Ρίχνουμε τα κρεμμύδια, σκεπάζουμε κι αφήνουμε για ένα δεκάλεπτο περίπου. Ρίχνουμε καμιά ματιά πότε πότε. Στα 10 λεπτά ξεσκεπάζουμε κι αφήνουμε να καραμελωθούν σιγά σιγά για 10-15 λεπτά ακόμα. Όταν πια πάρουν όμορφο σκούρο χρώμα είναι έτοιμα. Τα βγάζουμε από το τηγάνι, ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο ακόμα και σοτάρουμε τα μανιτάρια, τα οποία θα έχουμε καθαρίσει και κόψει σε λεπτές φέτες. Ρίχνουμε λίγο αλάτι, θυμάρι και περιμένουμε να πιουν τα υγρά τους. Μόλις αρχίσουν να στεγνώνουν, ρίχνουμε το μπαλσάμικο και σοτάρουμε λίγα λεπτά ακόμα. 


Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Ανοίγουμε τη ζύμη σε ένα στρογγυλό -πάνω κάτω, δε χρειάζεται διαβήτης- φύλλο με πάχος περίπου 0,8-1 cm. 
Απλώνουμε τα κρεμύδια αφήνοντας περιφερειακά ένα κενό 3 εκατοστών. Από πάνω απλώνουμε τα μανιτάρια και τελειώνουμε με τη μοτσαρέλα την οποία θα έχουμε κόψει σε κομμάτια. Κλείνουμε την περιφέρεια της ζύμης, έτσι ώστε να σκεπάσει ελαφρώς τη γέμιση (δες φωτό).
Χτυπάμε το αυγό και με ένα πινέλο περνάμε τη ζύμη με αυτό.

Σε ένα μεγάλο ρηχό ταψί θα έχουμε στρώσει αντικολλητικό χαρτί ψησίματος. Στη μέση και με προσοχή βάζουμε την galette -προσοχή μην αγγίξει τα τοιχώματα γιατί τότε παύει να είναι galette και γίνεται μια κοινή ...tart, τς τς τς. Ψήνουμε για 30 λεπτά περίπου μέχρι να πάρει όμορφο χρώμα από πάνω.




 Σημείωση: Υπάρχουν διάφορες ζύμες για galette. Προσωπικά προτιμώ αυτή γιατί είναι απλή, με έχει εκπλήξει με το πόσο τραγανή γίνεται (χάρη στο πολύ κρύο νερό) κι είναι νόστιμη κι ελαφριά με το λαδάκι της. Και την χρησιμοποιώ για πίτες κλειστές, ανοιχτές, ταψιού κλπ. 
Ο συνδυασμός μανιτάρι- καραμελωμένα κρεμμύδια παίζει πολύ τελευταία. Η επιλογή της μοτσαρέλας έγινε γιατί έχω βρει μια γευστικότατη μπουφάλα -λίγο ακριβή αλλά χαλάλι της. 


Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Από τη Νιο

Προ ημερών μου ήρθαν δυο γκουρμέ καλούδια από το πανέμορφο κυκλαδονήσι, την Ίο. Ένα, και το αγαπημένο μου, είναι ένα καταπληκτικό μέλι, ίσως το ωραιότερο που έχω δοκιμάσει ποτέ, λέγεται χοντρόμελο κι είναι βασικά μέλι ερείκης (Δείτε εδώ ένα ερασιτεχνικό βίντεο που ανέβασα στο instagram). Η υφή του θυμίζει λιωμένη καραμέλα, το ίδιο κι η γεύση του. Ένα θαύμα!
Το δεύτερο ήταν ένα τυρί ντόπιο, νιώτικο, που δεν είχα δοκιμάσει ξανά, αρκούντως πικάντικο κι αρωματισμένο με θρούμπι και θυμάρι. Μαλακό, αλειφώδες, αλλά με κομμάτια σκληρά εδώ κι εκεί κι αυτό το στοιχείο το κάνει κάπως ιδιότυπο. Καταπληκτική γεύση χάρη στα βότανα και το άφθονο πιπέρι που περιέχει και σας το λέει αυτό η υποφαινόμενη, η οποία τυγχάνει πολύ ιδιότροπη όταν πρόκειται για τυριά φτιαγμένα με αιγοπρόβειο γάλα. Το τυρί αυτό φέρει το όνομα σκοτύρι.



Έφτασε στα χέρια μου τη μέρα που σκεφτόμουν να φτιάξω μια τάρτα λαχανικών με τυρί και σκέφτηκα ότι θα την απογείωνε γευστικά η προσθήκη σκοτυριού. Σωστή κίνηση. Η άλλη κίνηση ήταν να φτιάξω τη ζύμη, τη βάση της τάρτας, με ελαιόλαδο κι όχι με βούτυρο. Ελαιόλαδο σχεδόν παντού στη θέση του βουτύρου είναι η νέα τάση, τουλάχιστον ήταν η ισχυρή τάση του καλοκαιριού στην Crispy κουζίνα! Με την οποία θα συνεχίσουμε και στην επόμενη ανάρτηση! Προς το παρόν έχουμε:


Τάρτα ψητών λαχανικών με σκοτύρι.



Για τη ζύμη:

1 1/4 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/4 φλιτζάνι ελαιόλαδο
4-5 κουταλιές σούπας παγωμένο νερό
1/4 κουταλιού του γλυκού αλάτι

Για τη γέμιση:

1 μελιτζάνα φλάσκα
2 κολοκυθάκια μεσαίου μεγέθους
3 τομάτες πομοντόρια
1 μεγάλο κρεμμύδι

1 αυγό

100-150 γρ σκοτύρι*

Φτιάχνουμε τη ζύμη:

Ανακατεύουμε σε ένα μπολ το αλεύρι με το αλάτι και προσθέτουμε το ελαιόλαδο. Πασπατεύουμε με τα δάχτυλα έτσι ώστε να δημιουργηθούν τρίμματα. Προσθέτουμε σιγά σιγά το κρύο νερό και πλάθουμε μέχρι να πάρουμε μια ομοιογενή ζύμη που δεν θα κολλά στα χέρια. Σημείωση: Παρατήρησα ότι όταν είναι κρύο το νερό η ζύμη βγαίνει πιο απαλή, αφράτη και λιγότερο σφιχτή.
Την τυλίγουμε σε μεμβράνη και την τοποθετούμε στο ψυγείο για 40 λεπτά περίπου.

Εν τω μεταξύ ετοιμάζουμε τα λαχανικά. Καθαρίζουμε τη μελιτζάνα και τα κολοκυθάκια και τα κόβουμε σε λεπτές φέτες. Τα απλώνουμε σε ρηχό ταψί στο οποίο έχουμε στρώσει αντικολλητικό χαρτί, περνάμε με πινέλο λίγο ελαιόλαδο και στις δύο πλευρές των λαχανικών και ψήνουμε στο γκριλ του φούρνου. Μας ενδιαφέρει να ψηθούν λίγο, ίσα να μαλακώσουν και προσέχουμε μην μαυρίσουν. Κόβουμε τις ντομάτες σε 3-4 κάθετες φέτες και τα κρεμμύδια σε ροδέλες κι επαναλαμβάνουμε τη διαδικασία. Ψήνουμε μαζί τα δύο λαχανικά έως ότου οι ντομάτες αρχίσουν να στεγνώνουν.

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς. Ανοίγουμε τη ζύμη σε ένα στρογγυλό φύλλο με πάχος περίπου 0,8-1 cm (δεν χρειάζεται χάρακας, με το μάτι υπολογίζουμε!).
Απλώνουμε μια καλή στρώση τυρί, που θα έχουμε τρίψει με τα δάχτυλα, έτσι ώστε να αφήσουμε ένα περιθώριο 2 εκατοστών περιφερειακά του φύλλου. Στρώνουμε από πάνω τα λαχανικά με όποια σειρά θέλουμε. Κλείνουμε γύρω γύρω την πίτα με το μέρος του φύλλου που έχει μείνει άδειο, έτσι ώστε στο κέντρο να μείνει ανοιχτή.
Χτυπάμε ελαφρά το αυγό και περνάμε με αυτό το πάνω μέρος της τάρτας με ένα πινέλο. Τη μεταφέρουμε στο ταψί όπου είχαμε ψήσει τα λαχανικά (μην ξεχνάμε το αντικολλητικό χαρτί) και ψήνουμε για 35-40 λεπτά περίπου.
Αφήνουμε να κρυώσει λίγο και μετά κόβουμε όπως θα κόβαμε μια πίτσα.

Μπορούμε να την ψήσουμε και σε ταψί τάρτας, στρώνοντας εκεί εξαρχής το φύλλο, πάντα αφήνοντας περιθώριο 2 εκ περιφερειακά.





*Σκοτύρι μπορεί να βρει κανείς σε κάποια καταστήματα (σίγουρα έχει ο ΑΒ). Αν δεν μπορούμε να βρούμε, μπορούμε να αντικαταστήσουμε με φρέσκια μυζήθρα και να προσθέσουμε άφθονο πιπέρι και φρέσκο θυμάρι

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Δεν έχω λόγια!

Δεν έχω λόγια!

Ή μάλλον έχω! Μα τι λέω! Τούτο το επιδόρπιο είναι θεϊκό! Πρέπει να το πω! Απίστευτο! Κι ιδανικό για όσους αγαπάμε τα επιδόρπια φτιαγμένα με φρούτα, τα οποία άλλωστε θεωρώ ιδανικά. Κι η σος καραμέλ, εκείνη η σος...Κι η καρύδα με την μπανάνα, τι ωραίος συνδυασμός! Κι εκείνο το crumble, κι από την άλλη το φρούτο ψημένο όσο πρέπει αλλά πάντα μαλακό.

Ψημένη μπανάνα με crumble καρύδας και σως καραμέλα



Για 2 άτομα

2 μπανάνες (ώριμες μεν αλλά όχι πολύ)
50 γρ βούτυρο σε θερμοκρασία δωματίου
50 γρ ζάχαρη σκούρα καστανή μαλακή
30 ml Cointreau (ή Gran Marnier)
2 κουταλιές σούπας αλεύρι
2 κουταλιές σούπας καρύδα τριμμένη
50 ml κρέμα γάλακτος


Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Ανακατώνουμε το μισό βούτυρο με τη μισή ζάχαρη, το αλεύρι και την καρύδα. Σχηματίζεται μια ζύμη εύθρυπτη ελαφρώς (δεν μας πειράζει), την  οποία απλώνουμε σε ταψάκι όπου έχουμε στρώσει αντικολλητικό χαρτί. Ψήνουμε για 15 λεπτά περίπου μέχρι να αρχίσει να σκουραίνει. Βγάζουμε από το φούρνο, αφήνουμε να κρυώσει και μετά την τρίβουμε σε crumble.

Σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε το υπόλοιπο βούτυρο. Βάζουμε τις μπανάνες στο τηγάνι και τις τηγανίζουμε ελαφρώς από κάθε πλευρά περίπου 2-3 λεπτά. Τις βγάζουμε προσεκτικά από το τηγάνι και σε αυτό ρίχνουμε τη ζάχαρη, την οποία αφήνουμε να καραμελοποιηθεί ελαφρώς. Τη διαλύουμε με το Cointreau κι ανακατώνοντας ζωηρά με τον συρμάτινο αβγοδάρτη προσθέτουμε και την κρέμα γάλακτος. Επαναφέρουμε τις μπανάνες και τις αφήνουμε γαι 2 λεπτά περίπου στη σως. Σερβίρουμε κάθε μπανάνα με λίγη σως και crumble.

*

Σημείωση 1 : Η συνταγή είναι παραλλαγή από μία που βρήκα σε παλιότερο τεύχος (του 2011) του γαλλικού περιοδικού Saveurs. Λόγω έλλειψης χώρου βρέθηκα στη στενάχωρη θέση να διώξω κάποιο υλικό- έχω εκατοντάδες περιοδικά. Απ' ό,τι διαπίστωσα εκείνα που δεν μπορώ να αποχωριστώ με τίποτα, είναι τα γαλλικά περιοδικά. Πραγματικές εγκυκλοπαίδειες! Παρεμπιπτόντως εκείνα τα περιοδικά που αποχωρίστηκα σχετικά εύκολα ήταν τα αγγλόφωνα!


*

Σημείωση 2: Διάβασα προχθές σε σχόλιο σε status στο facebook κάτι που με παραξένεψε: Ότι κυκλοφορεί τιμοκατάλογος με τις τιμές με τις οποίες food bloggers χρεώνουν post/διαφήμιση προϊόντος σε facebook/instagram/twitter. Γιατί με παραξένεψε; Γιατί δεν ήξερα ότι όντως συνέβαινε κάτι τέτοιο. Μετά προβληματίστηκα. Βλέπετε έχω αυτή τη στήλη, δεξιά αν κοιτάξετε (τις "μικρές απολαύσεις" όπως τις ονομάζω), με ό,τι έχω δοκιμάσει και με έχει ενθουσιάσει κι αγαπώ κι εκτιμώ. Και σκέφτηκα: Λες ο κόσμος να νομίζει ότι πληρώθηκα για να γράψω ότι μου αρέσει το δείνα και το τάδε προϊόν ή πιάτο; Οπότε με την ευκαιρία να δηλώσω -όχι ότι σκοτίστηκε κανείς- ότι, όχι, κανείς δεν με πλήρωσε. Ούτε οι συμπαθέστατοι Αστυπαλίτες για να εκθειάσω το -ούτως ή άλλως- εκπληκτικό κατσικάκι τους, ούτε η γλυκύτατη μαμά μου με δωροδόκησε για να τονίσω πόσο λατρεύω τον φρικασέ της. Ό,τι βλέπετε σε αυτήν τη στήλη, την οποία ανανεώνω συχνά πυκνά, είναι δικές μου απολαύσεις. Και μόνο. Χωρίς δελτίο παροχής υπηρεσιών (lol).

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Εκκρεμότητες

Ο Μάης κοντεύει να βγει και σε τούτο το (πάντα, μα πάντα) ταπεινών προθέσεων blog δεν έχει αναρτηθεί ούτε μισή συνταγή με αγκινάρες ή σπαράγγια! Επί επτά συναπτά έτη η Crispy τιμούσε με μεγάλη χαρά τα αγαπημένα της ανοιξιάτικα καλούδια αλλά φέτος τα πρόδωσε αν και τα ευχαριστήθηκε ουκ ολίγες φορές μαγειρεύοντας τα. Να όμως, που στην εκπνοή του Μάη (σχεδόν, ας μην υπερβάλλουμε, έχουμε μια εβδομάδα ακόμη) έρχεται με μια συνταγή με σπαράγγια που την ξετρέλανε!



Πίσω πάλι στον α! ενικό γιατί αυτό το γ! ενικό ακούγεται κάπως περίεργα σχιζοφρενικό. Λοιπόν, ξεφυλλίζοντας το πρώτο βιβλίο μαγειρικής* μιας από τις πιο διάσημες food bloggers της Deb Perelman από το πολύ γνωστό blog "Smitten Kitchen" (το οποίο παρεμπιπτόντως αγόρασα πρόπερσι) ανακάλυψα μια σειρά πάρα πολύ καλών συνταγών, ανάμεσα στις οποίες κι η σημερινή. Με κάποιες διαφορές που θα δούμε στη συνέχεια.

Η συνταγή δεν είναι άλλη από πίτσα με σπαράγγια. Απλή αλλά όπως κάθε πίτσα θέλει τη σωστή ζύμη. Η οποία ζύμη δεν φτιάχνεται παρά με τα εξής ταπεινά υλικά: Αλεύρι, νερό, μαγιά, ελάχιστο αλάτι κι ελαιόλαδο. Και τίποτε άλλο! Όσες ζύμες περιέχουν γάλα (!), γιαούρτι(!), ζάχαρη (!έλεος!), ή άλλο είδος αλεύρι δεν είναι ζύμη για πίτσα. Τέλος! Πέστε το ζύμη για τάρτα, για πίτα, για ό,τι θέλετε αλλά όχι για πίτσα. Γιατί βλέπω να αγριεύουν οι Ναπολιτάνοι με αυτά που βλέπουν κι αλίμονο μας.

Πώς φτιάχνεται μια σωστή ζύμη πίτσας;

Πριν χρόνια, είχα γνωρίσει στη Σίφνο έναν Ναπολιτάνο σεφ, τον Γκαετάνο, ο οποίος μου έμαθε πώς να φτιάχνω σωστή καρμπονάρα και πώς να φτιάχνω σωστή ζύμη πίτσας (και πώς να την ψήνω σωστά). Πάμε να δούμε λοιπόν, τι μου δίδαξε ο Γκαετάνο...κι η εμπειρία!

Η αναλογία αλεύρι: νερό είναι πάνω κάτω 2:1. Προσοχή αυτό μπορεί να παίζει ανάλογα με το είδος του αλευριού. Προτιμάμε αλεύρι για όλες τις χρήσεις ή σκληρό αλεύρι, ποτέ όμως μαλακό αλεύρι.

Για παράδειγμα, για μια πίτσα για 4 άτομα που θα ψηθεί σε ταψί διαμέτρου 33-34 εκ. θα χρειαστούμε τα εξής.

1 μεγάλο μεταλλικό μπολ

500 γρ αλεύρι
300 ml χλιαρό νερό (ούτε κρύο, ούτε πολύ ζεστό αλλιώς δεν θα ενεργοποιηθεί η μαγιά)
25 gr νωπή μαγιά
2 κουταλιές εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδο
1/2 κουταλάκι γλυκού αλάτι

Ανακατώνετε το αλάτι με το αλεύρι.
Ζεσταίνετε όσο πρέπει το νερό. Το ρίχνετε σε ένα φλιτζάνι, προσθέτετε τη μαγιά, ανακατώνετε και αφήνετε να ηρεμήσει λίγα λεπτά.

Ξεκινάτε να φτιάχνετε τη ζύμη έχοντας πάντα δίπλα σας τη συσκευασία με το αλεύρι (ανοιχτή!)

Ρίχνετε το αλεύρι στο μπολ, φτιάχνετε στη μέση ένα κενό και ρίχνετε εκεί το λάδι. Ρίχνετε και το νερό με τη μαγιά κι αρχίζετε να πλάθετε ζωηρά- πολύ ζωηρά. Σε κάποια φάση θα έχει σχηματιστεί η ζύμη. Την βγάζετε από το μπολ και την τοποθετείτε πάνω σε πάγκο εργασίας και συνεχίζετε να πλάθετε ζωηρά (σχεδόν βίαια). Το πιθανότερο να αρχίσει να κολλά λίγο στα δάχτυλα σας οπότε θα ρίχνετε (λίγο λίγο) αλεύρι. Τη δουλεύετε τουλάχιστον 5-10 λεπτά. Όταν είναι λεία κι εύπλαστη και δεν κολλά στα δάχτυλα, είναι έτοιμη. Ραντίζετε το μπολ με λίγο αλεύρι, βάζετε τη ζύμη μέσα, σκεπάζετε κι αφήνετε κάπου ζεστά, μακριά από ρεύματα, να φουσκώσει. Όσο περισσότερες ώρες μείνει τόσο το καλύτερο. Μία ώρα στην ανάγκη, ένα δίωρο είναι ανεκτό, τρεις ακόμα καλύτερα.

Όταν πια έρθει η ώρα να ψηθεί η πίτσα, αυτό που πρέπει να προσέξετε είναι να έχετε οπωσδήποτε προθερμάνει το φούρνο αρκετή ώρα πριν. Η πίτσα δεν ψήνεται σε μη προθερμασμένο φούρνο! Τουλάχιστον μισή ώρα πριν την ψήσετε θα ανοίξετε το φούρνο στους 250 βαθμούς, αντιστάσεις πάνω & κάτω.

Ανοίγετε την πίτσα με δύο τρόπους:

1) Τον κανονικό: Που σημαίνει ότι αλευρώνετε τον πάγκο εργασίας, βάζετε τη ζύμη επάνω κι αρχίζετε να την ανοίγετε με τον πλάστη σε ένα λεπτό στρογγυλό φύλλο με διάμετρο λίγο μεγαλύτερο των 30 εκ. (Καλά ντε, δεν χρειάζεται να έχετε χάρακα μαζί σας), το οποίο όταν είναι έτοιμο απλώνετε σε καλά λαδωμένο ταψί.

2) Το τεμπέλικο:
Παίρνετε τη ζύμη, τη βάζετε στη μέση του λαδωμένου ταψιού κι αρχίζετε να την ανοίγετε με τα δάχτυλα σας. Πάνω κάτω δουλεύει ο τρόπος αυτός, το μόνο που πρέπει να προσέξετε είναι να έχετε το ίδιο πάχος ζύμης παντού σε όλο το ταψί.
Και μιας και μίλησα για πάχος, να τονίσω ότι οι σωστές πίτσες είναι λεπτές- για να μην πω λεπτότατες!

Όλα αυτά τα περί προετοιμασίας ζύμης πίτσας ακούγονται κάπως κουραστικά, όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κι όχι μόνο η διαδικασία δεν είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα αλλά η σπιτική ζύμη θα δώσει απείρως πιο νόστιμη πίτσα!

Πίσω τώρα στη σημερινή μας πίτσα.

Θα χρειαστούμε επιπλέον:

1 μεγάλη μοτσαρέλα
1 ματσάκι σπαράγγια (250-300 γρ)
1 φρέσκο κρεμμυδάκι κομμένο σε ροδέλες
φρεσκοτριμμένο πιπέρι
 λίγες φλούδες παρμεζάνα

Καθαρίζουμε τα σπαράγγια από τα σκληρά μέρη και τα βράζουμε αυστηρά al dente. (Στο βιβλίο προτιμώνται ωμά κομμένα σε λεπτές, πολύ ψιλές οριζόντιες φέτες). Τα στραγγίζουμε και τα αφήνουμε να κρυώσουν.

Μόλις απλώσουμε την πίτσα στο ταψί, ρίχνουμε από πάνω τα σπαράγγια (κομμένα ή ολόκληρα), το κρεμμυδάκι, την μοτσαρέλα, λίγο πιπέρι και τις φλούδες παρμεζάνας. Ψήνουμε για 10 λεπτά περίπου. Εξαρτάται πόσο καλά έχει κάψει ο φούρνος μας.



*Λίγα λόγια για τα βιβλία μαγειρικής από food bloggers. Είναι πολλοί πια οι food bloggers που βγάζουν δικά τους βιβλία. Αν υπολογίσει κανείς και τα βιβλία που βγάζουν διάσημοι σεφ, αλλά και λιγότερο γνωστοί στο γαστρονομικό χώρο αλλά εξίσου διάσημοι πχ ηθοποιοί, τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο αριθμός των βιβλίων μαγειρικής που εκδίδονται κάθε χρόνο είναι πολύ μεγάλος. Σε όσους αρέσει η αγορά τέτοιων βιβλίων, η επιλογή έχει γίνει δύσκολη γιατί πρέπει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι. Το καλό βιβλίο μαγειρικής πρέπει να αντέχει σε βάθος χρόνου. Που σημαίνει ότι όποιο από αυτά συνεχίζεις να βγάζεις  από το ράφι μετά από πολύ καιρό από την αγορά του, τότε άξιζε τα λεφτά του. Οικονομικοί αλλά κυρίως χωροταξικοί λόγοι με αναγκάζουν πια να είμαι φειδωλή σε αντίστοιχες αγορές. Προχώρησα στην αγορά δύο βιβλίων μαγειρικής από food bloggers μόνο και μόνο επειδή ήταν οι πρώτοι τους οποίους ξεκίνησα να παρακολουθώ- πριν ακόμα ξεκινήσω το δικό μου blog- κι ήταν κι είναι ακόμα σημείο αναφοράς. Το ένα βιβλίο, όπως ήδη ανέφερα, ήταν της Deb Perelman -το βιβλίο είναι κατά κάποιον τρόπο συνέχεια του blog- (εδώ) και το δεύτερο του David Lebovitz -οι γαστρονομικές του περιπέτειες στο Παρίσι (εδώ) . Ευτυχώς και τα δύο βιβλία είναι εξαιρετικά αλλά για διαφορετικούς λόγους. Της Perelman οι συνταγές είναι καταπληκτικές, χωρίς να είναι εξεζητημένες. Ό,τι έχω δοκιμάσει με άφησε απολύτως ικανοποιημένη. Πρέπει να ομολογήσω όμως, ότι δεν με συγκινούν ιδιαίτερα οι πρόλογοι των συνταγών με τα διάφορα προσωπικά δεδομένα που παραθέτει- αν κι η εν λόγω blogger έχει ωραίο χιούμορ-, καταλαβαίνω την αναφορά στα προσωπικά στα blog αλλά σε βιβλίο δεν καταφέρνουν να παίξουν τον ίδιο ρόλο. Αντίθετα οι διηγήσεις του David, προ συνταγών, για τη ζωή του στην Πόλη του Φωτός είναι τόσο συναρπαστικές που θες να πάρεις το επόμενο αεροπλάνο για το Παρίσι! Οι συνταγές είναι καθαρά γαλλικές, παριζιάνικες με τα όλα τους, πλούσιες και πληθωρικές, με τον David να τις διαφοροποιεί κλείνοντας το μάτι στη μαμά Αμερική. Σε αυτό το βιβλίο είχα αναφερθεί σε περσινή ανάρτηση (με συνταγή).
Η επόμενη αγορά μου είναι αυτή. Η Roddy έχει -ασυνήθιστα_ καταπληκτική πρόζα για food blogger, είναι μια Αγγλίδα που ζει στη Ρώμη (η αγαπημένη μου Αιώνια Πόλη) και σε αυτό το βιβλίο ελπίζω να διαβάσω ό,τι αγάπησα από το blog της.


Αυτά! Με αυτά και με αυτά κόντεψε να μπει ο Ιούνης!!!

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Greek μαυρομάτικα

Προ καιρού ψάχνοντας για συνταγές με μαυρομάτικα φασόλια έπεσα πάνω σε μία στο pinterest, η οποία μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Την "καρφίτσωσα" και περίμενα να έρθει ο κατάλληλος καιρός για να την φτιάξω.

Ο κατάλληλος καιρός ήρθε - με πολλή βροχή- κι επέστρεψα στο όμορφο site όπου είχα βρει την συνταγή. Τότε δεν είχα διαβάσει το κείμενο που την προλόγιζε. Αυτή τη φορά όμως το διάβασα -και το ξαναδιάβασα. Μια πολύ ωραία ιστορία, παιδικές αναμνήσεις της ιδιοκτήτριας του site, από ένα ελληνικό diner στο Ντιτρόιτ, όπου έζησε μικρή. Το diner από τα παλιότερα της πόλης, βρισκόταν σε περιοχή του Ντιτρόιτ που ονομάζεται Greektown district.

Μεγάλη η παράδοση των Greek diners στις Η.Π.Α.. Πόσοι και πόσοι μετανάστες άνοιξαν δικά τους εστιατόρια δημιουργώντας σιγά σιγά έναν θεσμό. Συμπτωματικά, τις προηγούμενες μέρες έπεσα πάνω σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο το οποίο αναφέρεται στο θεσμό των Greek diners στις Η.Π.Α. αλλά επίσης και σε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση που ξεκίνησε στο μουσείο MOHAI  στο Σιατλ. Πληροφορίες: εδώ. Η ιστορία των ελληνικών εστιατορίων της Αμερικής έχει την τιμητική της. Όσοι βρεθείτε μέχρι τέλη Μαϊου στην όμορφη αυτή πόλη της δυτικής ακτής, περάστε από το μουσείο MOHAI. (Σημείωση: Αμφιβάλλω αν έστω κι ένας αναγνώστης τούτου του μπλογκ θα βρεθεί  στο Σιατλ στο άμεσο μέλλον, αλλά ποτέ δεν ξέρεις!)

Πάμε στη συνταγή λοιπόν, η οποία έχει το εξής ενδιαφέρον όνομα: "Greek-style, black-eyed pea stew".  Οι τρόποι που μαγειρεύουμε τα συγκεκριμένα όσπρια εδώ είναι λίγοι, και πάνω κάτω γνωστοί και για να είμαι ειλικρινής όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα συνταγή ελληνική, όπου τα μαυρομάτικα μαγειρεύονται με κιμά σε πηχτή σούπα, στυλ stew. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δώσει κανείς είναι ότι σε εκείνο το ελληνικό diner του Detroit, τα μαυρομάτικα μαγειρεύτηκαν σε μια α λα γκρεκ βερσιόν του γνωστού πιάτου chili con carne. Παρολ' αυτά πρόκειται για ένα απίστευτης νοστιμιάς πιάτο κι είναι από τις λίγες φορές που έχω ευχαριστηθεί τόσο πολύ φαγητό με όσπριο- κι είμαι λάτρης αυτών και τα μαγειρεύω συχνά.

Χρησιμοποίησα τα υλικά που αναφέρονται στη συγκεκριμένη συνταγή, άλλαξα όμως τις αναλογίες και τον τρόπο μαγειρέματος.

Μαυρομάτικα φασόλια με κιμά




Για 4 άτομα

200 γρ κιμά μοσχαρίσιο
240 γρ μαυρομάτικα φασόλια
1 μεγάλο κρεμμύδι λευκό ψιλοκομμένο
2 καρότα κομμένα σε μικρούς κύβους
1/2 κλωνάρι σέλερι κομμένο σε μικρά κομμάτια
2 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένες
1 πρέζα κύμινο
1 πρέζα κανέλα
1/2 κουταλάκι γλυκού ξερό θυμάρι (ή ρίγανη)
100 γρ πάστα ντομάτας
4 ποτήρια ζωμό + επιπλέον ζεστό νερό
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
μαϊντανό ψιλοκομμένο

Ετοιμάζουμε τα υλικά (κρεμμύδι, σκόρδο, σέλερι, καρότο). Ζεσταίνουμε το ζωμό.

Σε μια κατσαρόλα βράζουμε για 5 λεπτά τα φασόλια. Στραγγίζουμε.

Σε άλλη κατσαρόλα την οποία θα έχουμε ζεστάνει σε μέτρια προς δυνατή φωτιά, ρίχνουμε τον κιμά και τον ανακατεύουμε μέχρι να μην υπάρχουν σβόλοι. Ρίχνουμε ελαιόλαδο -όχι πολύ-, το κρεμμύδι, σκόρδο, καρότο και σέλερι και σοτάρουμε για λίγα λεπτά. Ρίχνουμε τα μπαχαρικά και το θυμάρι και συνεχίζουμε για λίγο ακόμα. Ρίχνουμε τον ζωμό, λίγο αλάτι, την πάστα, ανακατώνουμε να λιώσει η πάστα και ρίχνουμε και τα φασόλια. Χαμηλώνουμε τη φωτιά κι αφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει για 2 ώρες περίπου, με την κατσαρόλα σκεπασμένη. Ρίχνουμε συνέχεια μια ματιά για να δούμε αν χρειάζεται νερό- πάντα συμπληρώνουμε με ζεστό. Το φαγητό θα είναι έτοιμο όταν τα όσπρια θα έχουν βράσει τόσο καλά, που πιέζοντας τα με μια ξύλινη κουτάλα στα τοιχώματα της κατσαρόλας θα σπάνε εύκολα. Κι επίσης το φαγητό μας θα είναι πολύ πηχτό. Είπαμε, το θέλουμε σε στυλ stew. Δοκιμάζουμε και διορθώνουμε το αλάτι, ρίχνουμε πιπέρι, τον μαϊντανό, ανακατώνουμε και σερβίρουμε.



Μακράν είναι το ωραιότερο φαγητό που έφτιαξα φέτος το χειμώνα.

Αλλά τώρα πια, μπήκε η άνοιξη...

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Pick some pecans!

Τις προάλλες περνώντας από τον Ματσούκα της οδού Καραγεώργη Σερβίας, είδα ότι είχε φέρει ολόκληρα (άσπαστα) pecan από την ....Ηλεία! Δεν ήξερα ότι καλλιεργούνταν πια και στη χώρα μας, από την άλλη ήταν ξηρός καρπός που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ κι έτσι σκέφτηκα να αγοράσω λίγα - έτσι θα ενίσχυα την οικονομία της χώρας (lol) και θα ικανοποιούσα την περιέργεια μου.





Το τσόφλι είναι μαλακό ως εκ τούτου σπάει σχετικά εύκολα. Ο καρπός είναι νόστιμος, γευστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά καρύδι όμως πιο γλυκό- έχεις την αίσθηση ότι το βούτηξαν σε σιρόπι σφένδαμου. Ίσως σε αυτή τη γλυκιά γεύση που διαθέτουν να οφείλεται το γεγονός ότι οι Αμερικανοί τα χρησιμοποιούν πολύ σε γλυκά.

Με pecan έφτιαξα μπισκότα στα οποία πρόσθεσα ξύσμα πορτοκαλιού. Ο ξηρός καρπός δίνει όμoρφη τραγανή υφή ενώ το εσπεριδοειδές τα απογειώνει γευστικά.



Μπισκότα με pecan και πορτοκάλι




Για 35 μπισκότα περίπου

300 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
80 γρ ζάχαρη άχνη
80 γρ pecan τριμμένα
2 κρόκοι αυγών
200 γρ βούτυρο (κρύο, όχι σε θερμοκρασία δωματίου)
το ξύσμα ενός πορτοκαλιού
1 πρέζα αλάτι


Σε ένα μπολ ανακατέψτε το αλεύρι, τη ζάχαρη, το τριμμένο pecan και το αλάτι. Βάλτε το μίγμα σε ένα μεγάλο σκεύος δημιουργώντας στη μέση ένα κενό. Χτυπήστε τους κρόκους και τοποθετήστε τους στο κενό. Κόψτε το βούτυρο σε μεγάλους κύβους και απλώστε τους στην άκρη του αλευριού. Αρχίστε να ζυμώνετε γρήγορα με κρύα χέρια. Στην αρχή το μίγμα θα μοιάζει με τρίμματα, μετά από λίγα λεπτά όμως θα αρχίζει να δένει η ζύμη. Μόλις είναι έτοιμη πρέπει να μπει στο ψυγείο για μισή ώρα τουλάχιστον. Μοιράστε την στα δύο κι ετοιμάστε 4 φύλλα αντικολλητικό χαρτί. Στρώστε σε φύλλο 0,8 εκ κάθε κομμάτι ζύμης ανάμεσα σε δύο φύλλα χαρτί. Τοποθετείστε τα φύλλα ζύμης προσεκτικά στο ψυγείο κι αφήστε τα να κρυώσουν καλά. Στα 10 λεπτά ξεκινήστε την προθέρμανση του φούρνου στους 170 βαθμούς. Μόλις περάσει το ημίωρο βγάλτε το ένα φύλλο από το ψυγείο και κόψτε το σε μπισκότα σε όποιο σχήμα θέλετε*. Τοποθετείστε τα μπισκότα σε ταψί στο οποίο θα έχετε στρώσει αντικολλητικό χαρτί και ψήστε για 12-15 λεπτά περίπου- εξαρτάται από το πόσο καλά έχει θερμανθεί ο φούρνος. Επαναλάβετε με το 2ο φύλλο.


Αν, για λόγους χωρητικότητας ψυγείου, δεν είναι δυνατόν να φτιάξετε δύο φύλλα ζύμης, τυλίξτε τη ζύμη σε μεμβράνη και βάλτε την στο ψυγείο όπως πρέπει. Όταν έρθει η ώρα να φτιάξετε τα μπισκότα βγάζετε την λίγο λίγο. Όλη αυτή η φασαρία οφείλεται στο γεγονός ότι όσο ζεσταίνεται η ζύμη, μαλακώνει το βούτυρο και δυσκολεύει την κοπή των μπισκότων.

* Το πιο εύκολο σχήμα κοπής μπισκότου που μπορούμε να διαλέξουμε είναι το τετράγωνο ή ορθογώνιο. Για κάποιο περίεργο λόγο τα προτιμάμε στρογγυλά. Όταν τα κόβουμε στρογγυλά μένει ζύμη, την οποία μαζεύουμε κι επιστρέφουμε στο ψυγείο να κρυώσει πριν την χρησιμοποιήσουμε.

Tip: Για να κρυώσει γρήγορα η ζύμη μπορείτε να την βάλετε στην κατάψυξη. Για λιγότερο χρόνο εννοείται -5-8 λεπτά.





Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Big Night


Η ταινία Big Night που γυρίστηκε το 1996, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες γαστρονομικού ενδιαφέροντος και πάντα φιγουράρει στις ψηλότερες θέσεις σχετικών λιστών. Όχι άδικα βέβαια. Σκηνοθετημένη από δύο ηθοποιούς (Stanley Tucci, Campbell Scott) γυρίστηκε εκείνη τη δεκαετία που ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος έδωσε τα καλύτερα δείγματα- μετά άρχισε να γίνεται ελαφρώς λιγότερο ανεξάρτητος!



Η ταινία μας γυρνά πίσω στη δεκαετία του 50, κάπου στις ακτές του Νιου Τζέρσεϋ, όπου δύο αδέρφια, Ιταλοί μετανάστες, ο Πρίμο κι ο Σέκο (Σεκόντο) έχουν ένα εστιατόριο. Στο εστιατόριο σερβίρονται τα καλύτερα πιάτα της πατρίδας τους, όμως οι δουλειές δεν πάνε καλά, μιας κι οι Αμερικανοί δεν είναι ακόμα εξοικειωμένοι με μια τόσο ...εξωτική κουζίνα. Ο Σέκο ανησυχεί, λεφτά δεν βγαίνουν κι η τράπεζα πιέζει. Κρύβει την πραγματική κατάσταση από τον Πρίμο, ο οποίος είναι ο σεφ, ένας άνθρωπος απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του, την οποία βλέπει ως λειτούργημα κι όχι ως τρόπο να βγάλει χρήματα. Και γι' αυτό το λόγο δεν δέχεται συμβιβασμούς. Όταν ο αδερφός του του προτείνει να βγάλουν από το μενού το ριζότο με θαλασσινά- για οικονομικούς λόγους- εκείνος ειρωνικά του προτείνει να το αντικαταστήσουν με hot dogs!



 Ο Σέκο στην απελπισία του κάνει το λάθος να ζητήσει βοήθεια από τον κύριο ανταγωνιστή τους, τον Πασκάλ, ο οποίος διαθέτει εστιατόριο στην άλλη πλευρά του δρόμου. Εστιατόριο- αχταρμά βέβαια που σερβίρει ό,τι αρέσει στον μέσο πελάτη. Δεν τον ενδιαφέρει η ποιότητα, αρκεί τα "bucks" να ρέουν όπως η σαμπάνια που κερνά απλόχερα. Ο Πασκάλ συμφωνεί -με δόλο- να τον βοηθήσει. Υπόσχεται να μιλήσει στο φίλο του Λούις Πρίμα -διάσημος τραγουδιστής της εποχής- να έρθει στο εστιατόριο των αδερφών να φάει, να διαφημιστεί το μαγαζί. Χαρούμενος ο Σέκο ανακοινώνει τα μεγάλα νέα στον αδερφό του. Ξεκινούν ξέφρενες ετοιμασίες στην κουζίνα για να υποδεχτούν με μεγαλόπρεπο τρόπο τον κο. Πρίμα. Μέχρι και timpano ετοιμάζεται, ένα μεγαλειώδες, εντυπωσιακό ιταλικό πιάτο που αναδεικνύει όλη τη μαεστρία και την υψηλή τεχνική του Πρίμο.




 Εκείνη τη "Μεγάλη Βραδιά" μαζεύονται φίλοι, συγγενείς και γείτονες. Και περιμένουν τον κο.Πρίμα. Κάπου εκεί, ο χαρούμενος Πρίμο περιγράφει στην αγαπημένη του ανθοπώλισσα χαρακτηριστικά πιάτα της πατρίδας του. Ένα από αυτά είναι και τα lasagne alla bolognese, που για τον Πρίμο είναι ένα θεϊκό πιάτο που λατρεύει. 

Ο Λούις Πρίμα δεν θα έρθει ποτέ και στο τέλος μιας ξέφρενης βραδιάς, όταν αποκαλύπτεται ότι ο Πασκάλ τους πρόδωσε, τα αδέρφια συγκρούονται. Η πίκρα κι η απελπισία τους πνίγει, εκεί στις ακτές Αμερικής -της χώρας όπου ήλπιζαν να βρουν την τύχη τους αλλά πια τους κατασπαράζει. 


Όλα έτοιμα για τη Μεγάλη Βραδια!


Lasagne alla Bolognese 



Υλικά για 8 άτομα

Για τη σάλτσα:

500 γρ κιμά μοσχαρίσιο
150 γρ μπέικον (ολόκληρο κομμάτι το οποίο θα κόψετε σε κυβάκια)
1 μεγάλο κρεμμύδι λευκό
1 καρότο
λίγο σέλερυ
1 κουτί τομάτες ολόκληρες (που θα περάσετε από το μούλτι)
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
αλάτι
ελαιόλαδο


Για τα λαζάνια:
Αν χρησιμοποιήσετε έτοιμα: 500 γρ
Αν φτιάξετε φρέσκα: 300 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
3 φρεσκότατα αυγά

Για τη σάλτσα μπεσαμέλ:
100 γρ βούτυρο
100 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 λίτρο γάλα πλήρες
αλάτι (πρέζα)
μοσχοκάρυδο (πρέζα)


Επιπλέον:
200 γρ φρεσκοτριμμένη παρμεζάνα

Ξεκινήστε με τη σάλτσα. Ψιλοκόψτε κρεμμύδι, καρότο και σέλερυ. Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρετε τα παραπάνω υλικά. Αφού μαλακώσουν προσθέτετε το μπέικον, σοτάρετε για λίγο και μετά προσθέτετε τον κιμά. Συνεχίζετε το σοτάρισμα ανακατώνοντας συχνά έως ότου το κρέας μείνει από υγρά. Ρίχνετε το κρασί και περιμένετε να εξατμιστεί. Προσθέτετε την τομάτα, λίγο αλάτι κι αφήνετε τη σάλτσα να σιγοβράσει.

Εν τω μεταξύ, όσο η σάλτσα σιγοβράζει ετοιμάζετε τη ζύμη για τα λαζάνια- εφόσον θα φτιάξετε φρέσκα, αλλιώς αν έχετε αγοράσει έτοιμα ξερά θα ακολουθήσετε τις οδηγίες στο πακέτο. (Καλό είναι να τα βράσετε πρώτα σε αλατισμένο νερό στο οποίο θα έχετε ρίξει λίγο ελαιόλαδο για να μην κολλήσουν. Αν θέλετε να τα χρησιμοποιήσετε ξερά θα πρέπει να αραιώσετε την μπεσαμέλ που σημαίνει να μειώσετε στο μισό το αλεύρι και το βούτυρο).
Στην επιφάνεια εργασίας θα σχηματίσετε ένα βουναλάκι με το αλεύρι. Στο κέντρο θα δημιουργήσετε ένα κενό όπου θα ρίξετε τα αυγά. Με ένα πιρούνι θα αρχίσετε να χτυπάτε τα αυγά και λίγο λίγο θα ενσωματώνετε το αλεύρι. Σε κάποια φάση θα αφήστε το πιρούνι και θα αρχίστε να δουλεύετε τη ζύμη με τα χέρια δυνατά μέχρι να σχηματιστεί μια ομοιογενής ζύμη που δεν θα κολλά στα χέρια.
Σημείωση: Η αναλογία 100 γρ αλεύρι: 1 αυγό είναι σταθερή αλλά πάντα υπάρχουν αποκλίσεις που οφείλονται στην ποιότητα του αλευριού και στο μέγεθος των αυγών. Ίσως δείτε ότι χρειάζεστε λίγο περισσότερο αλεύρι ή το αντίθετο να περισσεύει λίγο αλεύρι. Μόλις είναι έτοιμη η ζύμη, την διπλώνετε σε διαφανή μεμβράνη και την αφήνετε να ξεκουραστεί (Οι συγκεκριμένες ζύμες όσο μένουν τόσο το καλύτερο είναι διότι αποκτούν ελαστικότητα).

Εν τω μεταξύ, όσο σιγοβράζει η σάλτσα κι όσο ξεκουράζεται η ζύμη ετοιμάζετε την σάλτσα μπεσαμέλ:
Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνετε το γάλα- δεν το βράζετε! Σε άλλη πιο μεγάλη κατσαρόλα λιώνετε το βούτυρο σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Προσθέτετε το αλεύρι κι ανακατώνετε πολύ γρήγορα με τον αυγοδάρτη για να μην σβολιάσει το μείγμα. Ρίχνετε σε αυτό το γάλα λίγο λίγο, ανακατώνοντας συνέχεια. Συνεχίζετε να ανακατωνετε για ένα πεντάλεπτο περίπου. Τότε θα αρχίσει να πήζει η σάλτσα. Ρίχνετε αλάτι και μοσχοκάρυδο, ανακατώνετε μια τελευταία φορά και σκεπάζετε την κατσαρόλα με ένα υγρό πανί.

Ανοίγετε τη ζύμη σε φύλλα για λαζάνια. Ή θα χρησιμοποιήσετε το μηχάνημα για άνοιγμα φύλλων ή θα τα ανοίξετε με τον πλάστη. Όπως κι αν έχει μην ξεχνάτε να αλευρώνετε συχνά. Μόλις ανοίξετε τη ζύμη σε φύλλα κόψτε τα σε ορθογώνια κομμάτια.

Τώρα είστε έτοιμοι να φτιάξετε το φαγητό. Προθερμαίνετε το φούρνο στους 160 βαθμούς. Βουτυρώστε καλά ένα ορθογώνιο ταψί- οι διαστάσεις να είναι τουλάχιστον 30 x 20 cm έτσι ώστε να δημιουργηθούν τουλάχιστον 3-4 επίπεδα. Στρώστε λίγη σάλτσα κάτω και μετά σκεπάστε με λαζάνια. Συνεχίστε με σάλτσα μπεσαμέλ, τόση όσο να σκεπάσει τα λαζάνια, από πάνω σάλτσα μπολονέζ και τέλος λίγη παρμεζάνα. Συνεχίστε με αυτή τη σειρά πηγαίνοντας από επίπεδο σε επίπεδο. Στην τελευταία στρώση, ό,τι έχει απομείνει από τις δύο σάλτσες ανακατώστε το κι απλώστε το πάνω πάνω. Ρίξτε την παρμεζάνα που έχει απομείνει. Ψήστε το φαγητό σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο στο φούρνο για 30 λεπτά περίπου, ξεσκεπάστε και ψήστε για άλλα 10 λεπτά ακόμα, μέχρι να αποκτήσει όμορφο χρώμα.




Παίρνει περίπου δύο ώρες για να ετοιμαστεί αλλά αξίζει τον κόπο! Είναι καταπληκτικό πιάτο! Είχε απόλυτο δίκιο ο Πρίμο!


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run


*

Καλή, νόστιμη Νέα Χρονιά σε όλους! Η Crispy σας εύχεται όλα τα καλά -και μόνο τα καλά- να σας συμβούν κι επιτέλους για τη χώρα μας το έτος 2015 να είναι πιο θετικό.