Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Grouchy Crispy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Grouchy Crispy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Τα κάναμε σαλάτα

Προ ημερών περνούσα από ένα εστιατόριο των νοτίων προαστίων κι είδα να έχει σταματήσει απ'έξω φορτηγό γνωστής εταιρίας που ειδικεύεται στη συσκευασία έτοιμων σαλατών και να ξεφορτώνει πακέτα με ...έτοιμες σαλάτες. Εντάξει, δικαίωμα του εστιατορίου είναι να φέρνει έτοιμες σαλάτες κι η συγκεκριμένη εταιρία απ' ό,τι βλέπω στο σουπερμάρκετ είναι ιδιαίτερα αγαπητή και γενικώς δεν έχω πρόβλημα, άλλωστε στο συγκεκριμένο εστιατόριο δεν πηγαίνω.  Η όλη σκηνή όμως  με έκανε να θυμηθώ κάποια δυσάρεστα περιστατικά σε εστιατόρια, τα οποία περιστατικά έχουν σχέση με σαλάτες.

Πριν κάποια χρόνια είχα ζητήσει σαλάτα χωριάτικη αλλά χωρίς τη φέτα πάνω πάνω (μιας και δεν την τρώω) και σε ένα λεπτό είχε έρθει μπροστά μου έτοιμη χωριάτικη κομμένη μερικές ώρες πριν από την οποία απλώς είχαν αφαιρέσει τη φέτα, κι από την οποία είχαν μείνει κάτι τρίμματα και φυσικά τα λαχανικά είχαν ποτίσει με το "ζουμί" της, προς μεγάλη μου δυσφορία, απογοήτευση κι εκνευρισμό!

Μιαν άλλη φορά, σε άλλη ταβέρνα, η σαλάτα ήρθε πιο κρύα κι από σορμπέ φράουλα, έτοιμη, κομμένη και χωμένη στο ψυγείο από το πρωί κι εμείς, αφού τη φάγαμε και μας "έφαγε", μέχρι το άλλο πρωί είχαμε ένα θέμα που προέκυψε χάρη στην παγωμένη κι αλλοιωμένη σαλάτα κι ευτυχώς στη Χώρα του νησιού υπήρχε φαρμακείο ανοιχτό.

Μεμονωμένες περιπτώσεις που όμως σε κάνουν καχύποπτο και φτάνεις στο σημείο να απολαμβάνεις σαλάτα μόνο στα εστιατόρια που αποδεδειγμένα έχεις διαπιστώσει ότι είναι εξαιρετικές γιατί τις φτιάχνουν εκείνη την ώρα! Κι όχι από το πρωί ως αγγαρεία. Τα λαχανικά είναι φρεκοκομμένα, σφιχτά, τραγανά. Πόσο δύσκολο είναι να ετοιμάσεις μια σαλάτα; Πόσο χρόνο θα σε πάρει; Και στη σαλάτα μπορείς να είσαι δημιουργικός κι ευφάνταστος, δεν χρειάζεται να τις σνομπάρεις, γιατί αν είναι να τις έχεις δευτεράτζες καλύτερα βγάλ' τες από τον κατάλογο.

Πάμε όμως σιγά σιγά στο σημερινό πιάτο. Το οποίο είναι ένα κρύο πιάτο με ζυμαρικά. Δεν θα χρησιμοποιήσω πια τον όρο "μακαρονοσαλάτα", ο οποίος όρος, όπως μου επεσήμανε ο Κλεομένης σε προηγούμενη ανάρτηση  είναι εντελώς άκυρος και συμφωνώ. Από εδώ και πέρα θα δηλώνεται ως πιάτο με ζυμαρικά και θα επισημαίνεται ότι είναι ένα κρύο πιάτο.

Και κάτι άλλο σε σχέση με τα ζυμαρικά. Βλέπω-με 40 βαθμούς έξω, το επισημαίνω!!- από εδώ κι από εκεί να ετοιμάζετε πιάτα με ζυμαρικά τίγκα στα μπέικον, τις κρέμες γάλακτος και τα λιωμένα τυριά! ΣΤΟΠ! Το καλοκαίρι, τα πιάτα με ζυμαρικά θέλουν μια légèreté που λένε κι οι Γάλλοι! Αφήστε τέτοια "βαριά" υλικά για το χειμώνα κι ετοιμάστε κάτι σαν αυτό:


Fusilli με μπουκιές κοτόπουλου και καλοκαιρινά λαχανικά (κρύο πιάτο)



Για 2 άτομα

1 φιλέτο κοτόπουλο
1 τομάτα μεγάλη
1 πιπεριά πράσινη
1 κόκκινο κρεμμύδι
1 μικρό αγγούρι
λίγες ελιές Καλαμών ή/και πράσινες
χυμός ενός λεμονιού
ρίγανη
αλάτι
ελαιόλαδο




Κόβουμε το κοτόπουλο σε μπουκιές. Σε ένα μπολ ανακατώνουμε το λεμόνι με λίγο ελαιόλαδο, άφθονη ρίγανη κι αλάτι. Ρίχνουμε το κοτόπουλο και το αφήνουμε να μαριναριστεί για λίγη ώρα (20 λεπτά)

Εν τω μεταξύ βράζουμε αυστηρά al dente τα ζυμαρικά, τα σουρώνουμε, τα βάζουμε σε ένα μπολ, ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο και τα αφήνουμε να κρυώσουν.

Κόβουμε την τομάτα σε λεπτές ροδέλες. Σε ένα ταψί στρώνουμε αντικολλητικό χαρτί, βάζουμε τις ροδέλες, λίγο αλάτι, ρίγανη κι ελαιόλαδο, και ψήνουμε στο γκριλ του φούρνου, για 10 λεπτά περίπου μέχρι να αρχίσουν να στεγνώνουν.

Σε ένα τηγάνι ρίχνουμε το κοτόπουλο με την μαρινάδα και τηγανίζουμε για λίγα λεπτά μέχρι να ψηθεί το κρέας και να σωθούν τα υγρά.

Μέχρι να κρυώσουν οι τομάτες, τα ζυμαρικά και το κοτόπουλο, κόβουμε τα υπόλοιπα λαχανικά. Την πιπεριά σε λεπτές φέτες, το αγγούρι σε κυβάκια, το κρεμμύδι σε ροδέλες.

Ανακατώνουμε όλα τα υλικά μαζί σε μια πιατέλα προσθέτοντας λίγο ελαιόλαδο, αλάτι, κι αν θέλουμε λίγο λεμόνι.




 Το πιάτο συνοδεύτηκε  όχι με ψωμί αλλά με κάτι καταπληκτικά παξιμάδια από την Αστυπάλαια. Τα παξιμάδια Ηλιάνα τα ανακάλυψα την προηγούμενη φορά που ήμουν στο νησί. Είναι πάρα πολύ νόστιμα ιδιαίτερα αυτά που είναι φτιαγμένα με χλωρή και σαφράν. Τα βρίσκω και εδώ στην Αθήνα (συγκεκριμένα στα ΑΒ) ευτυχώς!

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

O Mark κι εγώ.

Ο κος. Μαρκ δεν είναι άλλος από τον Mark Bittman του οποίου τις συνταγές έμαθα να αγαπώ μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες της New York Times. Ήμουν φανατική- ηλεκτρονική- αναγνώστρια του αμερικάνικου γαστρονομικού περιοδικού Saveur μέχρι που άλλαξε διεύθυνση (έγινε κάπως χίπστερ, αν ήθελα κάτι ανάλογο φίλοι συντάκτες του Saveur, θα ξεφύλλιζα το απίστευτα βαρετό food section του kinfolk, ευχαριστώ) και το site έγινε βαρύ κι ασήκωτο-ακόμα και τώρα δεν φορτώνει εύκολα. Για να κρατήσω επαφή με τα γαστρονομικά από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, άρχισα να επισκέπτομαι blog, τα οποία ήταν ακόμα πιο βαρετά κι από το kinfolk, βαρέθηκα μέχρι και blog με ιστορία και παράδοση (εντάξει κορίτσια κι αγόρια, το εμπεδώσαμε ότι είστε ευτυχισμένοι. αλλά κάτι θεολογικά, φιλοσοφικά επιπέδου Κοέλιο ή πολύ προσωπικά τι τα θέλετε;). Έτσι άρχισα να παρακολουθώ το section Food / Wine της ΝΥΤ κι ενθουσιάστηκα, μέχρι και τις κριτικές για τα εστιατόρια της Νέας Υόρκης διάβαζα, αλλά κάποτε συνειδητοποίησα ότι ήταν χαμένος κόπος- το ταξίδι στο Μεγάλο Μήλο είχε γίνει εν τω μεταξύ όνειρο θερινής νυχτός. Αλλά δεν ήταν καθόλου χαμένος κόπος να ανακαλύπτω τις συνταγές που πρότεινε το γαστρονομικό τιμ της εφημερίδας! Και κάπου εκεί άρχισα να παρακολουθώ τις συνταγές του κου. Bittman, κι ειλικρινά ό,τι έχω δοκιμάσει είναι απλό, εύκολο και κυρίως εκπληκτικό! Αυτό είναι που μου αρέσει στις συνταγές της συγκεκριμένης εφημερίδας. Ωραίες, απλές χωρίς εξεζητημένα στοιχεία, εύκολες και με τον τρόπο τους μοναδικές.

Πού ήθελα να καταλήξω (γιατί στο τέλος από την πολυλογία θα γίνω πιο βαρετή κι από το kinfolk). Ότι ο κος. Bittman δεν γράφει πια για την ΝΥΤ -νομίζω από πέρσι- αλλά ευτυχώς οι συνταγές του εμφανίζονται συχνά πυκνά στη σελίδα της εφημερίδας για φαγητό στο facebook. Τις προάλλες έκανε την εμφάνιση του μια συνταγή του για banana bread με καρύδα τη στιγμή ακριβώς που 3 μπανάνες έπνεαν τα λοίσθια κι εμείς θα φεύγαμε για λίγες μέρες.

Μου άρεσε πάρα πολύ η ιδέα να συνδυάσω μπανάνα και καρύδα, μου αρέσουν έτσι κι αλλιώς τα κέικ τύπου bread. Αποφάσισα να το φτιάξω κάνοντας την εξής σημαντική αλλαγή: Αντί για βούτυρο χρησιμοποίησα ελαιόλαδο. Κι επίσης πρόσθεσα λίγη μαγειρική σόδα. Α, και δεν έβαλα καρύδια γιατί βαριόμουν να σπάσω μερικά (είμαι από εκείνους που δεν αγοράζουν έτοιμο σπασμένο καρύδι...αλλά κατά τ'άλλα βαριέμαι να το σπάσω...το άσπαστο...!!!)

Το αποτέλεσμα ήταν το ωραιότερο, το πιο νόστιμο, το πιο ιδανικό σε υφή banana bread που έχω φτιάξει. Το πήρα μαζί μου σε 8ωρο ταξιδι με πλοίο και μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας δεν είχε μείνει ψίχουλο!

Το έφτιαξα πάλι προχθές. ΔΕΝ ΤΟ ΧΟΡΤΑΙΝΩ!

Banana bread με καρύδα (ελαφρώς πειραγμένη συνταγή του Mark Bittman)



Για ορθογώνιο ταψί διαστάσεων 10 x 20 εκ.

100 γρ ελαιόλαδο
2 μεγάλες και πολύ ώριμες μπανάνες (ή 3 μεσαίου μεγέθους)
1 1/2 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/2 φλιτζάνι αλεύρι ολικής αλέσεως
3/4 φλιτζάνι ζάχαρη
1 κουταλάκι γλυκού baking powder
1/2 κουταλάκι γλυκού μαγειρική σόδα
1 πρέζα αλάτι
2 μεγάλα αυγά
1 κουταλάκι εκχύλισμα βανίλιας
2/3 φλιτζάνι καρύδα

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Λαδώνουμε καλά το ταψί κι αν θέλουμε το ντύνουμε με αντικολλητικό χαρτί (βοηθά)

Λιώνουμε πολύ καλά τις μπανάνες.

Ανακατώνουμε όλα τα στεγνά υλικά μαζί. Αλεύρι, καρύδα, baking powder, σόδα, αλάτι αλλά όχι τη ζάχαρη. Την ζάχαρη θα την βάλουμε σε άλλο μεγάλο μπολ με το ελαιόλαδο και θα χτυπήσουμε με αβγοδάρτη για λίγα λεπτά. Προσθέτουμε τα αυγά και συνεχίζουμε για λίγο το χτύπημα. Προσθέτουμε τις μπανάνες και το εκχύλισμα βανίλιας. Ανακατώνουμε για λίγο και προσθέτουμε τα στεγνά υλικά. Ανακατεύουμε με μια σπάτουλα για να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Το ρίχνουμε στο ταψί και ψήνουμε για 50 λεπτά περίπου. Τα κέικ τύπου bread πάντα αργούν να ψηθούν. Προσοχή μην μας πάρει κατά τη διάρκεια του ψησίματος. Μόλις πάρει χρώμα σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο. Με τη βοήθεια ενός μαχαιριού τσεκάρουμε να δούμε αν έχει ψηθεί και στο εσωτερικό. Λόγω της μπανάνας το μαχαίρι δεν θα βγαίνει ολοκάθαρο, οπότε προσοχή μην παραψηθεί.

Βγάζουμε από το φούρνο κι αφήνουμε να κρυώσει λίγο πριν το βγάλουμε από το ταψί.





Τα άλλα banana bread της Crispy:
εδώ
κι εδώ


ΥΓ: 'Νταξ οι φωτό είναι επιεικώς άθλιες. Αλλά πάλι καλά, γιατί από την άλλη θα κινδύνευα να με προσλάβει το kinfolk!!!

Α, και κάτι άσχετο. Μήπως γίνεται να σταματήσουμε να βάζουμε μπροστά στα ονόματα ξένων εφημερίδων άρθρα εκτός από εκείνο του θηλυκού γένους (Η εφημερίδα); Βλέπετε, θεωρώ ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε σε τι γένος αντιστοιχούν τα ουσιαστικά που χρησιμοποιούνται στις ονομασίες ξένων εφημερίδων. Η Γκάρντιαν, Η Βελτ, Η Κορριέρε κοκ μια χαρά ακούγεται κι αχ, βαχ, σας παρακαλώ αφήστε ήσυχο τον άμοιρο τον Γκάρντιαν!! #kati_dika_mou

ΥΓ2: Κι αν όλα πάνε καλά (ας πούμε, δεν μου κάνει μήνυση το kinfolk) θα σας αποκαλύψω κάποτε μια συνταγή του Mark, επιτομή της απλότητας , της γρηγοράδας και της νοστιμιάς εννοείται!

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Καλοκαιρινές έξοδοι

Πάνε κι έρχονται καταιγίδες, καύσωνες, lake-effect φαινόμενα (το ζήσαμε κι αυτό), χώρες φεύγουν, υστερία κυριεύει το σύμπαν, η Μέγαιρα δείχνει τα δόντια της, εν τω μεταξύ εδώ, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, κοτσάνες εκτοξεύονται με ιλαρή διάθεση και το σύμπαν ξεχνά για λίγο την υστερία και ξεσπά σε γέλια. Τι Ιούνιος κι αυτός!

Μετά από αυτόν τον μονόλογο-εισαγωγή ας πάμε στα θέματα που μας ενδιαφέρουν άμεσα.

Πριν λίγες μέρες διάβαζα σε ένα ιταλικό περιοδικό για την Anna Del Conte. Η εν λόγω κυρία μέσω του έργου της, μια σειρά κλασικών πια βιβλίων μαγειρικής, είναι εκείνη που γνώρισε στους Βρετανούς την Ιταλική Κουζίνα. Η περίφημη Nigella Lawson πίνει νερό στο όνομα της. Δεν την γνώριζα την κα. Del Conte, για να είμαι ειλικρινής, αλλά εντάξει, μου φτάνει ο ενθουσιασμός της Nigella.
Κάτω από την παρουσίαση της κας. Del Conte υπήρχε μια συνταγή της που μου τράβηξε την προσοχή. Σπαγγέτι με πράσα, κάρυ, κρέμα γάλακτος και παρμεζάνα. Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα αλλά ελάχιστα "ιταλική" και περισσότερο βρετανικών προθέσεων. Εν τω μεταξύ, στο μυαλό μου δεν καθόταν καλά η παρουσία της κρέμας γάλακτος. Μα ούτε της παρμεζάνας. Κάτι μου έλεγε να αντικαταστήσω τα δύο αυτά υλικά με γιαούρτι. Το δοκίμασα. Και ναι, πέτυχα διάνα! Βγήκε μια σούπερ σπαγγετάδα που τρώγεται άνετα και το καλοκαίρι (γιατί τέθηκε τέτοιο θέμα). Την λάτρεψα! Τα τρία βασικά υλικά, πράσο, κάρυ, γιαούρτι ταίριαξαν θαυμάσια!


Σπαγγέτι με πράσο, κάρυ και γιαούρτι




Υλικά για 4 πιάτα

400 γρ σπαγγέτι
3 μεγάλα πράσα ψιλοκομμένα
2 κουταλάκια κάρυ (λίγο περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα τα γούστα μας)
2 κεσέδες γιαούρτι (προσωπικά προτιμώ να χρησιμοποιώ στο φαγητό στραγγιστό 2%) τα οποία θα έχουμε αφήσει εκτός ψυγείου για μισή ωρίτσα
1 ποτήρι ζωμό της αρεσκείας (λαχανικών, κότας, βοδινού)
ελαιόλαδο
αλάτι


Σε ένα μεγάλο τηγάνι με παχύ πάτο ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο. Τη φωτιά την έχουμε σε μέτρια ένταση. Μόλις ζεσταθεί το λάδι ρίχνουμε τα πράσο και σοτάρουμε για 5-10 λεπτά μέχρι να μαλακώσει. Ρίχνουμε στο τηγάνι το κάρυ, 2/3 του ζωμού, αλάτι, ανακατώνουμε, σκεπάζουμε κι αφήνουμε το πράσο να σιγομαγειρευτεί για 20 λεπτά τουλάχιστον χαμηλώνοντας ένα βαθμό τη φωτιά. Πότε πότε ρίχνουμε μια ματιά να σιγουρευτούμε ότι υπάρχει ακόμα ζωμός. Αν όχι συμπληρώνουμε με το υπόλοιπο. Καλό είναι στο τέλος, να έχουν βράσει καλά τα υλικά και να έχει μείνει λίγος ζωμός.

Βράζουμε αλατισμένο νερό στο οποίο ρίχνουμε τα σπαγγέτι και βράζουμε al dente.

Εν τω μεταξύ, σε ένα μπολ ρίχνουμε τα δύο γιαούρτια κια ανακατεύουμε ζωηρά έτσι ώστε να γίνει κρεμώδες και να ζεσταθεί λίγο.

Στραγγίζουμε τα ζυμαρικά και τα ρίχνουμε στο τηγάνι με τα πράσα, Ανακατώνουμε. Ρίχνουμε από πάνω το γιαούρτι κι ανακατώνουμε πάλι.

Σερβίρουμε αμέσως.




Συνοδέψαμε την συγκεκριμένη σπαγγετάδα με μια Ionian Pilsener της κερκυραϊκής Royal Ionian, μια πολύ ενδιαφέρουσα μπύρα της οποίας τα αρώματα κι η γεύση ταίριαξαν εξαιρετικά με το συγκεκριμένο πιάτο.

Οι φόροι που έχουν επιβληθεί στην μπύρα (και το κρασί) έχουν ανεβάσει, δυστυχώς, τις τιμές. Οι  Έλληνες μικροζυθοποιοί, των οποίων οι μπύρες είναι εκ των πραγμάτων πιο ακριβές από εκείνες των κολοσσών, αναγκάζονται να αυξήσουν τις τιμές. Ας τους υποστηρίξουμε όσο μπορούμε. Αρκετοί από αυτούς παράγουν διαμαντάκια κι είναι κρίμα να σταματήσει η παραγωγή αυτών των μπυρών εξαιτίας της παρανοϊκής οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Σημεία των καιρών

Σημείο Νο.1 :Τον τελευταίο καιρό χρησιμοποιώ όλο και πιο συχνά σε συνταγές φιλέτο στήθος κοτόπουλου. Το βασικό του πλεονέκτημα είναι ότι μαγειρεύεται σχετικά γρήγορα κι είναι ευέλικτο ως υλικό. Επίσης, και κατεψυγμένο να είναι, δεν αργεί να ξεπαγώσει - δεν έχω φούρνο μικροκυμάτων. Θα αναρωτηθείτε αν το κριτήριο μου για τη χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου είδους κρέας είναι μόνο ο χρόνος. Όχι βέβαια! Μπορεί να προκύψουν νοστιμότατα φαγητά από στήθος κοτόπουλου. Για παράδειγμα, αυτά τα τρία αγαπημένα πιάτα που φτιάχνω πολύ συχνά.

Σημείο Νο.2: Τον τελευταίο καιρό μ' έχει πιάσει μια μανία με τα μανιτάρια. Ψάχνοντας λοιπόν στα σουπερμάρκετ και τα μανάβικα για διάφορα είδη παρατήρησα ότι τα περισσότερα από αυτά παράγονται στην Πολωνία- κυρίως τα κλασικά τα άσπρα, σε διαφορετικά μεγέθη. Τα portobello έρχονται ως επί το πλείστον από την Ιταλία και τα πλευρώτους είναι σχεδόν πάντα ελληνικά. Χωρίς να έχω κανένα πρόβλημα για τη χώρα προέλευσης, άλλωστε τα αγοράζω από όπου κι αν είναι, αναρωτιέμαι πόσο συμφέρει, δηλαδή τι κερδίζει ο έμπορος-εισαγωγέας μιας και το μανιτάρι πρέπει να είναι από τις πιο φθηνές κι εύκολες καλλιέργειες. Μου μένει η απορία, τόσο πολύ συμφέρει να καλλιεργηθεί στην Πολωνία, να κάνει ολόκληρο ταξίδι κάθετα διασχίζοντας την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, να συσκευαστεί εδώ για να πουληθεί αργότερα σε κανονική τιμή; Τελοσπάντων, όποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω ας μας εξηγήσει. Εν τω μεταξύ, έπεσα πάνω σε εξαιρετικά ελληνικά μανιτάρια shiitake- τα οποία αποδείχτηκαν απίστευτα νόστιμα! Και πού τα βρήκα; Στο bio shop της γειτονιάς! Τα άρπαξα με μεγάλη χαρά όταν τα είδα κι ενώ ήμουν έτοιμη να τρέξω σπίτι να τα μαγειρέψω, ο Χρήστος -ο ιδιοκτήτης- με έβαλε να του περιγράψω την συνταγή που είχα κατά νου- γιατί πάντα συζητάμε για συνταγές. Με κοιτούσε ελαφρώς ζαλισμένος καθώς του περιέγραφα την συνταγή, όχι ότι η συνταγή είχε κάτι περίεργο, απλά εγώ έχω την κακή συνήθεια να μιλώ γρήγορα κι ακατάληπτα.

-Θα την αναρτήσεις;
-Ε, ναι!
-Ευτυχώς!

Φιλετάκια από στήθος κοτόπουλου με μανιτάρια shiitake σε κρεμώδη σάλτσα καπνιστής πάπρικας





Υλικά για 2 άτομα

1 στήθος κοτόπουλου
100 γρ μανιτάρια shiitake
1 μεσαίου μεγέθους κρεμμύδι ψιλοκομμένο
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη
1+1 κουταλιές αλεύρι
1 κουταλάκι γλυκού πάπρικα καπνιστή
1 1/2 ποτήρι ζωμό κοτόπουλου
2 κουταλιές γιαούρτι στραγγιστό 2%
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο

Κόβουμε το στήθος κάθετα σε κομμάτια πάχους 1 εκ. περίπου.

Καθαρίζουμε και κόβουμε τα μανιτάρια σε λεπτές φέτες

Σε ένα μπολ αναμειγνύουμε 1 κουταλιά αλεύρι με λίγο αλάτι, πιπέρι και την πάπρικα. Σε αυτό πανάρουμε τα κομμάτια του κοτόπουλου. Αν τυχόν θέλουμε λίγο αλεύρι ακόμα, προσθέτουμε.

Σε ένα αντικολλητικό τηγάνι ζεσταίνουμε σε μεσαία προς δυνατή φωτιά λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρουμε πολύ καλά κι από τις δύο μεριές το κοτόπουλο μέχρι να πάρει ωραίο ρόδινο χρώμα.
Βγάζουμε από το τηγάνι το κρέας. Προσθέτουμε λίγο ελαιόλαδο και σοτάρουμε τα μανιτάρια καλά- μέχρι να πιουν τα υγρά τους. Βγάζουμε από το τηγάνι, χαμηλώνουμε λίγο τη φωτιά, προσθέτουμε λίγο ελαιόλαδο αν χρειάζεται και σοτάρουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο. Μόλις μαλακώσει το κρεμμύδι ρίχνουμε το ζωμό και 1 κουταλιά αλεύρι. Ανακατώνουμε ζωηρά για να μην δημιουργηθούν σβόλοι. Αφήνουμε να πάρει βράση και μόλις μειωθεί περίπου στο μισό η σάλτσα επιστρέφουμε στο τηγάνι το κοτόπουλο και τα μανιτάρια.

Εν τω μεταξύ σε ένα μπολ χτυπάμε με ένα κουταλάκι το γιαούρτι για να γίνει πιο κρεμώδες (καλό είναι να το έχουμε βγάλει από το ψυγείο αρκετή ώρα πριν). Ρίχνουμε 1-2 κουταλιές σάλτσα σε αυτό κι ανακατώνουμε. Επαναλαμβάνουμε. Όταν η σάλτσα στο τηγάνι θα έχει πήξει καλά, βγάζουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε το γιαούρτι κι ανακατώνουμε μια τελευταία φορά ζωηρά.
Η σάλτσα μας πια θα είναι πηχτή και κρεμώδης.
Ρίχνουμε φρεσκοκομμένο μαϊντανό, ελέγχουμε για αλάτι και πιπέρι και σερβίρουμε μα ζυμαρικά, ρύζι ή πατάτες.




Σημείο Νο.3: Πριν λίγες μέρες έγραψα στο fb κάποια πράγματα μετά από μια βόλτα στο κέντρο.

Με απασχολεί πολύ η όψη του κέντρου της πόλης.  Αυτό που είδα -και δεν ήταν η πρώτη φορά- ήταν απωθητικό κι απογοητευτικό. Δεν ξέρω αν έχετε βρεθεί μπροστά σε παρόμοια κατάσταση τον τελευταίο καιρό. Ποια είναι η γνώμη σας;
Και παρεμπιπτόντως σας αρέσουν οι στοές; Έχετε κάποια αγαπημένη στοά στο κέντρο που την διασχίζετε με την πρώτη ευκαιρία;



Ένα (+) κι ένα (-) από τη σημερινή βόλτα στο κέντρο που κατέληξε στο bar The Trap στο Σύνταγμα.(+) Παρατηρώ με μεγάλη ...
Posted by As crisp as it gets on Sunday, 14 February 2016





Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Αρχές Νοέμβρη...

Αρχές Νοέμβρη στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας λοιπόν, έχεις έναν πρωθυπουργό που δε σταματά να χασκογελά, να μας πει -αν γίνεται- τι τον κάνει τόσο χαρούμενο, που βρίσκει τόσο καλή διάθεση, που εντοπίζει τόση drôlerie, διότι η πλειοψηφία των κατοίκων της λιλιπούτειας χώρας μας δε βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος, άλλα βλέπουμε, που μας κόβουν το γέλιο. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ο γνωστός γκρινιάρικος, μίζερος εαυτός μου, αλλά έπεφτα συνέχεια πάνω σε άλλο κόσμο που αναρωτιόταν το ίδιο- "γιατί γελά;"-, μέχρι που χθες άκουσα τον κο. Τζούμα στο ράδιο να διερωτάται το ίδιο. Είναι κοινή απορία πια.

Το άλλο που συνεχίζει να έχει καλή διάθεση εδώ στα νοτιοανατολικά της Ευρώπης είναι ο καιρός. Κι ο καλός καιρός μας φτιάχνει τη διάθεση, όσο να' ναι, κι εδώ που τα λέμε μόνο αυτός μας απέμεινε- σχεδόν. Ωραίες μέρες, σχεδόν ανοιξιάτικες, μόνο οι νύχτες έχουν κρυώσει για τα καλά- ιδιαίτερα στην επαρχία. Πολύς κόσμος -ανάμεσα τους κι η υποφαινόμενη- εκμεταλλεύεται τις λαμπερές ημέρες κι ορμά στις παραλίες των νοτίων προαστίων. Το βοριαδάκι καθαρίζει την ατμόσφαιρα ενώ είναι η αιτία που τα νερά της θάλασσας αποκτούν μια μαγική διαύγεια κι εκείνο το απίστευτο βαθύ γαλάζιο χρώμα, για το οποίο φημίζονται, άλλωστε, οι θάλασσες μας.

Προχθές το μεσημέρι αφού ήρθα από την παραλία, έψαχνα απεγνωσμένα να φτιάξω κάτι να φάω- γιατί όλα καλά κι ωραία με τη θάλασσα και το κολύμπι αλλά η όρεξη έχει την τάση να ανοίγει -πολύ.

Θυμήθηκα μια απλή συνταγή από την Καλαβρία της Ιταλίας που είχα βρει πριν καιρό. Η Καλαβρία είναι ίσως η πιο φτωχή περιοχή της χώρας και δεν είναι τυχαίο ότι στη συγκεκριμένη συνταγή, που θυμίζει πάρα πολύ καρμπονάρα, η πατάτα είναι το κύριο υλικό κι όχι το guanciale ή η pancetta (ή το πιο ταπεινό μπέικον).
Έλα όμως που τώρα τελευταία έχω πάθει μεγάλο έρωτα με τη γλυκοπατάτα κι έτσι, σε μια στιγμή αυθορμητισμού (κι ασυγκράτητης πείνας) αντικατέστησα στην συγκεκριμένη συνταγή την πατάτα με την γλυκοπατάτα. Κι, ω ναι, το φαγητό ήταν όπως το περίμενα. Νόστιμο, ελαφρύ και κυρίως χορταστικό! Όσοι τρέξετε στο μαραθώνιο μεθαύριο, να το έχετε υπόψη!

Γλυκοπατάτα με ζυμαρικά σε στυλ καρμπονάρα





Υλικά για 2 πιάτα

200 γρ γλυκοπατάτα (μια κανονικού μεγέθους γλυκοπατάτα είναι συνήθως περίπου 400 γρ, οπότε μιλάμε για μισή γλυκοπατάτα)
160 γρ μακαρονάκι κοφτό
2 μεγάλα αυγά
3-4 κουταλιές τριμμένη παρμεζάνα
αλάτι
πιπέρι
3-4 κουταλιές ελαιόλαδο

Καθαρίζουμε και κόβουμε την γλυκοπατάτα σε μικρά κυβάκια.
Σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο. Μόλις κάψει ρίχνουμε την γλυκοπατάτα και την τηγανίζουμε μέχρι να ροδίσει όμορφα κι είναι τραγανή. Η γλυκοπατάτα μαγειρεύεται πιο γρήγορα από την κανονική πατάτα οπότε σε 5-6 λεπτά θα είναι έτοιμη. Μόλις είναι έτοιμη η γλυκοπατάτα, βγάζουμε το τηγάνι από το μάτι της κουζίνας. Αλατίζουμε ελαφρώς.

Εν τω μεταξύ έχουμε ήδη βάλει σε κατσαρόλα νερό με αλάτι να βράσει. Μόλις βράσει ρίχνουμε τα ζυμαρικά και τα βράζουμε al dente.
Σε ένα μικρό μπολ χτυπάμε τα αυγά με την παρμεζάνα.

Στραγγίζουμε τα ζυμαρικά- όχι καλά, θέλουμε λίγο από το νερό βρασίματος- και τα ρίχνουμε στο τηγάνι με τη γλυκοπατάτα. Ανακατώνουμε. Ρίχνουμε στο τηγάνι το μείγμα αυγό-τυρί, ανακατώνουμε ζωηρά κι επιστρέφουμε για 1/2 λεπτό το τηγάνι στο μάτι της κουζίνας που είναι ακόμα ζεστό για να ψηθεί το αυγό.

Σερβίρουμε αμέσως τρίβοντας άφθονο πιπέρι πάνω στο φαγητό.





Κι όπως έχω υποσχεθεί, μέχρι το τέλος του έτους, εκτός από ωραία (;) φαγητά θα σας φιλεύω και με ωραίες, αγαπημένες μουσικές, εκείνες που με συντροφέυουν όταν μαγειρεύω.

Όταν ήμουν μικρή, η αγαπημένη μου βοκαλίστρια ήταν η Sarah Vaughan.  Κι ακόμα είναι, αν και με τα χρόνια έμαθα να εκτιμώ εξίσου κι άλλες σημαντικότατες γυναικείες φωνές. Ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους της -και που ακούω πολύ συχνά όταν βρίσκομαι στην κουζίνα- είναι το Vaughan and Violins της Mercury Records, το οποίο ηχογραφήθηκε στο Παρίσι το 1958 με παραγωγό τον νεαρό τότε Quincy Jones. Ένα από τα τραγούδια που ακούγονται στο δίσκο είναι κι αυτό:


Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Houston we have a problem

Μετά την προηγούμενη ανάρτηση ήμουν πολύ χαρούμενη γιατί είχα ανακαλύψει ένα νέο υλικό να χρησιμοποιώ στην κουζίνα (καινούργιο κοσκινάκι μου..) κι αυτό δεν ήταν άλλο από το γάλα αμυγδάλου. Εκτός από εκείνο το απίθανο lemon bread, το χρησιμοποίησα και σε pancakes και -ω ναι- με κουάκερ στο κλασικό porridge! Όλα τέλεια μέχρις ότου διάβασα στην (ναι, στην κι όχι στον!) Guardian αυτό το άρθρο σύμφωνα με το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ χρεωνόμουν εν μέρει την καταστροφή του πλανήτη. Μάλιστα...

Ε, καλά σκέφτηκα, μπορώ να ζήσω χωρίς γάλα αμυγδάλου, σημασία έχει ο πλανήτης, να ζει καλά κι αυτός ο δόλιος. Μετά από λίγες μέρες χτύπησε ο W.H.O, όχι ο Doctor Who αλλά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ο οποίος διαρρηγνύοντας τα ιμάτια του μας ζητούσε να σταματήσουμε να τρώμε επεξεργασμένα κρέατα γιατί προκαλούν καρκίνο. Στα επεξεργασμένα κρέατα εντάσσονται τα αλλαντικά κι εγώ έχω δηλώσει- επανειλημμένα- ότι θα μπορούσα να ζήσω μόνο με αλλαντικά, τυριά και κρασιά. Μεγάλο το πλήγμα, τα λατρεύω, αλλά τι να κάνουμε το είπε ο "ό,τι θυμάμαι χαίρομαι" WHO, ας μείνω με τυρί και κρασί στο φινάλε. Μέσα σε όλα αυτά πέφτω πάνω σε άρθρο που αποκαλύπτει ότι το τυρί μπορεί να είναι εξίσου εθιστικό όπως τα ναρκωτικά! Ααααα, μα τι στο καλό! Το ένα βλάπτει, το άλλο εθίζει. Στη σύγχυση μου επάνω είπα να φτιάξω λίγη pesto genovese που είναι ωραία και δεν επιβαρύνει το περιβάλλον, ο βασιλικός μεγαλώνει (μάλλον γερνά τέλη Οκτώβρη) ήσυχα ήσυχα στην βεράντα, καμία απειλή για το περιβάλλον... Αμ δε! Η μεγάλη ζήτηση κουκουναρόσπορου, ένα από τα κύρια συστατικά της pesto, είναι, λέει, επιβλαβής για το περιβάλλον!!!! Η pesto απειλή για τον πλανήτη μας!! Τι άλλο θα ακούσω, οϊμέ!

Αλλά δεν πειράζει, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μας νοιάζεται πολύ κι έτσι θα μας επιτρέπει να τρώμε έντομα από εδώ και πέρα , λύσαμε το πρόβλημα, θα φτιάξουμε ένα ωραιότατο ραγού με γρύλους όπως η Carol στη σειρά "The Last Man on Earth".


"Ladies and gentlemen, please welcome...cricket casserole!" — Carol


Η εβδομάδα δεν έχει τελειώσει ακόμα οπότε μπορεί να μας προκύψει κι άλλη παρόμοια είδηση. Πέρα από την πλάκα, η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Δεν θα προχωρήσω στην ανάλυση της κατάστασης αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι η παγκοσμιοποίηση της διατροφής με τρομάζει, η μαζική παραγωγή με ανησυχεί, εκείνο το "αποτύπωμα άνθρακα" με βάζει σε σκέψεις.
Προς το παρόν δεν μπορώ να κάνω πολλά, ίσως να ψάχνω για μικροπαραγωγούς στις λαϊκές, να προτιμώ προϊόντα εταιριών με μικρή και ποιοτική παραγωγή, να αναζητώ τοπικά προϊόντα, να αναρωτιέμαι αν πρέπει να πιω εκείνο το sauvignon blanc από τη Νέα Ζηλανδία (τόσο ταξίδι έκανε, μα να το σνομπάρω για ένα "ανθρακικό αποτύπωμα";), να ζηλεύω ανθρώπους σχεδόν αυτάρκεις, που έχουν το μποστάνι τους, τα λίγα ζώα τους, γιατί υπάρχουν, τους έχω συναντήσει, στην επαρχία προφανώς, "Η ευτυχία είναι στο λιβάδι", όπως ήταν ο τίτλος μιας παλιότερης γαλλικής ταινίας.

Ουφ! Δεν θα σας αφήσω με ένα τεράστιο ερωτηματικό να πλανάται πάνω από το κεφάλι σας. Εκείνα τα pancakes με γάλα αμυγδάλου που ανέφερα στην αρχή ήταν ωραιότατα, πολύ νόστιμα. Τι λέτε; Θα τα δοκιμάσετε;

Pancakes με γάλα αμυγδάλου




Για 8 κομμάτια

1/2 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/2 φλιτζάνι αλεύρι ολικής αλέσεως
1/2 φλιτζάνι γάλα αμυγδάλου (τα περισσότερα έχουν κάποιο γλυκαντικό, αυτό που χρησιμοποίησα εγώ είχε σιρόπι αγάβης, οπότε δεν χρειάζεται να βάλουμε στο χυλό μας ζάχαρη)
1/2 κεσέ γιαούρτι
1 μεγάλο αυγό
1/2 κουταλάκι του γλυκού μαγειρική σόδα
1 κουταλάκι του γλυκού baking powder
1 πρέζα μοσχοκάρυδο
Λίγες σταγόνες εκχύλισμα βανίλιας
Ελαιόλαδο για το τηγάνισμα

Σε ένα μπολ αναμειγνύουμε τα αλεύρια, τη σόδα, το baking powder και το μοσχοκάρυδο. Σε άλλο μπολ χτυπάμε το αυγό. Προσθέτουμε το γάλα αμυγδάλου, το γιαούρτι και το εκχύλισμα βανίλιας και χτυπάμε μέχρι να ομεγενοποιηθεί το μίγμα. Προσθέτουμε το μίγμα αλευριού. Αναμειγνύουμε μέχρι να ομογενοποιηθεί το μίγμα.
Ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο σε τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Ρίχνουμε χυλό που αντιστοιχεί σε μισή κουτάλα, ψήνουμε καλά από τη μια μεριά για 2-3 λεπτά, γυρίζουμε προσεκτικά και ψήνουμε κι από την άλλη. Αν το τηγάνι είναι μεγάλο μπορούμε να ψήνουμε δύο pancakes ταυτόχρονα. Συνεχίζουμε έτσι μέχρι να τελειώσει ο χυλός. Κάθε φορά προσθέτουμε λίγο ελαιόλαδο στο τηγάνι.

Μπορούμε να σερβίρουμε με ελληνικό μέλι (πολύ χαμηλό "ανθρακικό αποτύπωμα") ή καναδέζικο σιρόπι σφενδάμου ( το "ανθρακικό αποτύπωμα" αυξάνεται επικίνδυνα)




Πριν τελειώσουμε, να σας ενημερώσω ότι το blog μπήκε αισίως στον όγδοο χρόνο λειτουργίας. Αντί κεράσματος, σκέφτηκα να σας ποστάρω, μέχρι το τέλος του έτους, αγαπημένες μουσικές που ακούω όταν μαγειρεύω -κι όχι μόνο τότε! Δεν ξέρω τι ακούτε εσείς όταν μαγειρεύετε αλλά για λίγα post ακόμα θα πάρετε μια ιδέα τι ακούει η υποφαινόμενη.

Ξεκινάω με έναν από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους. "Ella & Louis". H Ella Fitzgerald κι ο "Pops" Louis Armstrong, μαζί πρώτη φορά για την Verve Records. Κάπου είχα διαβάσει ότι η ηχογράφηση έγινε μετά από μια περιοδεία κι οι δύο καλλιτέχνες ήταν αρκετά κουρασμένοι όταν την ξεκίνησαν. Η κούραση τους αποτυπώνεται με απίστευτο τρόπο στη φωνή τους ή στο παίξιμο του Louis, τόσο γλυκά, τόσο όμορφα, που οι ερμηνείες τους απογειώνονται στο τέλος!
Απολαύστε τον!




Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Περί της διόγκωσης των συστατικών.

Προ ημερών πήγα σε ένα μικρό σούπερ μάρκετ -από εκείνα όπου δεν βρίσκεις όλων των εταιριών τα είδη- κι αγόρασα αλεύρι μιας εταιρίας γνωστής στο χώρο. Δεν αγόραζα συχνά το συγκεκριμένο αλεύρι αλλά ναι, το είχα χρησιμοποιήσει στο παρελθόν. Χαζεύοντας τη συσκευασία έπεσε το μάτι μου στα συστατικά. Τα οποία ήταν περισσότερα του ενός. Μέχρι πρότινος είχα την εντύπωση ότι το απλό αλεύρι (όχι τα τύπου Φαρινάπ κλπ) ήταν απλό, σκέτο, νέτο αλεύρι- γι' αυτό και δεν διάβαζα ποτέ τι έγραφε μετά την ένδειξη "συστατικά". Αλεύρι για όλες τις χρήσεις αγόρασα. Και μου προέκυψε αλεύρι με...διογκωτικά. Κι έμεινα να αναρωτιέμαι τι διάολο θέλουν τα διογκωτικά στο απλό αλεύρι και τέλος πάντων τι είδους διογκωτικά ήταν αυτά. Και στο κάτω κάτω δεν ήθελα αλεύρι με διογκωτικά, βρε φίλε, ήθελα σκέτο, καλής ποιότητας αλεύρι. Κι εσύ μου έβαλες διογκωτικά. Και τώρα πια τίποτα δεν είναι δεδομένο. Φίλε, με αναγκάζεις να διαβάζω από δω και μπρος σχολαστικά και τα πακέτα με το αλεύρι. Θα γίνω η τρελή των σούπερ μάρκετ, εκείνη που διαβάζει τα συστατικά και στις συσκευασίες αλευριού, η δακτυλοδεικτούμενη εμμονική με τα συστατικά. Έτσι θα με καταντήσεις φίλε, εσύ και τα διογκωτικά σου.

Πήρα, που λέτε, το αλεύρι με τα διογκωτικά (δεν γινόταν να το επιστρέψω, το είχα ήδη ανοίξει όταν έκανα τη "διογκωμένη" ανακάλυψη) κι έφτιαξα ένα ωραιότατο, φθινοπωρινό κέικ με μήλα. Γιατί τι θα ήταν το φθινόπωρο χωρίς γλυκά με μήλα!


Κέικ μήλου με ελαιόλαδο (#2)*



Υλικά για ταψί διαμέτρου 22 εκ.


3 ξινόμηλα
180 γρ ζάχαρη
4 μεγάλα αυγά
120 γρ ελαιόλαδο
150 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις (χωρίς διογκωτικά...!)
2 κουταλάκια του γλυκού baking powder
1/4 κουταλάκι του γλυκού αλάτι
1/4 κουταλάκι κανέλα (γιατί τι θα ήταν ένα κέικ μήλου δίχως κανέλα...!)
1/2 φλιτζάνι σουλτανίνα
1/2 φλιτζάνι αμύγδαλο φιλέ (λευκό)
1 γενναία κουταλιά βούτυρο


Σε ένα μπολ ανακατεύουμε με το αλεύρι το baking powder, αλάτι και κανέλα.

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.
Βάζουμε το βούτυρο στο ταψί, το οποίο τοποθετούμε στο φούρνο μέχρι να λιώσει το βούτυρο.
Εν τω μεταξύ καθαρίζουμε τα μήλα και τα κόβουμε σε λεπτές φέτες.
Βγάζουμε το ταψί από το φούρνο κι απλώνουμε με ένα πινέλο το βούτυρο, που έχει λιώσει, σε όλη του την εσωτερική επιφάνεια. Τοποθετούμε τις φέτες σε στρώσεις στο ταψί- θα βγουν τουλάχιστον δύο καλές στρώσεις.

Ετοιμάζουμε τη ζύμη.
Χτυπάμε με το μίξερ πολύ καλά τη ζάχαρη με τα αυγά μέχρι να αφρατέψει και να ασπρίσει το μείγμα.
Χτυπώντας πιο απαλά πια, προσθέτουμε το αλεύρι κι ανακατώνουμε μέχρι να ενσωματωθεί. Προσθέτουμε το ελαιόλαδο και συνεχίζουμε να ανακατώνουμε απαλά μέχρι να ενσωματωθεί κι αυτό και να ομογενοποιηθεί το μείγμα. Τέλος προσθέτουμε την σουλτανίνα.

Ρίχνουμε το μείγμα πάνω από τα μήλα στο ταψί. Από πάνω ρίχνουμε τα αμύγδαλα.

Ψήνουμε για περίπου 35-40 λεπτά. Τσεκάρουμε να δούμε αν έχει ψηθεί πριν το ξεφουρνίσουμε.

Αφήνουμε για 10-15 λεπτά και μετά το βγάζουμε από το ταψί.

Το μεγάλο πλεονέκτημα των κέικ με ελαιόλαδο είναι ότι όσο περνούν οι μέρες διατηρούν την υγρασία τους, δεν ξηραίνονται. Κι έχουν μια ιδιαίτερη γεύση, μιας και το ελαιόλαδο ταιριάζει όμορφα με κέικ με φρούτα. Όσοι τυχόν δεν θέλουν ελαιόλαδο μπορούν να το αντικαταστήσουν με ισόποσο βούτυρο το οποίο θα έχουν λιώσει και θα έχουν αφήσει να κρυώσει.

*Εδώ θα βρείτε παλιότερη εκδοχή του ίδιου γλυκού.




Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Σκέψεις, εξομολογήσεις κι αυτοκριτική

Τώρα τελευταία έχω παρατηρήσει ότι κυκλοφορούν πολλά δηλητηριώδη κι ειρωνικά σχόλια για τους food blogger όπως επίσης και άρθρα γραμμένα σε γνωστά site , με εξίσου ειρωνικό και κακόβουλο λόγο. Έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται προς τι όλο αυτό το μένος για το συγκεκριμένο είδος blogger. Κάπου, σε όλη αυτήν την, αυστηρή είναι η αλήθεια, κριτική που ασκείται είδα και τον εαυτό μου ως "κατηγορούμενη". Αποφάσισα, γι' αυτό το λόγο, να κάνω μια αυτοκριτική με ταυτόχρονη αναδρομή στο παρελθόν μου ως food blogger.

Το blogging το ξεκίνησα πριν 6,5 χρόνια με πολύ ενθουσιασμό αλλά και μεγάλη διστακτικότητα. Τον πρώτο καιρό βολόδερνα μόνη μου στο απέραντο διαδικτυακό σύμπαν, έγραφα αναρτήσεις τις οποίες διάβαζα εγώ κι άλλα 5-6 άτομα ημερησίως που τυχαία περνούσαν από το μπλογκ. Μετά από κάνα δίμηνο άρχισα σιγά σιγά να έρχομαι σε επαφή με άλλους blogger -πάντα διστακτικά. Στο τέλος του πρώτου χρόνου είχε δημιουργηθεί ένας μικρός αλλά σταθερός κύκλος από ανθρώπους με τους οποίους ερχόμουν πια καθημερινά σε επαφή. "Ανοίγαμε" κάθε πρωί τα blog μας και τα λέγαμε, ως άλλοι γείτονες που ανοίγουν τα παράθυρα πρωί πρωί και καλημερίζονται και πιάνουν την κουβέντα, αναρτούσαμε την καθημερινότητα μας και τις απόψεις μας, τις ιδέες μας, τις ανακαλύψεις μας, τις εμπειρίες μας. Ο Τομ, η Ζέκια, ο Ναυαρίνο, το Βρωμιστεράκι, ο Tyler, ο Χαμαιλέων, η Βίπερα, η Φωτεινή, λίγο αργότερα ο Μάλερ, η Αμελί, η Εμμανουέλα, ο Χαμένος Γαστροναύτης, ο Ε-Ντίγκονις, ο Δημήτρης από την Ιαπωνία, κι άλλοι που ξεχνώ αυτή τη στιγμή. Ναι, οι περισσότεροι είχαμε τότε ψευδώνυμα! Μπλογκάραμε γιατί ήταν fun, είχε πλάκα, το διασκεδάζαμε, αλλά όχι μόνο, συζητούσαμε, ανταλλάσσαμε σκέψεις, προβληματιζόμαστε. Υπήρχε ένας ειλικρινής ενθουσιασμός. Αλλά το κυριότερο ήμασταν κι οι ίδιοι ειλικρινείς. Απλοί, καθημερινοί, ερασιτέχνες του λόγου, γράφαμε, μας έγραφαν (κυριολεκτικά και μεταφορικά), κάποιοι είχαν πάρει σοβαρά το ρόλο τους ως blogger, κάποιοι λιγότερο. Προσωπικά ως food blogger κατέγραφα τις περιπέτειες μου στην κουζίνα, τις γαστρονομικές αναζητήσεις  μου, τις απόψεις μου κι αυτό ήταν όλο. Δεν ήμουν επαγγελματίας, δεν ήμουν η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου, δεν γνώριζα όλα τα μυστικά της κουζίνας, απλά μου άρεσε να μαγειρεύω κι έγραφα γι' αυτό. Ήταν ωραίοι καιροί. Αλλά άλλοι καιροί.

Πριν 2,5 χρόνια περίπου, διαπίστωσα ότι το παραδοσιακό blogging είχε χάσει τη δυναμική του. Πολλοί blogger εγκατέλειψαν την ενασχόληση και προσχώρησαν σε νέα μέσα, στο facebook, στο twitter, στο instagram κλπ.. Εν τω μεταξύ όσα food blog ξεκινούσαν ήταν πιο επαγγελματικά και πολλοί ιδιοκτήτες τους ήταν ήδη γνωστοί στα μέσα. Παράλληλα πολλά γνωστά site άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη βάση σε γαστρονομικά θέματα και να εμπλουτίζουν το υλικό τους. Το διαδίκτυο πλημμύρισε με συνταγές, κριτικές εστιατορίων, προτάσεις κι επιλογές γαστρονομικές. Κάπου εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ό,τι έκανα εδώ ήταν πια παρωχημένο. Είχα δύο επιλογές, ή να σταματήσω ή να συνεχίσω αλλάζοντας όμως τα πάντα κι επενδύοντας σε ένα νέο site, νέο υλικό, νέο στυλ. Δεν έκανα ατυχώς, ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Κι έτσι έφτασα ως εδώ, ερασιτέχνης του διαδικτύου, να γράφω επίμονα -σχεδόν εμμονικά- αναρτήσεις που δεν αφορούν κανέναν στην τελική. Ένα παρηκμασμένο blog που πλέει μόνο κι έρμο, να θυμίζει την βαρκούλα του κυρ. Ανδρέα του ψαρά ενώ διασχίζει πεισματάρικα τον Ατλαντικό. Σαν το "εμφιαλωμένο'' κρασί του μερακλή θείου μου να θέλει να σταθεί δίπλα σε φημισμένα Bordeaux.

Αλλά συνέχισα ως τώρα να είμαι ειλικρινής στις προθέσεις μου ως food blogger. Έγραφα για ό,τι μου άρεσε, και για ό,τι είχα μαγειρέψει και φάει και μου άρεσε, δεν ακολούθησα ποτέ το ρεύμα, δεν έγινα ποτέ trendy, έμεινα στο περιθώριο συνειδητά, βρήκα την ευκαιρία να εκφράσω παράλληλα και την αγάπη μου για τον κινηματογράφο και προσπάθησα ως ένα είδος παιχνιδιού να συνδυάσω τις δύο μεγάλες αγάπες μου- κάπου σε μια στήλη απόψεων σε γνωστό site είδα ειρωνικό σχόλιο και για τις γαστρονομικές αναφορές στον κινηματογράφο. Και ναι, οι περισσότερες φωτογραφίες στο blog είναι από άθλιες έως μετρίως καλές αλλά δεν είχα την καλύτερη φωτογραφική μηχανή στον κόσμο, ούτε το σπίτι μου λούζεται στο φως, ούτε διαθέτω τα ωραιότερα σερβίτσια και τραπεζομάντιλα στον κόσμο.

Κι έτσι τώρα, θέτω ξανά το ερώτημα που έκανα στον εαυτό μου πριν 2,5 χρόνια: Σταματώ ή αλλάζω; Γιατί ένα από τα δύο πρέπει να συμβεί.

Το food blogging έγινε μεγάλο trend τα τελευταία χρόνια κι άρχισαν πολλοί την ενασχόληση με αυτό. Από τη μια υπάρχει η άποψη ότι "όλοι οι καλοί χωράνε". Από την άλλη υπάρχουν οι σνομπ του διαδικτύου, που έχουν την εντύπωση ότι είναι οι θεματοφύλακες του καλού γούστου και του σωστού λόγου, οι γνώστες των πάντων, αυτοί που γελούν με τον ερασιτέχνη blogger, έτοιμοι να τον γελοιοποιήσουν και να τον λοιδορήσουν. Αν δεν έχεις blog με πανέμορφο banner και ανάλογο λοιπό "εξοπλισμό" κι αν δεν γράφεις δίνοντας την αίσθηση ότι μόλις έφαγες στο NOMA (τυχαία η επιλογή του ονόματος του εστιατορίου), κι αν οι φωτογραφίες σου δεν έχουν την αισθητική τελειότητα εκείνων της Aran,  τότε μάλλον την έβαψες. Αργά ή γρήγορα θα σου την πέσουν τα βαμπίρ του gastronomically correct.

Κι ακολουθεί συνταγή. Όχι που θα το ξεχνούσαμε! (στην επόμενη ανάρτηση όμως)



Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Ταξίδια και τάσεις

~Ταξίδια~




Πριν από 5 χρόνια περίπου είχε γυριστεί μια σειρά για το BBC με τον τίτλο The Trip , η οποία έγινε και ταινία. Σε αυτήν ο Steve Coogan κι ο Rob Brydon, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Michael Winterbottom, ταξίδευαν στη Βόρεια Αγγλία με σκοπό να επισκεφτούν γνωστά εστιατόρια της περιοχής. Μια ταινία σκέτη απόλαυση- είχα γράψει γι' αυτήν: εδώ. Φέτος (το 2014 για την ακρίβεια) μας ήρθε η συνέχεια των γαστρονομικών περιπετειών των δύο Άγγλων, αυτή τη φορά στην Ιταλία. Η ταινία The Trip to Italy είναι ακόμα πιο απολαυστική! Είναι η απόλυτη foodie movie της χρονιάς! Αυτή που πρέπει να δείτε οπωσδήποτε!



Οι δύο φίλοι ξεκινούν από την περιοχή του Πιεμόντε και διασχίζουν την Λιγουρία, την Τοσκάνη, το Λάτσιο, φτάνουν στην Καμπανία για να καταλήξουν στο θρυλικό νησί Κάπρι. Μαζί τους κουβαλούν άφθονη διάθεση κι όρεξη για να απολαύσουν τα θαύματα της ιταλικής κουζίνας και τα κρασιά της χώρας. Ακολουθούν τα ίχνη των ποιητών Σέλλεϋ και Μπάιρον ενώ απαγγέλλουν ποιήματα τους, χάνονται ενίοτε στα προσωπικά κι επαγγελματικά τους προβλήματα, όμως η αλεγκρία του τοπίου, το συναρπαστικό φαγητό, οι χαλαρές κουβέντες μεταξύ τους την ώρα που τρώνε, απογειώνει εν τέλει τη διάθεση τους και μαζί και τη δική μας.



Στα εστιατόρια που επισκέπτονται, μαθαίνουμε κατά τη διάρκεια του σερβιρίσματος ποια είναι τα πιάτα που τρώνε, βλέπουμε την αντίδραση τους, τους παρακολουθούμε να κοιτάζουν ενθουσιασμένοι το ποτήρι με το κρασί που πίνουν. Και το μόνο που θέλουμε είναι να κάτσουμε δίπλα τους, να φάμε μαζί, να πιούμε μαζί.
Οι επισκέψεις της κάμερας στις κουζίνες των εστιατορίων είναι σύντομες και σχεδόν ντοκουμενταριστικά γυρισμένες. Κοφτές και περιεκτικές, χωρίς σχόλιο. Μετά έξω  πάλι στη σάλα στους δύο φίλους που περνούν ωραία.



Τι κάνει την ταινία τόσο απολαυστική; Η αμεσότητα της. Η ανεπιτήδευτη διάθεση. Αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης κι οι ηθοποιοί είναι ακόμα πιο χαλαροί και σίγουρα καταλυτικό ρόλο έπαιξε το εκπληκτικό τοπίο της Belpaese, ο ήλιος, η θάλασσα, η γλώσσα.



Όπως μετά την πρώτη ταινία, έτσι και σε αυτή, αφού τελείωσε, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται κατά πόσο μια παρόμοια ταινία θα μπορούσε να γυριστεί εδώ στην Ελλάδα.
Ακόμα αναρωτιέμαι.


*
~Τάσεις~

Η τάση του blog για τον φετινό χειμώνα είναι radicchio. Πολύ radicchio. Αυτό το πανέμορφο λαχανικό με την κομψή πικράδα.




 Λατρεύω καταρχήν το χρώμα του. Το μοβ του είναι μοναδικό, τουλάχιστον στο βασίλειο των λαχανικών! Δεν λείπει από τις σαλάτες αλλά φέτος πήγαμε τα πράγματα ένα βήμα εμπρός. Προς το σοτάρισμα. Κλασικά σε πιάτο με ζυμαρικά. Και με την Ελλάδα να την εκπροσωπεί το αγαπημένο σύγλινο.

Papardelle με radicchio και σύγλινο



Υλικά για 4 άτομα


400 gr papardelle
1 κόκκινο κρεμμύδι κομμένο σε φέτες
200 γρ σύγλινο κομμένο σε μικρά κομμάτια
1/2 φλιτζάνι τριμμένη παρμεζάνα (ή πεκορίνο)
4 κουταλιές ρικότα
5-6 φύλλα από radicchio κομμένα σε χοντρά κομμάτια
ελαιόλαδο (5 κουταλιές)
αλάτι
πιπέρι
2 κουταλιές χοντροκομμένη καρυδόψιχα


Σε μια κατσαρόλα βράζουμε άφθονο αλατισμένο νερό
Σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε μέτρια φωτιά. Σε αυτό σοτάρουμε καλά το σύγλινο. Μόλις σοταριστεί και το αλλαντικό πάρει όμορφο χρώμα, το βγάζουμε από το τηγάνι. Στο ίδιο λάδι σοτάρουμε το κρεμμύδι και το radicchio. Ενώ σοτάρονται ρίχνουμε λίγο νερό (2-3 κουταλιές). Περιμένουμε να εξατμιστεί και να μαλακώσουν τα λαχανικά. Βγάζουμε το τηγάνι από την φωτιά. Εν τω μεταξύ το νερό στην κατσαρόλα θα έχει βράσει, οπότε ρίχνουμε τα ζυμαρικά. Τα βράζουμε αυστηρά al dente. (Σημείωση: Τα ζυμαρικά με αυγά χρειάζονται λιγότερο βράσιμο). Τα σουρώνουμε και τα ρίχνουμε στο τηγάνι με το σύγλινο, το κρεμμύδι και το radicchio. (Προσοχή: Κρατάμε 2-3 κουταλιές από το νερό στο οποίο έχουν βράσει τα ζυμαρικά. Θα μας χρειαστεί) Σε ένα μικρό μπολ ανακατώνουμ την παρμεζάνα με την ρικότα και το λίγο νερό που έχουμε κρατήσει. Ρίχνουμε το περιεχόμενο πάνω από τα ζυμαρικά στο τηγάνι κι ανακατώνουμε καλά. Ρίχνουμε τα καρύδια και πιπέρι κι ανακατώνουμε απαλά μια τελευταία φορά.





*
~Ταξίδια & Τάσεις~


Πριν λίγες μέρες η New York Times είχε το ετήσιο αφιέρωμα της εφημερίδας στις ταξιδιωτικές τάσεις του 2015. Ένας λόγος για να διαβάσει κανείς το αφιέρωμα είναι οι εκπληκτικές φωτογραφίες. Η άλλη είναι για να πάρει μια γεύση από μέρη του κόσμου μακρινά- και δυσπρόσιτα, κυρίως για οικονομικούς λόγους.
Τέλος, ξεκινά κανείς να διαβάσει το αφιέρωμα περιμένοντας εναγωνίως να δει σε ποιο νούμερο έχει τοποθετηθεί η Ελλαδίτσα μας. Ενώ κάνεις scroll down διαπιστώνεις ότι η χώρα εκείνη της ΝΑ Μεσογείου που ετοιμάζεται για εκλογές, δεν είναι τάση για το 2015- τουλάχιστον για την NYT. Το χειρότερο όμως είναι το καυστικότατο σχόλιο στο Νο.52! Με τις υγείες μας. 



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Νοτιάδες, go home!

Χθες, όλη νύχτα πάλευα με ένα κουνούπι. Σε κάποια φάση είπα να βάλω αντικουνουπικό αλλά μετά σκέφτηκα ότι το κουνούπι εν τέλει θα σταματούσε αποκαμωμένο από το -υποτιθέμενο- κρύο. Μπα, που τέτοια τύχη, είχε διαβολεμένη όρεξη! Απελπισμένη σκέφτηκα τι διάολο θέλει τέτοια εποχή, εδώ κοντεύει να μεσιάσει ο Νοέμβρης!
Οι νοτιάδες!

Προχθές στη θάλασσα οι επαγγελματίες χειμερινοί κολυμβητές (η υποφαινόμενη ανήκει προς το παρόν στην κατηγορία των ερασιτεχνών) γκρίνιαζαν ότι δεν κάνει αρκετό κρύο, ότι νισάφι πια, πότε θα έρθει ο πραγματικός χειμώνας, πότε θα χιονίσει να κάνουν επιτέλους τα καλύτερα μπάνια. Ναι, το άκουσα κι αυτό! Κι ήξερα την αιτία της στεναχώριας τους!
Οι νοτιάδες!

Προ ημερών ξέσπασε καβγάς στην παρέα ανάμεσα σε αυτούς που θέλουμε τους βοριάδες κι εκείνους που προτιμούν τους νοτιάδες. Άρχισα να επιχειρηματολογώ, και τα επιχειρήματα μου ήταν τα εξής: Οι νοτιάδες δεν είναι για την Αθήνα, οι νοτιάδες εγκλωβίζονται πάνω από την πόλη κάνοντας ανυπόφορο το ήδη υπάρχον νέφος, στους νοτιάδες οφείλονται επίμονοι πονοκέφαλοι, αμέτρητες bad hair days (ξεπουληθήκαμε στα anti-frizz products), τα ρούχα δεν στεγνώνουν ποτέ, η πόλη μυρίζει έντονα (κι όχι ευχάριστα όπως θα έχετε διαπιστώσει), οι νοτιάδες ενίοτε κουβαλούν σαχαριανή σκόνη, άλλοτε ισχυρότατες καταιγίδες, μας αποβλακώνουν (μην ανησυχείτε, δεν μας ψεκάζουν, οι νοτιάδες φταίνε), δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε με τους νοτιάδες, μετανιώνουμε οικτρά που κατεβάσαμε το πάπλωμα, τις νύχτες η υγρασία χτυπά κόκκινο θολώνοντας τα πάντα (Λονδίνο γίναμε!), δεν ξέρεις τι να φας, θες ένα comfort food, αλλά ο καιρός κάθε άλλο παρά cozy είναι, είναι Νοέμβρης και κοιμάσαι με τα παράθυρα ανοιχτά, είναι Νοέμβρης και παλεύεις με κουνούπια!
Όταν τελείωσα, οι φίλοι των νοτιάδων μου είπαν ότι είχα δίκιο αλλά οι νοτιάδες, αγαπητή Crispy, κρατούν την θερμοκρασία σε υψηλά επίπεδα, ως εκ τούτου αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε θέρμανση. Μάλιστα.
Άτιμη κρίση!

Τα pancakes που ακολουθούν τα έφτιαξα πριν λίγες μέρες όταν πέρασαν καταιγίδες από την πόλη. Ξέρετε, κάτι μέρες που ανοίγεις το παράθυρο κι αναφωνείς "Πω πω, χειμώνιασε!" κι ας φυσά νοτιάς. Για τέτοιο καιρό είναι αυτά τα υπέροχα pancakes, τα ωραιότερα που έχω φτιάξει, να μοσχοβολούν κανέλα και μέλι, να ομορφαίνουν το βροχερό πρωινό.


Pancakes με κανέλα και μέλι



Υλικά για 7-8 pancakes

1/4 φλιτζάνι (40 γρ) νιφάδες βρώμης (τις οποίες θα περάσετε από το μούλτι, 1-2 σύντομες φορές)
1/3 φλιτζάνι (60 γρ) αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/3 φλιτζάνι (60 γρ) αλεύρι ολικής αλέσεως
1 φλιτζάνι γάλα (250 γρ)
1 μεγάλο αυγό
1 κουταλιά σούπας μέλι
1/2 κουταλάκι του γλυκού κανέλα
1  1/2 κουταλάκια του γλυκού baking powder
1 πρέζα αλάτι

Σε ένα μπολ αναμειγνύουμε τα δύο αλεύρια με τις νιφάδες βρώμης, την κανέλα, το αλάτι και το baking powder.

Σε ένα άλλο πιο μεγάλο μπολ χτυπάμε το αυγό με το μέλι μέχρι να λιώσει το μέλι. Προσθέτουμε το γάλα και συνεχίζουμε για λίγο να αναμειγνύουμε. Προσθέτουμε στο γάλα το μείγμα με τα αλεύρια κι ανακατεύουμε καλά. Το μείγμα μας πρέπει να είναι λίγο πηχτό.

Ζεσταίνουμε σε ένα μικρό αντικολλητικό τηγάνι πολύ λίγο λάδι. Ρίχνουμε μια κουτάλα χυλό, ψήνουμε καλά από τη μια μεριά και πολύ προσεκτικά γυρίζουμε την τηγανίτα να ψηθεί από την άλλη. Μόλις είναι έτοιμες, τις σερβίρουμε με μέλι και ψίχα καρυδιού.





Τέλος, ρίχνουμε μια ματιά έξω από το παράθυρο να δούμε αν άλλαξε ο καιρός.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η μπίρα στον Αρκτικό κύκλο.

Προχθές σε καφέ-μπαρ της πλατείας Καρύτση παρήγγειλα μπίρα. Η μπίρα (τύπου ale) ήρθε με ποτήρι (για lager) άλλης εταιρίας . Θα μου πεις «λεπτομέρειες». Θα σου πω «έκανα τα στραβά μάτια». Εκεί που δεν μπόρεσα να κάνω τα στραβά μάτια ήταν στο γεγονός ότι το ποτήρι  ήταν παγωμένο.  Εδώ αναπόφευκτα ζει κανείς δύο δράματα: 1) Το ποτήρι αρχίζει να ιδρώνει και παντού στάζουν νερά. 2) Το χειρότερο: Δεν  θα μπορέσει  να απολαύσει την μπίρα του στη σωστή θερμοκρασία.

Θυμήθηκα ένα περιστατικό λίγο καιρό πριν, σε άλλο καφέ-μπαρ λίγο πιο κάτω από την Καρύτση.  Πελάτης παρήγγειλε μπίρα και του την έφεραν μαζί με ένα παγωμένο ποτήρι. Ο πελάτης ζήτησε ποτήρι σε...θερμοκρασία δωματίου, φευ, δεν υπήρχε, όλα τα ποτήρια έβγαιναν από τον καταψύκτη! Η σερβιτόρα τότε, του ζήτησε να περιμένει λίγο να ξεπαγώσει. Το ποτήρι!

Τέλος, σε ταβέρνα το καλοκαίρι, η μπίρα ήταν τόσο παγωμένη που είχε αρχίσει η δύστυχη να κρυσταλλώνεται, είχε περάσει πια από την υγρή κατάσταση στη ...στερεή!

Δεν ξέρω γιατί επιμένουμε ως λαός στην παγωμένη μπίρα και στο παγωμένο ποτήρι αλλά όπως διάβασα πρόσφατα σε μια ιστοσελίδα, σερβίρεις  στους 0-4 βαθμούς «any beer you don’t actually want to taste».

Παρεμπιπτόντως την μπίρα τη χρησιμοποιούμε και στο φαγητό. Και κάνει πολύ ωραίες σάλτσες παρακαλώ! Ιδιαίτερα αν είναι αρωματική. Όπως την pale ale που χρησιμοποιήσαμε στη συνταγή που ακολουθεί. Και που την χρησιμοποιήσαμε –εκτάκτως- σε θερμοκρασία δωματίου. Ό,τι έμεινε στο μπουκάλι, το κρυώσαμε –όσο έπρεπε, το τονίζω-και το απολαύσαμε- πάντα στη σωστή θερμοκρασία!


Μπουτάκια κοτόπουλου σε σάλτσα με μπίρα τύπου pale ale κι ελιές





Υλικά για 4 άτομα:


8 μπουτάκια κοτόπουλου

1 μεγάλο λευκό κρεμμύδι ψιλοκομμένο

1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη

1 ματσάκι δεντρολίβανο

60 γρ ελιές Καλαμών ψιλοκομμένες

200 ml μπίρα τύπου Pale Ale

1 κουταλάκι του γλυκού ρίγανη

ελαιόλαδο

αλάτι

πιπέρι

Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο (6 κουταλιές περίπου) σε μέτρια φωτιά. Βάζουμε το κρέας να σοταριστεί καλά. Προσθέτουμε το κρεμμύδι, το σκόρδο και το δεντρολίβανο και συνεχίζουμε το σοτάρισμα μέχρι να μαλακώσει το κρεμμύδι. Αλατοπιπερώνουμε. Ρίχνουμε την μπίρα και σκεπάζουμε την κατσαρόλα. Αφήνουμε να μαγειρευτεί σε χαμηλή προς μέτρια φωτιά για 20 λεπτά.
 Μετά τα 20 λεπτά προσθέτουμε τις ελιές και μαγειρεύουμε για 15 λεπτά περίπου ακόμα. Βγάζουμε από τη φωτιά ρίχνουμε τη ρίγανη κι ανακατώνουμε ελαφρώς.







Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Απλά και στερεοτυπικά!

Τις προάλλες έπεσα πάνω σε ένα κείμενο στην ιστοσελίδα του Condé Nast Traveler όπου προέτρεπε τους επίδοξους επισκέπτες των Αθηνών να μην φύγουν από την πόλη δίχως να δοκιμάσουν μια... χωριάτικη σαλάτα. Οι αντιρρήσεις κι οι απορίες  πολλές. Πρώτα απ’όλα, είναι τελικά η χωριάτικη σαλάτα το πιάτο-έμβλημα της ελληνικής κουζίνας; Εντάξει, οι ξένοι τη λατρεύουν, είναι ξετρελαμένοι με την «γκρηκ σάλαντ» κι όπου σταθούν κι όπου βρεθούν την καταβροχθίζουν με λαχτάρα μεγάλη. Και πες ότι ναι, η χωριάτικη μετουσιώνει τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής κουζίνας : απλά, καθαρά υλικά χωρίς πολλά πολλά. Αλλά μια σαλάτα δεν παύει να είναι μια απλή σαλάτα. Που σημαίνει ότι: 1) Τα υλικά της πρέπει να είναι φρέσκα κι εποχικά. Η τομάτα πρέπει να έχει δεχτεί τα χάδια του ελληνικού φωτός, να είναι ζουμερή και να μοσχοβολά με το που την αγγίζεις. Να είναι από κήπο, άντε από μικρό μποστάνι. Οι τομάτες της μαζικής παραγωγής, των θερμοκηπίων, οι εισαγωγής –είδαμε και πολωνικές φέτος!- είναι νωθρές, χλομές, «χλεμπονιάρες» όπως τις ονομάζει ο πατέρας μου. Το αγγούρι πρέπει να είναι κρουστό, η πιπεριά μοσχοβολιστή, τα κρεμμύδια της φωτιάς, οι ελιές κατάμαυρες και στιλπνές, η κάππαρη ατίθαση, κι από πάνω να ρίχνεται άφθονη ρίγανη αρωματική κι ελαιόλαδο ελληνικό, πλούσιο, πυκνό, μια μαγεία. Α, κι η φέτα πάνω πάνω, αλλά δεν ανησυχούμε γι’αυτήν, τυγχάνει να είναι all weather. Όλα αυτά σημαίνουν ότι μάλλον η Αθήνα είναι το τελευταίο μέρος όπου θα φάει ο τουρίστας μια ευπρεπέστατη χωριάτικη. Στην επαρχία τουλάχιστον υπάρχει περίπτωση να πέσει πάνω σε ντόπια υλικά.

2) Κινδυνεύει η ελληνική κουζίνα να κολλήσει στον τοίχο εξαιτίας μιας σαλάτας! Τι εννοώ; Ότι ιδιαίτερα στοιχεία της ελληνικής κουζίνας που πασχίζει να πάρει μια θέση στον παγκόσμιο χάρτη δεν προωθούνται. Προτιμάται η εύκολη, εύπεπτη σαλάτα, που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν σκιάζεται από το περιεχόμενο. Τι θα του πεις του ξένου; "Φάε οπωσδήποτε πατσά;". Μμμ, γιατί όχι; 

Εν τέλει, δεν συμφωνώ ότι η χωριάτικη σαλάτα είναι το πιάτο που πρέπει να δοκιμάσει οπωσδήποτε κάποιος επισκέπτης της Αθήνας. Θα την φάει ούτως ή άλλως. Σε άλλα πιάτα κρύβονται οι νοστιμιές της πόλης. Ποιο είναι όμως αυτό το εμβληματικό πιάτο που θα συστήναμε σε έναν τουρίστα; Προσωπικά κάτι έχω υπόψη αλλά θα το φέρω προς συζήτηση άλλη φορά. Εν τω μεταξύ, εσείς ποιο θεωρείτε ότι θα μπορούσε να είναι αυτό το πιάτο;

Πίσω πάλι στο κείμενο του Condé Nast που με έχει βασανίσει αρκετά από τότε που το διάβασα γιατί εκτός από την εμμονή στη χωριάτικη, βρήκα κι άλλα σημεία ελαφρώς περίεργα- έως αστεία. Όπως όταν προτρέπει τους επισκέπτες να παραγγείλουν οπωσδήποτε πατάτες τηγανητές και να τις φάνε με το χέρι κι όχι με μαχαίρι και πιρούνι  γιατί θα βάλουν τα γέλια οι ντόπιοι. Οι ντόπιοι είμαστε εσείς κι εγώ. Που μάλλον τρώμε τις πατάτες με το χέρι, για μαχαίρι και πιρούνι ούτε λόγος- παρεμπιπτόντως ποιος τρώει πατάτες τηγανητές ΚΑΙ με μαχαίρι;

Είπα πατάτες και θυμήθηκα κάτι εκπληκτικές πατάτες φούρνου που έφτιαξα προ καιρού προσθέτοντας με όμορφο τρόπο τρία υλικά από την βασίλισσα χωριάτικη: τομάτα, πιπεριά και κρεμμύδι.
Οι πατάτες αυτές ήταν αριστουργηματικές και το απλό αυτό πιάτο δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πώς ταπεινά υλικά, μετουσιώνονται χωρίς φιοριτούρες σε νοστιμότατα εδέσματα. Το μόνο σημαντικό στοιχείο: Οι πρώτες ύλες να είναι καλές.



Πατάτες στο φούρνο με σάλτσα τομάτα, πιπεριά και κρεμμύδι




Για 4 άτομα

1 κιλό πατάτες (4-5 μέτριες) τις οποίες θα κόψετε σε κυδωνάτες, όπως τις κόβετε για φούρνο αλλά πιο μικρές- λίγο μεγαλύτερες από τις κλασικές τηγανητές.
2 μεγάλα λευκά κρεμμύδια που θα κόψετε σε λεπτές φετούλες
2 πιπεριές κέρατο που θα κόψετε σε λεπτές ροδέλες
2 μεγάλες ώριμες τομάτες που θα τρίψετε
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο


 Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρετε τα κρεμμύδια ίσαμε να μαλακώσουν και να χρυσίσουν Προσθέτετε τις πιπεριές και συνεχίζετε το σοτάρισμα για λίγα λεπτά ακόμα. Προσθέτετε τις τομάτες, ανακατώνετε και αφήνετε το τηγάνι 1-2 λεπτά ακόμα στη φωτιά.
Σε ένα ταψί βάζετε τις πατάτες. Τις αλατοπιπερώνετε, ρίχνετε λίγο ελαιόλαδο και νερό κι ανακατώνετε. Ρίχνετε από πάνω τη σάλτσα, ανακατώνετε και ψήνετε στους 180 βαθμούς για 1 ώρα περίπου- εξαρτάται από το μέγεθος και την ποιότητα της πατάτας.


Σημείωση: Τρώγονται με ...πιρούνι!

Επίσης, για μια πιο...χωριάτικη νότα τρίψτε από πάνω φέτα. 


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Sous - μα πολύ sous- o Chef.

Τον Αύγουστο άρχισε να προβάλλεται στα θερινά σινεμά μια ταινία γαστρονομικού ενδιαφέροντος με τον τίτλο Chef . Διάβασα κάποια ενθουσιώδη σχόλια εδώ κι εκεί- κάποια άγγιζαν το χαρακτήρα "εκστατικά"- οπότε θεώρησα καθήκον, ως food blogger και κυρίως ως σινεφίλ, να την δω.



Και την είδα.
Κι απορώ. Προς τι τα ενθουσιώδη σχόλια.

Όταν τουιτάρουμε δεν μαγειρεύουμε...κι αντίστροφα.


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Γιατί στην αρχή οι προθέσεις είναι αγνές και συμπαθητικές. Έχουμε τον σεφ Carl Casper (τον οποίο υποδύεται ο πρωταγωνιστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας Jon Favreau) ο οποίος αγχωμένος από την επικείμενη επίσκεψη φοβερού και τρομερού κριτικού αποφασίζει να τον εντυπωσιάσει με ειδικό μενού. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου δεν του το επιτρέπει και του επιβάλλει να προχωρήσει με το σύνηθες μενού. Ο κριτικός στάζει χολή στην κριτική του, ο σεφ μέσω twitter (έχουμε υποτιθέμενο σχόλιο της ταινίας για τα θετικά κι αρνητικά των κοινωνικών δικτύων) τον προκαλεί πάλι πίσω στο εστιατόριο, αυτή τη φορά είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στο ειδικό μενού, πάλι ο ιδιοκτήτης αντιδρά, αντιδρά κι ο chef , απολύεται κι η ταινία παίρνει τον άνοστο δρόμο της.



Μέχρι εδώ η ταινία κάπως τρώγεται. Έχουμε τη γνωστή εικόνα του εμμονικού σεφ (όλοι οι κινηματογραφικοί σεφ είναι εμμονικοί) που συγκρούεται με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου (κι αυτό το έχουμε δει ξανά). Επίσης έχουμε τις γνωστές γκρο πλαν σκηνές με την ετοιμασία των πιάτων, ψιλοκόψιμο λαχανικών, χέρια ταχυδακτυλουργικά που συνθέτουν ανεπανάληπτα -τουλάχιστον οπτικά- πιάτα, μουγκρητά ευχαρίστησης, όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν σε όλες τις γαστρονομικές ταινίες ως κυρίαρχο δεδομένο, δεν είναι κάτι καινούργιο. Επίσης δεν είναι καινούργιο στοιχείο ο κινηματογραφικός σεφ να έχει προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Ο συγκεκριμένος Chef αφού μένει άνεργος περιφέρεται ανάμεσα στην ερωμένη -γα να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα καλά αν όντως ήταν ερωμένη- σέξι Scarlett Johansson και την σούπερ σέξι πρώην σύζυγο Sofia Vergara. Υπάρχει κι ένα παιδί που υποτίθεται πως το παραμελεί, αυτό είναι και το ζουμί της όλης υπόθεσης.

Άμα σου σερβίρει η Σοφία μπέργκερ


Πιο κάτω, με τη βοήθεια του πρώην της πρώην (ή πώς να βάλουμε το φιλαράκι Robert Downey Jr να κάνει ένα πέρασμα από την ταινία) βρίσκει μια καντίνα την οποία, με τη βοήθεια του πρώην κι έμπιστου  sous chef του και του παιδιού του, μετατρέπει σε talk of the town όλης της Αμερικής. Κι αυτό χάρη στη βοήθεια των κοινωνικών δικτύων τα οποία χειρίζεται ο γιος με τον οποίο  πια -surprise, surprise, σε αμερικάνικη ταινία βρισκόμαστε-  τα έχουν βρει κι έχουν τις καλύτερες σχέσεις μπαμπά -γιου. Εν τω μεταξύ η πρώην γίνεται νυν κι η Scarlett κάπου χάθηκε ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πιάτο.




Το επιδόρπιο της ταινίας είναι η αναθέρμανση της σχέσης του Chef με τον κριτικό που τον βασάνισε στην αρχή της ταινίας. Spoiler, spoiler, μέχρι που συνεργάζονται στο τέλος. Παρεμπιπτόντως τον κριτικό κάνει ο ηθοποιός Oliver Platt ο οποίος κυκλοφορεί αξούριστος και με κάτι ρούχα σαν να τα αγόρασε μεθυσμένος σε αμερικάνικη αγορά. Τι σημειολογία είναι αυτή, δεν κατάλαβα, όπως επίσης και για το μικρό του όνομα: Ramsey (Gordon αγάπη μου, για σένα είναι το καρφί; Γίνεται και μια υποτίθεται αστεία αναφορά στο Hell's Kitchen).

Υποτίθεται πως η ταινία κάνει αναφορά και σχολιάζει τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων. Ο σχολιασμός είναι ρηχός, ανάλατος για να χρησιμοποιήσω όρο της κουζίνας. Υποτίθεται πως σχολιάζει πόσο δύσκολη είναι η προσωπική ζωή ενός σεφ. Μας τα έχουν πει κι άλλοι αρκετές φορές και καλύτερα. Το μόνο καινούργιο στοιχείο είναι η απόφαση ενός διάσημου σεφ να γίνει καντινιέρης (τα food trucks είναι πολύ της μόδας τον τελευταίο καιρό.) Υποτίθεται πως όσοι είδαν την ταινία ήταν ενθουσιασμένοι με τα γκρο πλαν λιωμένων τυριών και ψημένων μπαγκετών. Τα έχουμε δει χίλιες φορές αυτά και μάλιστα καλύτερα κινηματογραφημένα. Τέλος, η ταινία περιέχει μια από τις πιο γελοίες σκηνές που έχω δει τελευταία. Ο Chef μαγειρεύει με εντυπωσιακό τρόπο λιτή μακαρονάδα για την σούπερ σέξι Scarlett η οποία τον περιμένει καθισμένη πάνω στο ντιβάνι σε σούπερ σέξι στάση λες και φωτογραφίζεται για άρωμα της Dolce&Gabbana. Στο τέλος της παραδίδει το πιάτο κι η Scarlett χαμογελά ηδυπαθώς βουτώντας το πιρούνι με  σέξι νωχελικότητα.

Αν μου άρεσε η ταινία; Μου άρεσε τόσο, που όταν είδα πως τον κριτικό έπαιζε ο Oliver Platt, το υπόλοιπο της ταινίας το πέρασα σπάζοντας το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποια ταινία τον είχα δει τελευταία φορά. 

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Σκόρπιες σημειώσεις (#16)

Ο Θεός δεν έχει φανεί ιδιαίτερα γενναιόδωρος με εκείνους που αγάπησαν την ελληνική κουζίνα, τη μελέτησαν με πάθος και μεράκι κι έγραψαν για αυτήν. Αλέξανδρος Γιώτης, Μαρία Χαραμή, χθες έφυγε η  Εύη Βουτσινά. Η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ήταν στη Lifo. Εξαιρετική.

***

Τη Δευτέρα βρέθηκα στο Golden Hall για την παρουσίαση του βιβλίου της Θέμιδος Καρδιόλακα (aka mamouli) ¨Μαμά, δεν τρώω<<πράσινα>>". Ήταν μια πολύ όμορφη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση, πλημμυρισμένη από κόσμο - το πατάρι του Παπασωτηρίου ήταν ασφυκτικά γεμάτο!- κι όχι τυχαία. Όπως είχα τονίσει στην προηγούμενη ανάρτηση με κεντρίζουν εκείνα τα βιβλία μαγειρικής που έχουν ένα καλό κι ισχυρό θεματολογικό καμβά πάνω στον οποίο θα πατήσουν οι συνταγές και τούτο εδώ το βιβλίο τον έχει. Όλοι υπήρξαμε παιδιά, οι περισσότεροι από εσάς θα έχετε παιδιά, έτσι όλοι γνωρίζουμε καλά ότι οι σχέσεις λαχανικών - μικρών παιδιών δεν είναι κι οι καλύτερες. Κι οι γονείς κάπου στη μέση να προσπαθούν απεγνωσμένα να κάνουν το σωστό: Να ταΐσουν τα παιδιά του με υγιεινές τροφές, αλλά όταν είσαι 3, 4, 5 χρονών δεν θες να ξέρεις ότι αυτό το άνοστο πράγμα που λέγεται κολοκυθάκι, καρότο, κουνουπίδι, σπανάκι είναι καλό για σένα. Η Θέμις προτείνει συνταγές αλλά προτείνει και λύσεις, τρόπους προσέγγισης, διότι ο στόχος δεν είναι μόνο να μαγειρέψεις αλλά και να πείσεις. Το βιβλίο περιέχει και πολλές πληροφορίες πάνω στις διατροφικές αξίες των λαχανικών, έτσι ώστε να αποκτάται μια πλήρης εικόνα για εκείνον τον άσπονδο για τα παιδιά - κι όχι μόνο!- κόσμο των λαχανικών!
Αύριο θα συνεχίσουμε τη συζήτηση πάνω στα άσπονδα λαχανικά!
Προς το παρόν, ευχόμαστε το βιβλίο της Θέμιδος να είναι καλοτάξιδο!

***

Στο fnl-guide  υπάρχει μια στήλη που ονομάζεται "Μούτρωσα". Η τελευταία ανάρτηση της στήλης αναφέρεται στις εκπομπές μαγειρικής και θα ομολογήσω ότι συμφωνώ απόλυτα. Κι αυτός είναι ο λόγος που εδώ και καιρό δεν τις παρακολουθώ πια.  Υπάρχει μια απίστευτη πληθώρα ατόμων -σχετικών , άσχετων, περαστικών "είδα φως και μπήκα"- που μαγειρεύουν με τις ευλογίες των χορηγών και λείπει παντελώς αυτό που θα έπρεπε να έχει μια εκπομπή μαγειρικής: Ουσία, γνώση του αντικειμένου, γοητεία και λόγο ύπαρξης. Άντε πιάσαμε όλοι ένα τηγάνι στο χέρι, μας πασάρει ο χορηγός την κρέμα, το βούτυρο ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και κάνουμε εκπομπή μαγειρικής. Ε, να κάνω κι εγώ μία παιδιά μου, να κάνει η μαμά μου -που είναι πραγματικά εκπληκτική μαγείρισσα!- να κάνει κι ο Μπόμπο ο χαριτωμένος σκύλος της γειτόνισσας! Νισάφι πια! Έχει χαθεί η ποιότητα στο συγκεκριμένο είδος εκπομπών. Πού πήγαν εκείνες οι εκπομπές που τις παρουσίαζαν άνθρωποι που ήταν πραγματικοί connoisseurs και μάθαινες και πέντε ενδιαφέροντα πράγματα; (αναρωτιέμαι μόνη μου κι απάντηση δεν βρίσκω)

***

Το Σεπτέμβρη στη Σίφνο, βρέθηκα στην αλλόκοτη θέση να υπερασπίζομαι την αγγλική κουζίνα σε ένα ζευγάρι Γάλλων. Η συζήτηση ξεκίνησε από ένα πιάτο που έτρωγαν στο εστιατόριο που βρισκόμασταν, κάπως ξέφυγε κι έφτασε μέχρι την αγγλική κουζίνα κι εκεί τους άκουσε όλο το νησί να ωρύονται τι άθλια που είναι. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι η  κουζίνα κάθε χώρας χαρακτηρίζεται από αυτά που της προσφέρει η φύση της -δεν είναι όλες τυχερές όπως η Γαλλία να απλώνονται από τον Ατλαντικό ως τη Μεσόγειο, κι από τον Γιούρα ως τα Πυρηναία-, η Αγγλία δεν φημίζεται για την πλούσια χλωρίδα της άλλωστε. Τους εξήγησα επίσης ότι οι Άγγλοι έχουν κάνει τρομερές κι αποτελεσματικές προσπάθειες να βελτιώσουν την κουζίνα τους, το Λονδίνο είναι το γαστρονομικό κέντρο της Ευρώπης. Μάταια. Το τι άκουσα δε λέγεται, στο τσακ δεν μου έφεραν το αρνάκι το ανιθάτο στο κεφάλι! Να όμως που σήμερα έπεσα πάνω σε ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στην εφημερίδα Guardian : Η αγγλική κουζίνα είναι της μόδας στο Παρίσι, οι Γάλλοι τρέχουν να απολαύσουν μια μερίδα fish"n"chips!!!! O tempora!!!


Á demain mes amis που λένε κι οι φίλτατοι Γάλλοι! 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

'Φχαριστίες

Bungee jumping. Από τότε που ξέσπασε η κρίση -εδώ και 4 χρόνια!- η διάθεση της υποφαινόμενης επιδίδεται σε ένα αέναο bungee jumping, μάλιστα τώρα τελευταία  αισθάνεται ότι οι αποφάσεις των απίστευτων πολιτικών αυτής της χώρας (στο εγγύς μέλλον οι Έλληνες πολιτικοί θα γίνουν case study με θέμα: Πώς να ΜΗΝ διαχειριστείς μια κρίση) είναι έτοιμες να κόψουν το σκοινί και τότε θα αρχίσει η ελεύθερη πτώση....
Αλλά, ωχού βρε Crispy, εμείς ήρθαμε εδώ για να φάμε, να περάσουμε καλά, λίγη αισιοδοξία παρακαλώ γκρινιάρα food blogger! Ναι βέβαια, γιατί όχι, γιατί να μην είμαι αισιόδοξη, άλλωστε ο ανεκδιήγητος πρωθυπουργός της χώρας υποσχέθηκε έξοδο στις αγορές το 2014! Γιούπι!



Θέλω πολύ να ευχαριστήσω την πρωθυπουργάρα μας για όλα όσα έχει κάνει και μιας και πλησιάζει η γιορτή των Ευχαριστιών κι είναι κι αμερικανοθρεμμένος τρομάρα του είναι καλή ευκαιρία να του κάνω ένα τραπέζι, να δει ότι τον νοιάζομαι και τον πονάω κι ότι εκτιμώ πολύ όλα όσα έχει κάνει, αυτός και το εξίσου ανεκδιήγητο υπουργικό συμβούλιο.


Για να σοβαρευτούμε τώρα παρακαλώ! Οι Ευχαριστίες είναι η γιορτή εκείνη κατά την οποία τα αμερικάνικα food sites γεμίζουν κολοκύθα και γαλοπούλα. Μικρό το κακό αφού με τα δύο αυτά υλικά μπορείς να δημιουργήσεις εξαιρετικά πιάτα.
Έπεσα πάνω σε μια συνταγή για μπούτια γαλοπούλας που ψήνονται σε apple cider. Βρήκα την ιδέα πολύ ενδιαφέρουσα και δεν είχα άδικο, όσο ψηνόταν το φαγητό, όμορφα αρώματα ξεπηδούσαν από το φούρνο κι η γεύση του φαγητού προέκυψε να είναι ιδανική για ένα γλυκό βροχερό φθινόπωρο.
Και μπορεί να γκρινιάζουμε σε τούτο το blog αλλά ποτέ δεν μιζεριάζουμε, ιδιαίτερα στο φαγητό. Και τούτο το πιάτο -πιστέψτε με!- διώχνει μακριά μιζέρια και καημούς!

Μπούτια γαλοπούλας ψημένα σε apple cider





Υλικά για 2 άτομα

2 μπούτια γαλοπούλας
1 μεγάλο άσπρο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
1 καρότο ψιλοκομμένο
1 κλωνάρι σέλερι ψιλοκομμένο
330 ml apple cider (Βρήκα στο ΑΒ)
2 κλωνάρια θυμάρι
1 φύλλο δάφνης
1 ποτήρι ζωμό κότας σπιτικό
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι

Προθερμαίνετε τον φούρνο στους 180 βαθμούς. Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Αλατοπιπερώνετε τα μπούτια και τα σοτάρετε καλά από όλες τις πλευρές για μερικά λεπτά. Τα βγάζετε από το τηγάνι και ρίχνετε σε αυτό το κρεμμύδι, καρότο και σέλερι. Σοτάρετε μέχρι να αρχίσει να παίρνει χρώμα το κρεμμύδι. Ρίχνετε το cider, τον ζωμό, το θυμάρι και το φύλλο δάφνης και περιμένετε να πάρει μια βράση. Μόλις πάρει βράση το βγάζετε από τη φωτιά, ρίχνετε τη σάλτσα σε ένα ταψί, τοποθετείτε τα μπούτια μες το ταψί και το σκεπάζετε με αλουμινόχαρτο πιάνοντας το γύρω γύρω στο χείλος του ταψιού. Το βάζετε στο φούρνο και ψήνετε για 45 λεπτά περίπου. Ξεσκεπάζετε αφαιρώντας το αλουμινόχαρτο και ψήνετε για άλλα 20 λεπτά. Μόλις είναι έτοιμο, θα πάρετε τη σάλτσα, θα την βάλετε σε ένα κατσαρολάκι και θα την βράσετε μέχρι να πήξει. Βάζετε τα μπούτια σε μια πιατέλα και περιχύνετε με τη σάλτσα.

Σημείωση: Τη φωτογραφία των δύο υπεραισιόδοξων πολιτικών την τσίμπησα από φίλο στο fb και προέρχεται από εδώ.