Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Big Night


Η ταινία Big Night που γυρίστηκε το 1996, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες γαστρονομικού ενδιαφέροντος και πάντα φιγουράρει στις ψηλότερες θέσεις σχετικών λιστών. Όχι άδικα βέβαια. Σκηνοθετημένη από δύο ηθοποιούς (Stanley Tucci, Campbell Scott) γυρίστηκε εκείνη τη δεκαετία που ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος έδωσε τα καλύτερα δείγματα- μετά άρχισε να γίνεται ελαφρώς λιγότερο ανεξάρτητος!



Η ταινία μας γυρνά πίσω στη δεκαετία του 50, κάπου στις ακτές του Νιου Τζέρσεϋ, όπου δύο αδέρφια, Ιταλοί μετανάστες, ο Πρίμο κι ο Σέκο (Σεκόντο) έχουν ένα εστιατόριο. Στο εστιατόριο σερβίρονται τα καλύτερα πιάτα της πατρίδας τους, όμως οι δουλειές δεν πάνε καλά, μιας κι οι Αμερικανοί δεν είναι ακόμα εξοικειωμένοι με μια τόσο ...εξωτική κουζίνα. Ο Σέκο ανησυχεί, λεφτά δεν βγαίνουν κι η τράπεζα πιέζει. Κρύβει την πραγματική κατάσταση από τον Πρίμο, ο οποίος είναι ο σεφ, ένας άνθρωπος απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του, την οποία βλέπει ως λειτούργημα κι όχι ως τρόπο να βγάλει χρήματα. Και γι' αυτό το λόγο δεν δέχεται συμβιβασμούς. Όταν ο αδερφός του του προτείνει να βγάλουν από το μενού το ριζότο με θαλασσινά- για οικονομικούς λόγους- εκείνος ειρωνικά του προτείνει να το αντικαταστήσουν με hot dogs!



 Ο Σέκο στην απελπισία του κάνει το λάθος να ζητήσει βοήθεια από τον κύριο ανταγωνιστή τους, τον Πασκάλ, ο οποίος διαθέτει εστιατόριο στην άλλη πλευρά του δρόμου. Εστιατόριο- αχταρμά βέβαια που σερβίρει ό,τι αρέσει στον μέσο πελάτη. Δεν τον ενδιαφέρει η ποιότητα, αρκεί τα "bucks" να ρέουν όπως η σαμπάνια που κερνά απλόχερα. Ο Πασκάλ συμφωνεί -με δόλο- να τον βοηθήσει. Υπόσχεται να μιλήσει στο φίλο του Λούις Πρίμα -διάσημος τραγουδιστής της εποχής- να έρθει στο εστιατόριο των αδερφών να φάει, να διαφημιστεί το μαγαζί. Χαρούμενος ο Σέκο ανακοινώνει τα μεγάλα νέα στον αδερφό του. Ξεκινούν ξέφρενες ετοιμασίες στην κουζίνα για να υποδεχτούν με μεγαλόπρεπο τρόπο τον κο. Πρίμα. Μέχρι και timpano ετοιμάζεται, ένα μεγαλειώδες, εντυπωσιακό ιταλικό πιάτο που αναδεικνύει όλη τη μαεστρία και την υψηλή τεχνική του Πρίμο.




 Εκείνη τη "Μεγάλη Βραδιά" μαζεύονται φίλοι, συγγενείς και γείτονες. Και περιμένουν τον κο.Πρίμα. Κάπου εκεί, ο χαρούμενος Πρίμο περιγράφει στην αγαπημένη του ανθοπώλισσα χαρακτηριστικά πιάτα της πατρίδας του. Ένα από αυτά είναι και τα lasagne alla bolognese, που για τον Πρίμο είναι ένα θεϊκό πιάτο που λατρεύει. 

Ο Λούις Πρίμα δεν θα έρθει ποτέ και στο τέλος μιας ξέφρενης βραδιάς, όταν αποκαλύπτεται ότι ο Πασκάλ τους πρόδωσε, τα αδέρφια συγκρούονται. Η πίκρα κι η απελπισία τους πνίγει, εκεί στις ακτές Αμερικής -της χώρας όπου ήλπιζαν να βρουν την τύχη τους αλλά πια τους κατασπαράζει. 


Όλα έτοιμα για τη Μεγάλη Βραδια!


Lasagne alla Bolognese 



Υλικά για 8 άτομα

Για τη σάλτσα:

500 γρ κιμά μοσχαρίσιο
150 γρ μπέικον (ολόκληρο κομμάτι το οποίο θα κόψετε σε κυβάκια)
1 μεγάλο κρεμμύδι λευκό
1 καρότο
λίγο σέλερυ
1 κουτί τομάτες ολόκληρες (που θα περάσετε από το μούλτι)
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
αλάτι
ελαιόλαδο


Για τα λαζάνια:
Αν χρησιμοποιήσετε έτοιμα: 500 γρ
Αν φτιάξετε φρέσκα: 300 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
3 φρεσκότατα αυγά

Για τη σάλτσα μπεσαμέλ:
100 γρ βούτυρο
100 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 λίτρο γάλα πλήρες
αλάτι (πρέζα)
μοσχοκάρυδο (πρέζα)


Επιπλέον:
200 γρ φρεσκοτριμμένη παρμεζάνα

Ξεκινήστε με τη σάλτσα. Ψιλοκόψτε κρεμμύδι, καρότο και σέλερυ. Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρετε τα παραπάνω υλικά. Αφού μαλακώσουν προσθέτετε το μπέικον, σοτάρετε για λίγο και μετά προσθέτετε τον κιμά. Συνεχίζετε το σοτάρισμα ανακατώνοντας συχνά έως ότου το κρέας μείνει από υγρά. Ρίχνετε το κρασί και περιμένετε να εξατμιστεί. Προσθέτετε την τομάτα, λίγο αλάτι κι αφήνετε τη σάλτσα να σιγοβράσει.

Εν τω μεταξύ, όσο η σάλτσα σιγοβράζει ετοιμάζετε τη ζύμη για τα λαζάνια- εφόσον θα φτιάξετε φρέσκα, αλλιώς αν έχετε αγοράσει έτοιμα ξερά θα ακολουθήσετε τις οδηγίες στο πακέτο. (Καλό είναι να τα βράσετε πρώτα σε αλατισμένο νερό στο οποίο θα έχετε ρίξει λίγο ελαιόλαδο για να μην κολλήσουν. Αν θέλετε να τα χρησιμοποιήσετε ξερά θα πρέπει να αραιώσετε την μπεσαμέλ που σημαίνει να μειώσετε στο μισό το αλεύρι και το βούτυρο).
Στην επιφάνεια εργασίας θα σχηματίσετε ένα βουναλάκι με το αλεύρι. Στο κέντρο θα δημιουργήσετε ένα κενό όπου θα ρίξετε τα αυγά. Με ένα πιρούνι θα αρχίσετε να χτυπάτε τα αυγά και λίγο λίγο θα ενσωματώνετε το αλεύρι. Σε κάποια φάση θα αφήστε το πιρούνι και θα αρχίστε να δουλεύετε τη ζύμη με τα χέρια δυνατά μέχρι να σχηματιστεί μια ομοιογενής ζύμη που δεν θα κολλά στα χέρια.
Σημείωση: Η αναλογία 100 γρ αλεύρι: 1 αυγό είναι σταθερή αλλά πάντα υπάρχουν αποκλίσεις που οφείλονται στην ποιότητα του αλευριού και στο μέγεθος των αυγών. Ίσως δείτε ότι χρειάζεστε λίγο περισσότερο αλεύρι ή το αντίθετο να περισσεύει λίγο αλεύρι. Μόλις είναι έτοιμη η ζύμη, την διπλώνετε σε διαφανή μεμβράνη και την αφήνετε να ξεκουραστεί (Οι συγκεκριμένες ζύμες όσο μένουν τόσο το καλύτερο είναι διότι αποκτούν ελαστικότητα).

Εν τω μεταξύ, όσο σιγοβράζει η σάλτσα κι όσο ξεκουράζεται η ζύμη ετοιμάζετε την σάλτσα μπεσαμέλ:
Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνετε το γάλα- δεν το βράζετε! Σε άλλη πιο μεγάλη κατσαρόλα λιώνετε το βούτυρο σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Προσθέτετε το αλεύρι κι ανακατώνετε πολύ γρήγορα με τον αυγοδάρτη για να μην σβολιάσει το μείγμα. Ρίχνετε σε αυτό το γάλα λίγο λίγο, ανακατώνοντας συνέχεια. Συνεχίζετε να ανακατωνετε για ένα πεντάλεπτο περίπου. Τότε θα αρχίσει να πήζει η σάλτσα. Ρίχνετε αλάτι και μοσχοκάρυδο, ανακατώνετε μια τελευταία φορά και σκεπάζετε την κατσαρόλα με ένα υγρό πανί.

Ανοίγετε τη ζύμη σε φύλλα για λαζάνια. Ή θα χρησιμοποιήσετε το μηχάνημα για άνοιγμα φύλλων ή θα τα ανοίξετε με τον πλάστη. Όπως κι αν έχει μην ξεχνάτε να αλευρώνετε συχνά. Μόλις ανοίξετε τη ζύμη σε φύλλα κόψτε τα σε ορθογώνια κομμάτια.

Τώρα είστε έτοιμοι να φτιάξετε το φαγητό. Προθερμαίνετε το φούρνο στους 160 βαθμούς. Βουτυρώστε καλά ένα ορθογώνιο ταψί- οι διαστάσεις να είναι τουλάχιστον 30 x 20 cm έτσι ώστε να δημιουργηθούν τουλάχιστον 3-4 επίπεδα. Στρώστε λίγη σάλτσα κάτω και μετά σκεπάστε με λαζάνια. Συνεχίστε με σάλτσα μπεσαμέλ, τόση όσο να σκεπάσει τα λαζάνια, από πάνω σάλτσα μπολονέζ και τέλος λίγη παρμεζάνα. Συνεχίστε με αυτή τη σειρά πηγαίνοντας από επίπεδο σε επίπεδο. Στην τελευταία στρώση, ό,τι έχει απομείνει από τις δύο σάλτσες ανακατώστε το κι απλώστε το πάνω πάνω. Ρίξτε την παρμεζάνα που έχει απομείνει. Ψήστε το φαγητό σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο στο φούρνο για 30 λεπτά περίπου, ξεσκεπάστε και ψήστε για άλλα 10 λεπτά ακόμα, μέχρι να αποκτήσει όμορφο χρώμα.




Παίρνει περίπου δύο ώρες για να ετοιμαστεί αλλά αξίζει τον κόπο! Είναι καταπληκτικό πιάτο! Είχε απόλυτο δίκιο ο Πρίμο!


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run


*

Καλή, νόστιμη Νέα Χρονιά σε όλους! Η Crispy σας εύχεται όλα τα καλά -και μόνο τα καλά- να σας συμβούν κι επιτέλους για τη χώρα μας το έτος 2015 να είναι πιο θετικό. 

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Christmas in Connecticut

Όχι, η Crispy δεν θα κάνει "Christmas in Connecticut". Την έχει φάει η αγωνία με όλη αυτήν την υπόθεση περί εκλογής ΠτΔ κι είπε να κάνει φέτος Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά εδώ -στα πάτρια εδάφη- με ή χωρίς Πρόεδρο.



"Christmas in Connecticut" λοιπόν, είναι μια χαριτωμένη κομεντί καταστάσεων και παρεξηγήσεων που γυρίστηκε το 1945 και πρωταγωνιστούσε η υπέροχη Barbara Stanwyck  -οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τέτοιες ηθοποιοί δεν βγαίνουν πια...- . Στην ταινία η  Stanwyck υποδύεται μια food writer σε περιοδικό, την Elizabeth Lane, της οποίας η στήλη έχει τεράστια επιτυχία σε όλη την Αμερική. Μέσα στα κείμενα της περιγράφει την ειδυλλιακή της ζωή στο Connecticut, όπου διαθέτει μια φάρμα, υπέροχο σύζυγο, εξίσου υπέροχο μωρό και μαγειρεύει καταπληκτικά εδέσματα, των οποίων η περιγραφή προκαλεί ασταμάτητη σιελόρροια στους αναγνώστες. Στην πραγματικότητα η Elizabeth μένει σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, είναι ανύπαντρη και ΔΕΝ ξέρει να μαγειρεύει! Τις συνταγές της τις ετοιμάζει ο καλός της φίλος Felix, Ούγγρος εμιγκρές κι ιδιοκτήτης -σεφ ενός πετυχημένου εστιατορίου.



 Όλα πηγαίνουν μια χαρά, έως ότου ο ιδιοκτήτης του περιοδικού -ο οποίος δεν γνωρίζει ότι η Elizabeth τόσο καιρό έχει φλομώσει στο ψέμα τους πάντες μέσα από το περιοδικό του- παραμονές Χριστουγέννων της ζητά να φιλοξενήσει -για ανθρωπιστικούς λόγους- έναν τραυματία πολέμου. Μέσα στην αναμπουμπούλα και με την βοήθεια του αρχισυντάκτη της, του Felix κι ενός αρχιτέκτονα που έχει λυσσάξει να την παντρευτεί αλλά, οποία τύχη, διαθέτει φάρμα στο Connecticut, στήνεται ένα ψεύτικο σκηνικό για να φιλοξενηθεί ο ήρωας πολέμου αλλά και ο ιδιοκτήτης του περιοδικού ο οποίος αυτοπροσκαλείται.


Ακολουθεί μια καταιγίδα παρεξηγήσεων με μερικές πραγματικά αστείες σκηνές. Αλλά σε κάποια φάση η Elizabeth πρέπει να επιδείξει τις μαγειρικές της ικανότητες, μετά από επιμονή των φιλοξενούμενων της. Έτσι ένα πρωινό της ζητούν να φτιάξει flapjacks (θα μιλήσουμε για αυτά αμέσως μετά) και να τα γυρίσει στον αέρα όπως τόσο καλά ξέρει να κάνει, σύμφωνα πάντα με τα -αναληθή- κείμενα της. Τι να κάνει κι εκείνη, πιάνει ένα τηγάνι και..




Και τι είναι τα flapjacks; Δεν είναι τίποτε άλλο από τα ...pancakes αλλά μόνο για τους Αμερικανούς και τους Καναδούς. Διότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αγγλία, flapjacks ονομάζονται κάτι γλυκές μπάρες με βρώμη.



Τα flapjacks (ή pancakes) τηγανίζονται όπως ξέρουμε και οι πιο επιδέξιοι τα πετούν στον αέρα για να τα γυρίσουν. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιούμε μια καλή σπάτουλα- κυκλοφορούν κάποιες με πλατιά βάση που είναι πολύ βολικές για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τούτο το ταπεινών προθέσεων blog αγαπά πολύ τα pancakes (ή flapjacks). Στο κατάλογο μας υπάρχουν οι εξής επιλογές:

Pancakes (ή flapjacks) με σοταρισμένα ξινόμηλα Τα πρώτα που αναρτήσαμε πριν αρκετά χρόνια.
Lemon pancakes (ή flapjacks)  Ωραίο γευστικό παιχνίδι γλυκού-ξινού.
Pancakes με καλαμποκάλευρο Πληθωρικά.
Pancakes από τη Νότια Αφρική με ζάχαρη και κανέλα Yummy!
Pancakes με μπανάνες σοταρισμένες σε Cointreau Συνταγή του Gordon Ramsay κι η πιο αγαπημένη.
Pancakes με βρώμη, κανέλα και μέλι Το φετινό μεγάλο hit.




Να περάσετε πολύ όμορφα τα Χριστούγεννα. Και να προσέχετε όταν γυρίζετε τα flapjacks!

Επιστροφή πάλι εδώ -με ή χωρίς Πρόεδρο- με την αγαπημένη μας γαστρονομική ταινία για να κλείσουμε τη χρονιά που σιγά σιγά φεύγει.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Pre- Christmas

Μες στον γενικό χαμό των τελευταίων ημερών όπου γίνεται της...Irma (σινεφίλ αναφορά*), στραφήκαμε στο...douce και ψήσαμε κάτι χαριτωμένα μπισκότα, μέρες που είναι.




Almond-raspberry shortbreads

(Μπισκότα βουτύρου με εκχύλισμα αμυγδάλου & μαρμελάδα σμέουρο)







Υλικά


1 φλιτζάνι ζάχαρη άχνη
1/2 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 κουταλάκι του γλυκού εκχύλισμα αμυγδάλου
250 γρ. βούτυρο αγελάδος ( να είναι οπωσδήποτε σε θερμοκρασία δωματίου- να έχει μαλακώσει αρκετά )
Λίγο γάλα ( περίπου 1 φλιτζάνι καφέ εσπρέσσο) 
Μαρμελάδα σμέουρο (της bonne maman είναι καλή όπως επίσης και της danish selection)

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 160 βαθμούς
Σε ένα μεγάλο μεταλλικό μπολ χτυπάμε το βούτυρο με ξύλινη κουτάλα μέχρι να μαλακώσει. Προσθέτουμε τη ζάχαρη και δουλεύουμε το μίγμα μέχρι να γίνει κρέμα. Προσθέτουμε το εκχύλισμα ενώ συνεχίζουμε το χτύπημα.  Προσθέτουμε σιγά σιγά το αλεύρι ενώ συνεχίζουμε να δουλεύουμε το μίγμα- πρώτα με την κουτάλα μετά με το χέρι. Τέλος ρίχνουμε και το γάλα. Ζυμώνουμε το μίγμα για να ομογενοποιηθεί- είναι έτοιμο όταν θα είναι λείο και δεν θα κολλά στο χέρι μας. 




Απλώνουμε τη ζύμη σε πάχος 0,8 εκ. περίπου ( δε χρειάζεται να πάρετε χάρακα) και κόβουμε με κόφτη μπισκότων σε όποιο σχήμα θέλουμε. Στη μέση του μπισκότου δημιουργούμε ένα βαθούλωμα. Εκεί τοποθετούμε λίγη μαρμελάδα- όχι πάρα πολλή γιατί θα ξεχειλίσει ενώ θα ψήνεται.  Τα τρυπάμε με ένα πηρούνι  και τα τοποθετούμε σε ταψί στο οποίο έχουμε στρώσει αντικολλητικό χαρτί. Ψήνουμε  για 10- 15 λεπτά περίπου μέχρι αποκτήσουν ωραίο χρώμα. Ο χρόνος θα εξαρτηθεί από το πάχος των μπισκότων και την ένταση του φούρνου.






Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 
 



* @Irma la Douce 

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Dinner Rush

"Dinner Rush" είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την ώρα αιχμής σε ένα εστιατόριο, τότε που οι πελάτες πέφτουν όλοι μαζί και στην κουζίνα γίνεται...της κολάσεως. Dinner Rush είναι επίσης ο τίτλος μιας πολύ ενδιαφέρουσας νεοϋορκέζικης ταινίας που γυρίστηκε το 2000 και μάλλον πέρασε απαρατήρητη στην Ελλάδα (δεν έπαιζαν ηχηρά ονόματα και δεν είχαν γίνει ακόμα της μόδας οι "γαστρονομικές ταινίες"-που δεν τις προλαβαίνουμε πια).



Είμαστε στην περιοχή της Tribeca στη Νέα Υόρκη, χιονίζει, είναι μεσημέρι κι ο κος. Ενρίκο πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της ιρλανδικής μαφίας. Ο καλός του φίλος και συνέταιρος στα παράνομα στοιχήματα, Λουίτζι Κρόπα υπόσχεται εκδίκηση. Ο Λουίτζι τυγχάνει να είναι επίσης ιδιοκτήτης του δημοφιλέστατου εστιατορίου "Gigino" του οποίου σεφ είναι ο -ταλαντούχος και διάσημος- γιος του, ο Ούντο.



Το ίδιο βράδυ, στο εστιατόριο έχουν προσκληθεί -από τον ίδιο τον Λουίτζι- ο αρχηγός της αστυνομίας και δύο εξέχοντα μέλη της ιρλανδικής μαφίας. Εν τω μεταξύ καταφτάνει μια μεγάλη παρέα επικεφαλής της οποίας είναι ένα πελάτης γνωστός για την ιδιοτροπία του. Στην κουζίνα ο σεφ έχει να αντιμετωπίσει την πρόσκαιρη απουσία του σου σεφ και την αναπάντεχη εμφάνιση -έστω και μεταμφιεσμένης- μιας πασίγνωστης κριτικού εστιατορίων. Το εστιατόριο γεμίζει, η κουζίνα παίρνει φωτιά, πιάτα πηγαινοέρχονται. φιάλες κρασιών ανοίγουν, όλοι απολαμβάνουν, ο μπάρμαν γίνεται το κέντρο της προσοχής όταν για λίγο σβήνουν τα φώτα -άλλος πανικός- κι όλα βαίνουν όμορφα και ωραία έως ότου οι δυο μαφιόζοι καλούνται από το δεξί χέρι του Λουίτζι σε "διαπραγματεύσεις". Εκεί, στο κρύο χώρο του υπογείου σερβίρεται η εκδίκηση με αριστοτεχνικό τρόπο.



Σε όλο αυτό το σκηνικό που στήνεται, ο Λουίτζι στέκεται διακριτικά στο αγαπημένο του τραπέζι. Παρατηρεί, σχολιάζει, γι' αυτόν είναι μια σημαντική βραδιά γιατί θα κλείσουν πολλοί λογαριασμοί. Αν και θαυμάζει το γιο του για την επιτυχία του, αναπολεί τις μέρες που το εστιατόριο ήταν μια απλή ταβέρνα και σερβίριζε γνήσια ιταλική κουζίνα. Ο καλός του ανιψιός και σου σεφ -αλλά και μανιακός τζογαδόρος που χρωστά κάτι χιλιάρικα στους Ιρλανδούς-, ο Ντάνκαν, που καταφτάνει αργοπορημένος του έχει φέρει κάτι καλό: φρέσκο χωριάτικο λουκάνικο από το ιταλικό κρεοπωλείο της γειτονιάς. Και του το ετοιμάζει όπως αρέσει στον Λουίτζι. Με πιπεριές.

Η συγκεκριμένη συνταγή είναι χαρακτηριστική- κι αγαπημένη- των Ιταλών εμιγκρέδων της νεοϋορκέζικης συνοικίας Little Italy. Αυτό που χρειάζεται κανείς είναι φρέσκα, χωριάτικου τύπου λουκάνικα με χοιρινό κρέας. Υπάρχουν μικροί παραγωγοί που φτιάχνουν εξαιρετικά λουκάνικα όπως επίσης αρκετά κρεοπωλεία που ετοιμάζουν δικά τους.




Αν το λουκάνικο είναι μεγάλο το κόβετε σε πιο μικρά κομμάτια. Κόβετε σε λεπτές φέτες ένα μεγάλο λευκό κρεμμύδι. Καθαρίζετε δύο σκελίδες σκόρδο και τις κόβετε στη μέση.
Έχετε 3 πιπεριές διαφορετικού χρώματος, για παράδειγμα μία κίτρινη, μία πράσινη (ή μια πορτοκαλί) και μία κόκκινη (όχι μακρόστενες). Τις κόβετε σε λεπτές φέτες (julienne). Θα χρειαστείτε επιπλέον ένα ποτήρι καλό λευκό κρασί, αλάτι, ελαιόλαδο κι ένα τηγάνι.
Στο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σοτάρετε καλά για 10 λεπτά περίπου τα λουκάνικα. Τα αφαιρείτε από το τηγάνι και ρίχνετε σε αυτό σκόρδο, κρεμμύδι και πιπεριές και σοτάρετε καλά μέχρι να μαλακώσουν. Επιστρέφετε τα λουκάνικα στο τηγάνι, σβήνετε με κρασί, το αφήνετε να εξατμιστεί κατά το ήμισυ, χαμηλώνετε τη φωτιά  κι αφήνετε το φαγητό να σιγοβράσει 15 λεπτά σκεπάζοντας το τηγάνι. Όταν το φαγητό είναι έτοιμο αλατίζετε προσεκτικά- γιατί ίσως το λουκάνικο να είναι ήδη αλμυρό- , ανακατώνετε και σερβίρετε αμέσως.



Ο Λουίτζι φεύγει ευχαριστημένος από το εστιατόριο. Έχει φάει καλά, με το γιο του τα έχουν βρει, το σχέδιο εκδίκησης είναι σε πλήρη εξέλιξη. Μια ήρεμη νύχτα τον περιμένει.

Η ταινία του Bob Giraldi παίζει σε διάφορα ταμπλό, διαφορετικοί κόσμοι συγκρούονται, η παλιά Νέα Υόρκη προσπαθεί να τα βρει με τη νέα, υπάρχει το κωμικό στοιχείο, υπάρχει το δραματικό, όμορφα κινηματογραφημένες εικόνες μέσα κι έξω από το εστιατόριο, με πιο εντυπωσιακές εκείνες μέσα στην κουζίνα, ένταση, πανικός, ωραίοι χαρακτήρες που δίνουν τη δική τους πινελιά στην ταινία και τέλος μια σκηνή μαφιόζικης εκτέλεσης που μοιάζει να έγινε ως φόρος τιμής στον Martin Scorsese.



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Πατάτες για αγρίους

Υπάρχουν ορισμένες ταινίες που η μεγάλη επιτυχία τους στις αίθουσες οφείλεται στη φήμη που εξαπλώνεται από στόμα σε στόμα. Η αργεντίνικη ταινία Relatos salvajes (ε.τ: Ιστορίες για αγρίους) εκτός από την καλή φήμη που απέκτησε από τους θεατές είχε και τον αμέριστο ενθουσιασμό των κριτικών κινηματογράφου. Κι όχι άδικα. Οι "Ιστορίες για αγρίους" είναι από εκείνες τις ιδιαίτερες, ελαφρώς ανορθόδοξες ταινίες που δεν σε αφήνουν εύκολα. Θα την σκέφτεσαι για αρκετό καιρό μετά, θα θυμάσαι τις 6 ιστορίες της ταινίας μία προς μία, τις αντιδράσεις των χαρακτήρων, τα όσα γίνονται και θα μειδιάς. Θα σκέφτεσαι ότι εν τέλει αυτά δεν γίνονται αλλά λίγο πολύ θα σου περνά κι από το μυαλό ότι δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα τέτοιες καταστάσεις. Θα μπορούσαν να συμβούν, λίγο θέλουν, μια αφορμή, ένα φιτίλι. Οι 6 ιστορίες είναι ασύνδετες μεταξύ τους αλλά έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Εκείνο το φιτίλι που λέγαμε.



Στη δεύτερη ιστορία βρισκόμαστε σε ένα καφέ εστιατόριο στη μέση του πουθενά, κάπου στην επαρχία της Αργεντινής. Εκεί σταματά να ξαποστάσει κάποιος τύπος, ο οποίος όλως τυχαίως είναι η αιτία για την οποία πήρε άσχημη τροπή η ζωή της σερβιτόρας. Όταν ταραγμένη τον ρωτά τι θα πάρει εκείνος απαντά:

"Papas fritas a caballo"



 "Papas fritas a caballo" δεν είναι τίποτε άλλο παρά τηγανητές πατάτες με δύο αυγά, τα οποία αυγά σερβίρονται πάνω από τις πατάτες! Είναι ένα πιάτο τυπικά αργεντίνικο, και για να τα φας με τον αργεντίνικο τρόπο σπας τα αυγά κι αφήνεις τον μελάτο κρόκο να τρέξει πάνω στις πατάτες!

Ο όρος "a caballo" που κυριολεκτικά μεταφράζεται "καβάλα (στο άλογο)", χρησιμοποιείται στην Αργεντινή για να χαρακτηρίσει φαγητά που σερβίρονται με δύο αυγά τηγανητά από πάνω. Είτε είναι αυτό στέικ ή μπιφτέκι ή πατάτες τηγανητές στην προκειμένη περίπτωση. Ο όρος "a medio caballo" χρησιμοποιείται όταν θέλουμε ένα αυγό αντί για δύο.

Πώς όμως προέκυψε η ονομασία "a caballo"; Η ιστορία λέει ότι όλα ξεκίνησαν σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες. Η ιδιοκτήτρια μιας ταβέρνας δεν προλάβαινε να ταΐσει τους εργάτες του κοντινού εργοστασίου, έτσι για γρηγοράδα σερβίριζε τα αυγά πάνω στις πατάτες. Εκείνος όμως που της έφερνε τα αυγά και τις πατάτες ήταν τόσο φτωχός που αναγκαζόταν να μεταφέρει την πραμάτεια του με το άλογο. Εξ ου κι ο όρος.

Χάρη στους  πολιτικούς που έχουμε τη δυστυχία να μας κυβερνούν και μας έταξαν "ότι δεν θα γίνουμε ποτέ Αργεντινή" (αλλά τελικά κάτι χειρότερο), δεν προβλέπεται προς το παρόν να ταξιδέψουμε στη γοητευτική αυτή χώρα για να δοκιμάσουμε από κοντά πιάτα "a caballo".  Έτσι τα παρασκευάζουμε μόνοι μας και βλέπουμε τις πολύ αξιόλογες ταινίες που έρχονται από τη χώρα αυτή της Νότιας Αμερικής.

Να πηγαίνετε σινεμά!

Εδώ, ο Δεκέμβρης θα είναι αρκετά κινηματογραφικός. Stay tuned!




 


Η μαγείρισσα που ετοιμάζει papas fritas a caballo έχει άγριες διαθέσεις!





"Όλοι μπορούμε να χάσουμε τον έλεγχο" γράφει στην αφίσα της ταινίας!



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Νοτιάδες, go home!

Χθες, όλη νύχτα πάλευα με ένα κουνούπι. Σε κάποια φάση είπα να βάλω αντικουνουπικό αλλά μετά σκέφτηκα ότι το κουνούπι εν τέλει θα σταματούσε αποκαμωμένο από το -υποτιθέμενο- κρύο. Μπα, που τέτοια τύχη, είχε διαβολεμένη όρεξη! Απελπισμένη σκέφτηκα τι διάολο θέλει τέτοια εποχή, εδώ κοντεύει να μεσιάσει ο Νοέμβρης!
Οι νοτιάδες!

Προχθές στη θάλασσα οι επαγγελματίες χειμερινοί κολυμβητές (η υποφαινόμενη ανήκει προς το παρόν στην κατηγορία των ερασιτεχνών) γκρίνιαζαν ότι δεν κάνει αρκετό κρύο, ότι νισάφι πια, πότε θα έρθει ο πραγματικός χειμώνας, πότε θα χιονίσει να κάνουν επιτέλους τα καλύτερα μπάνια. Ναι, το άκουσα κι αυτό! Κι ήξερα την αιτία της στεναχώριας τους!
Οι νοτιάδες!

Προ ημερών ξέσπασε καβγάς στην παρέα ανάμεσα σε αυτούς που θέλουμε τους βοριάδες κι εκείνους που προτιμούν τους νοτιάδες. Άρχισα να επιχειρηματολογώ, και τα επιχειρήματα μου ήταν τα εξής: Οι νοτιάδες δεν είναι για την Αθήνα, οι νοτιάδες εγκλωβίζονται πάνω από την πόλη κάνοντας ανυπόφορο το ήδη υπάρχον νέφος, στους νοτιάδες οφείλονται επίμονοι πονοκέφαλοι, αμέτρητες bad hair days (ξεπουληθήκαμε στα anti-frizz products), τα ρούχα δεν στεγνώνουν ποτέ, η πόλη μυρίζει έντονα (κι όχι ευχάριστα όπως θα έχετε διαπιστώσει), οι νοτιάδες ενίοτε κουβαλούν σαχαριανή σκόνη, άλλοτε ισχυρότατες καταιγίδες, μας αποβλακώνουν (μην ανησυχείτε, δεν μας ψεκάζουν, οι νοτιάδες φταίνε), δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε με τους νοτιάδες, μετανιώνουμε οικτρά που κατεβάσαμε το πάπλωμα, τις νύχτες η υγρασία χτυπά κόκκινο θολώνοντας τα πάντα (Λονδίνο γίναμε!), δεν ξέρεις τι να φας, θες ένα comfort food, αλλά ο καιρός κάθε άλλο παρά cozy είναι, είναι Νοέμβρης και κοιμάσαι με τα παράθυρα ανοιχτά, είναι Νοέμβρης και παλεύεις με κουνούπια!
Όταν τελείωσα, οι φίλοι των νοτιάδων μου είπαν ότι είχα δίκιο αλλά οι νοτιάδες, αγαπητή Crispy, κρατούν την θερμοκρασία σε υψηλά επίπεδα, ως εκ τούτου αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε θέρμανση. Μάλιστα.
Άτιμη κρίση!

Τα pancakes που ακολουθούν τα έφτιαξα πριν λίγες μέρες όταν πέρασαν καταιγίδες από την πόλη. Ξέρετε, κάτι μέρες που ανοίγεις το παράθυρο κι αναφωνείς "Πω πω, χειμώνιασε!" κι ας φυσά νοτιάς. Για τέτοιο καιρό είναι αυτά τα υπέροχα pancakes, τα ωραιότερα που έχω φτιάξει, να μοσχοβολούν κανέλα και μέλι, να ομορφαίνουν το βροχερό πρωινό.


Pancakes με κανέλα και μέλι



Υλικά για 7-8 pancakes

1/4 φλιτζάνι (40 γρ) νιφάδες βρώμης (τις οποίες θα περάσετε από το μούλτι, 1-2 σύντομες φορές)
1/3 φλιτζάνι (60 γρ) αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1/3 φλιτζάνι (60 γρ) αλεύρι ολικής αλέσεως
1 φλιτζάνι γάλα (250 γρ)
1 μεγάλο αυγό
1 κουταλιά σούπας μέλι
1/2 κουταλάκι του γλυκού κανέλα
1  1/2 κουταλάκια του γλυκού baking powder
1 πρέζα αλάτι

Σε ένα μπολ αναμειγνύουμε τα δύο αλεύρια με τις νιφάδες βρώμης, την κανέλα, το αλάτι και το baking powder.

Σε ένα άλλο πιο μεγάλο μπολ χτυπάμε το αυγό με το μέλι μέχρι να λιώσει το μέλι. Προσθέτουμε το γάλα και συνεχίζουμε για λίγο να αναμειγνύουμε. Προσθέτουμε στο γάλα το μείγμα με τα αλεύρια κι ανακατεύουμε καλά. Το μείγμα μας πρέπει να είναι λίγο πηχτό.

Ζεσταίνουμε σε ένα μικρό αντικολλητικό τηγάνι πολύ λίγο λάδι. Ρίχνουμε μια κουτάλα χυλό, ψήνουμε καλά από τη μια μεριά και πολύ προσεκτικά γυρίζουμε την τηγανίτα να ψηθεί από την άλλη. Μόλις είναι έτοιμες, τις σερβίρουμε με μέλι και ψίχα καρυδιού.





Τέλος, ρίχνουμε μια ματιά έξω από το παράθυρο να δούμε αν άλλαξε ο καιρός.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Γλυκιά, αλλά όχι μόνο!

Τις γλυκοπατάτες οι Έλληνες δεν τις τρώμε φανατικά. Σπάνια βλέπεις κάποιον πάγκο στη λαϊκή να τις πουλά, και το πιθανότερο τότε να είναι στριμωγμένες σε μια άκρη, ξεχασμένες κι αφημένες στην τύχη εκείνων που τις ψάχνουν ματαίως. Οι γλυκοπατάτες μπορεί να είναι ομορφάσχημες στην εμφάνιση, ωστόσο είναι πολύ συναρπαστικές γευστικά. Παίζουν σε πολλά επίπεδα, οι ξένοι μάλιστα -κυρίως οι Αμερικανοί- τις χρησιμοποιούν και σε γλυκά. Τέλειες σε σούπες, υπέροχες ψητές-ολόκληρες ή κομμένες- ενίοτε τολμούν να αντικαταστήσουν την κοινή πατάτα.



Ενίοτε είπαμε. Όχι πάντα, διότι δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα αγριοκάτσικο στο φούρνο με ...γλυκοπατάτα. Από την άλλη, ποτέ δεν ξέρεις! Οι αντικαταστάσεις ήταν το θέμα της προηγούμενης ανάρτησης, κι έτσι -με αντικατάσταση- προχωρήσαμε στην σημερινή. Όπου σε ένα κλασικό πιάτο με πατάτα, την αντικαταστήσαμε με γλυκοπατάτα. Και το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία, τόσο πολύ ενθουσίασε τον απαιτητικό  μας ουρανίσκο! Η ισπανική τορτίγια λοιπόν, διότι αυτή υπέστη την δραματική αλλαγή, πήρε μια στροφή σαφώς πιο γλυκιά αλλά ενισχυμένη. Δύο αγαπημένα μπαχαρικά συνέβαλαν με την παρουσία τους για να ανεβάσουν την ένταση και να στήσουν ωραίο γευστικό παιχνίδι στον προς τη δική μας τέρψη.


Τορτίγια με γλυκοπατάτα 






Υλικά για 3 άτομα

1 γλυκοπατάτα (περίπου 400 γρ)
1 μεγάλο λευκό κρεμμύδι κομμένο αλλά όχι ψιλοκομμένο
6 μεγάλα αυγά
λίγο θυμάρι (1/2 κουταλάκι του γλυκού είναι αρκετό)
1/2 κουταλάκι του γλυκού curry σε σκόνη
1/2 κουταλάκι του γλυκού πάπρικα (καπνιστή καλύτερα αλλά αν δεν έχετε τότε την κλασική γλυκιά)
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο

Ανάβουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς. Κόβουμε την γλυκοπατάτα στο μαντολίνο σε λεπτές φέτες. Σε ένα ρηχό ταψί στρώνουμε χαρτί ψησίματος. Από πάνω στρώνουμε τις ροδέλες της γλυκοπατάτας, αλατοπιπερώνουμε, ρίχνουμε λίγο ελαιόλαδο κι από πάνω το θυμάρι. Ψήνουμε για 15-20 λεπτά περίπου μέχρι να μαλακώσει η γλυκοπατάτα. Προσέχουμε μην μαυρίσει.

Εν τω μεταξύ, ζεσταίνουμε (σε μέτρια φωτιά) σε τηγάνι που μπαίνει στο φούρνο λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρουμε καλά το κρεμμύδι μέχρι να μαλακώσει. Σκεπάζουμε και το αφήνουμε να μαγειρευτεί για λίγο- περίπου 5 λεπτά.

Βγάζουμε την γλυκοπατάτα από τον φούρνο αλλά δεν τον κλείνουμε.

Σε ένα μπολ χτυπάμε τα αυγά με τα μπαχαρικά και λίγο αλατοπίπερο. Προσθέτουμε τις γλυκοπατάτες στο μείγμα των αυγών. Το ρίχνουμε απαλά στο τηγάνι με το κρεμμύδι. Κουνάμε το τηγάνι και το αφήνουμε σε κλειστό πια μάτι 1-2 λεπτά. Τοποθετούμε το τηγάνι στο φούρνο και ψήνουμε την τορτίγια μέχρι να αποκτήσει όμορφο καφέ-χρυσαφί χρώμα στο πάνω μέρος.

Σημείωση: Αν δεν έχουμε ειδικό τηγάνι που μπαίνει στο φούρνο τότε μαγειρεύουμε σε κλασικό τηγάνι την τορτίγια στο μάτι της κουζίνας.



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 


Άλλες συνταγές της Crispy με γλυκοπατάτα:
εδώ
εδώ
εδώ 

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

The switch*

Τις προάλλες μια αναγνώστρια του blog  έστειλε μήνυμα στο οποίο ρωτούσε με τι θα μπορούσε να αντικαταστήσει σε μια συνταγή την sour cream, την οποία δεν έβρισκε πουθενά. Αφού λύθηκε το θέμα «πού μπορεί να βρεθεί sour cream» πιάσαμε εκείνο, το πιο δύσκολο, που αφορούσε την αντικατάσταση της.

Το να αντικαταστήσεις ένα υλικό με κάποιο άλλο, μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη, απροσδόκητη  επιτυχία, μπορεί όμως -κι εδώ οι πιθανότητες είναι σαφώς μεγαλύτερες- να οδηγήσει σε φρικτή, ολοκληρωτική καταστροφή. Θέλει προσοχή το ζήτημα. Κι εμπειρία. Κι ίσως λίγη καλή τύχη. Στη ζαχαροπλαστική τα πράγματα είναι πολύ αυστηρά. Πας με πολύ προσεκτικά βήματα, τόσο που ούτε 2 κουταλιές γάλα δεν μπορούν να αντικατασταθούν με απλό νερό (το δοκίμασα). Αν σου λέει η συνταγή γάλα, για κάποιο λόγο θέλει γάλα! Πριν λίγες μέρες αντί για ξινόγαλο από το οποίο ξέμεινα, έριξα σε γάλα χυμό λεμονιού όπως είχα διαβάσει, φευ, το κέικ δεν ήταν το ίδιο όπως θα ήταν με ξινόγαλο. Παραδείγματα τέτοια υπάρχουν άπειρα.

Στη μαγειρική, αν και θέλει και εδώ προσοχή το ζήτημα, μια τυχόν αντικατάσταση υλικού ίσως προβεί λιγότερο επικίνδυνη. Τουλάχιστον σε προσωπικό επίπεδο, τα πράγματα δεν έχουν πάει κι άσχημα στις αντικαταστάσεις. Η πιο εύκολη προέκυψε όταν, για θερμιδικούς λόγους, θέλησα να βρω κάτι να αντικαταστήσω την κρέμα γάλακτος - την οποία παρεμπιπτόντως λατρεύω αλλά... . Το γιαούρτι αποδείχτηκε εύκολος αντικαταστάτης. Προσοχή, στις σάλτσες δεν δίνει το ίδιο αποτέλεσμα, δεν πήζει με τον ίδιο τρόπο. Σε φαγητά όμως που μπαίνουν στο φούρνο λειτουργεί μια χαρά. Άψογο, φίνο αποτέλεσμα.

Στο όμορφο comfort food της σημερινής ανάρτησης, τον πρώτο καιρό χρησιμοποιούσα κρέμα γάλακτος, την αντικατέστησα σε κάποια φάση με γιαούρτι και το φαγητό τολμώ να πω ότι βελτιώθηκε. Εκείνο όμως που το απογείωσε ήταν όταν πρόσφατα αντικατέστησα το αρχικό μπέικον με σύγλινο! Οφείλω να ομολογήσω ότι έχω πάθει έρωτα μεγάλο με το συγκεκριμένο αλλαντικό!

Papardelle στο φούρνο με σπανάκι και σύγλινο




Υλικά για 4 άτομα

1 πακέτο papardelle (250 γρ)
1/2 κιλό σπανάκι (κατεψυγμένο ή φρέσκο)
250 γρ σύγλινο κομμένο σε μικρά κομμάτια
1 κεσεδάκι γιαούρτι 250 γρ (προτιμώ να χρησιμοποιώ τα στραγγιστά που έχουν όμως 2% λιπαρά, έχουν πιο κρεμώδη υφή)
2 αυγά
ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι


Αν χρησιμοποιούμε φρέσκο σπανάκι, το πλένουμε, το βάζουμε σε μια κατσαρόλα με βραστό νερό να πάρει μια δυο βράσεις, το στραγγίζουμε και το κόβουμε σε χοντρά κομμάτια. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούμε κατεψυγμένο δεν χρειάζεται η προηγούμενη διαδικασία. Σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο (2-3 κουταλιές) και σοτάρουμε το σπανάκι μέχρι να πιει τα υγρά του. Το αλατοπιπερώνουμε.Σε άλλο τηγάνι και σε πολύ λίγο ελαιόλαδο -ίσως και καθόλου, έχει το ίδιο το σύγλινο- σοτάρουμε το αλλαντικό. Εν τω  μεταξύ σε μια μεγάλη κατσαρόλα και σε αλατισμένο νερό που βράζει, μαγειρεύουμε τα ζυμαρικά τόσο χρόνο όσο υποδεικνύεται στο πακέτο μείον ένα λεπτό. Σε ένα μεγάλο μπολ ρίχνουμε τα αυγά και τα χτυπάμε. Προσθέτουμε το γιαούρτι και συνεχίζουμε το χτύπημα. Προσθέτουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά, ζυμαρικά, σπανάκι, σύγλινο κι ανακατώνουμε πολύ καλά. Βάζουμε το φαγητό σε ένα πυρέξ (το οποίο έχουμε λαδώσει ελαφρώς) διαστάσεων 20 x 20 εκ (εγώ χρησιμοποίησα δύο των 10 x 20 εκ).
Ψήνουμε το φαγητό σε προθερμασμένο φούρνο στους 200 βαθμούς για 20 λεπτά σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο. Το ξεσκεπάζουμε και συνεχίζουμε το ψήσιμο για 5 λεπτά ακόμα.

Σερβίρεται σε κομμάτια όπως το παστίτσιο.




Όποιοι θέλουν ας γράψουν σε σχόλιο κάποια αποτυχημένη -για να πάρουμε τα μέτρα μας- ή επιτυχημένη αντικατάσταση που λειτούργησε- για να μαθαίνουμε!

Τέλος βρήκα σε αυτό το site έναν ολόκληρο κατάλογο από αντικαταστάσεις. Η πιο παράξενη μου φάνηκε εκείνη για το αυγό: Κοπανισμένοι σπόροι λιναρόσπορο με νερό!

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα hit&run


*Ο τίτλος της ανάρτησης είναι "κλεμμένος" από επεισόδιο της θρυλικής κωμικής σειράς Seinfeld

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

D.I.Y. επιτέλους!

Είναι κάποια προϊόντα που τα αγοράζουμε σταθερά για χρόνια κι ούτε καν μας περνά από το νου να τα φτιάξουμε στο σπίτι. Γιατί; Διότι ίσως κανείς δεν ξέρει πώς φτιάχνονται (πχ γαριδάκια...!!!) ή πώς φτιάχνονται σωστά (πχ κρουασάν. Κι εννοώ κρουασάν αφράτο, βουτυράτο, γαλλικό με τα όλα του!). Ή υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι η συνταγή είναι μυστική (σαν την Κόκα Κόλα ένα πράγμα) κι ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλυφθεί.

Τέτοια εντύπωση είχα για τα περίφημα μπισκότα digestives, τα οποία απολαμβάνω να τρώω από μικρή. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ να κάτσω να τα φτιάξω μόνη μου γιατί  το θεωρούσα ως δεδομένο ότι δεν φτιάχνονται στο σπίτι. Μέχρι που έπεσα πάνω σε μια συνταγή για digestives και σκέφτηκα ότι μια δοκιμή δεν θα έβλαπτε.  Άλλωστε μου έχει μείνει άπλετος ελεύθερος χρόνος περιμένοντας την πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη (κε. πρωθυπουργέ, ελπίζω να είναι το ίδιο εντυπωσιακή με την Αμάλ). Και  με την ευκαιρία σκέφτηκα να ξεκινήσω ένα project του στυλ «κάνε το επιτέλους μόνη σου» , να εντυπωσιάσω κι εκείνη την ακριβοθώρητη, την ανάπτυξη όταν  έρθει με το καλό – ή το κακό, ποιος ξέρει...

Τα έφτιαξα λοιπόν, τα υπερ-απόλαυσα και  με χαρά ανακοινώνω ότι είναι απείρως καλύτερα από τα έτοιμα! Κι εύκολα στο φτιάξιμο!


Μπισκότα Digestives (σπιτικά)




Με τη δόση αυτή βγαίνουν  πάνω-κάτω 20 κομμάτια:

1 φλιτζάνι αλεύρι ολικής

1 1/3 φλιτζάνια νιφάδες βρώμης (κουάκερ)- Θα τα περάσετε από το μούλτι 1-2 φορές γιατί τις θέλουμε ψιλές.

1/3 μαλακή σκούρα καστανή ζάχαρη (Μπορεί να βρει κανείς σε μεγάλα s/m )

115 γρ βούτυρο (το οποίο θα κόψετε σε κύβους και θα ξαναβάλετε στο ψυγείο για κάνα 10λεπτο πριν το χρησιμοποιήσετε)

1 κουταλάκι του γλυκού baking powder

1 πρέζα αλάτι

Λίγο γάλα (3-4 κουταλιές περίπου)

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς και στρώνουμε ένα ταψί  ψησίματος με αντικολλητικό χαρτί.




Σε ένα μεγάλο μπολ βάζουμε το αλεύρι, το κουάκερ, το baking powder, το αλάτι, τη ζάχαρη και το βούτυρο. Αρχίζουμε και δουλεύουμε τα υλικά με τα δάχτυλα μέχρι το μείγμα που θα προκύψει να μοιάζει με τρίμματα. Για όσους έχουν food processor μπορούν να το χρησιμοποιήσουν, γλιτώνουν χρόνο και κόπο.




 Ρίχνουμε 2 κουταλιές γάλα και δουλεύουμε τη ζύμη η οποία αρχίζει να δένει- είναι το γάλα που θα βοηθήσει να γίνουν τα τρίμματα συμπαγής ζύμη. Ίσως χρειαστεί λίγο γάλα ακόμα, ίσως όχι. Αν δούμε ότι η ζύμη είναι έτοιμη, την δουλεύουμε λίγο ακόμα αλλά όχι για πολύ. Κόβουμε δύο μεγάλα φύλλα αντικολλητικό χαρτί, βάζουμε ενδιάμεσα τη ζύμη και με τη βοήθεια ενός πλάστη την ανοίγουμε σε φύλλο μισού εκατοστού. 




Το τοποθετούμε στο ψυγείο για 10 λεπτά. Όταν το βγάλουμε , το κόβουμε σε στρογγυλά κομμάτια με τον κόφτη μπισκότων (ή με ένα ποτήρι) βάζουμε τα μπισκότα στο ταψί και ψήνουμε για 15 λεπτά περίπου.

Σερβίρονται με freshly brewed English tea!



 Συνταγή από το πολύ καλό food52 -με κάποιες αλλαγές.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Όλα σε μία!


Όλα αυτά τα χρόνια στο blogging έχω παρατηρήσει ότι οι Αμερικανοί ΄συνάδελφοι’ αντιδρούν υπερβολικά όταν εισάγεται μια νέα διατροφική μόδα. Τι άκρατος ενθουσιασμός που επικρατεί, τι εμμονή, τι υστερία! Τη μια είχαμε αυτό το περίφημο φυλλώδες λαχανικό, το kale, το έβλεπες παντού, κάθε δεύτερη ανάρτηση είχε kale. Προ καιρού όταν κυκλοφόρησε η είδηση ότι θα υπήρχε έλλειψη kale, έπεσε πανικός! Από την άλλη, οι Αμερικανοί hipster food bloggers  έφαγαν όλα τα αποθέματα της γης σε quinoa! Επισκεπτόσουν ανάλογο blog κι είχες 90% πιθανότητα να πέσεις σε συνταγή με το συγκεκριμένο δημητριακό!  Μετά είναι οι εμμονές τους με διάφορα σκεύη, και νάσου στη μόδα το slow cooker, να και το dutch oven από την άλλη. Και τέλος έχουν τις μόδες στον τρόπο μαγειρέματος. Τελευταία γέμισαν τα blog τους με συνταγές για ζυμαρικά του στυλ all-in-one-pot.
Θυμάσαι εκείνη την εποχή που ρωτούσες τη μαμά σου τι θα μαγειρέψει και σου απαντούσε ‘αρνάκι κοκκινιστό με σπαγγέτι «μπλουμ»’ ή ‘κοτόπουλο με χυλοπίτες «μπλουμ»’ ; Ε λοιπόν, ένα τέτοιο «μπλουμ» είναι και οι συνταγές all-in-one-pot!
Ο συγκεκριμένος τρόπος μαγειρέματος έχει ένα βασικό πλεονέκτημα. Χρησιμοποιείς μόνο μία κατσαρόλα! Που σημαίνει 1) Οικονομία στο ρεύμα (Γεια σου ΔΕΗ!) 2) Λιγότερη λάντζα (Οποία χαρά!)
Είναι ο ωραιότερος τρόπος για να μαγειρέψει κανείς ζυμαρικά, μιας και αυτά γίνονται ακόμα πιο νόστιμα αφού βράζουν σε σάλτσα. Από την άλλη θέλουν τρόπο και προσοχή για να γίνουν όλα al dente! Πάμε να δούμε πώς!


All-in-one-pot λιγκουίνι με κοτόπουλο σε σάλτσα με μείγμα μπαχαρικών Cajun





Υλικά για 2 άτομα


170 γρ λιγκουίνι

1 στήθος κοτόπουλο κομμένο σε μικρές μπουκιές

2 σκελίδες σκόρδο κομμένες στη μέση

1 ½ φλιτζάνια ζωμός κοτόπουλου (ζεστό)

½ φλιτζάνι γάλα πλήρες

ελαιόλαδο

1 κουταλάκι του γλυκού μείγμα μπαχαρικών Cajun *

Σε μια κατσαρόλα μεσαίου διαμέτρου ζεσταίνουμε λίγο λάδι (φωτιά μεσαίας έντασης). Ρίχνουμε το σκόρδο και σοτάρουμε για λίγο. Ρίχνουμε το κοτόπουλο συνεχίζοντας το σοτάρισμα. Βγάζουμε το σκόρδο και προσθέτουμε το μείγμα μπαχαρικών. Συνεχίζουμε το σοτάρισμα ανακατώνοντας και τρίβοντας τον πάτο της κατσαρόλας με την κουτάλα (εκεί βρίσκεται όλη η νοστιμιά). Μετά από 5 λεπτά ρίχνουμε το ζωμό και το γάλα.  Περιμένουμε να πάρει βράση και ρίχνουμε το ζυμαρικό κομμένο στα δύο. Χαμηλώνουμε ένα βαθμό τη φωτιά, κι αφήνουμε το ζυμαρικό να βράσει, ανακατώνοντας κάθε 2-3 λεπτά γιατί υπάρχει κίνδυνος να κολλήσει. Μετά από 10 λεπτά το ζυμαρικό θα έχει βράσει τέλεια κι η σάλτσα θα είναι υπέροχα κρεμώδης!





Θέλει λίγη τέχνη κι εμπειρία ο συγκεκριμένος τρόπος μαγειρέματος. Όσοι δεν έχουν εξοικειωθεί μπορούν να είναι προσεκτικοί όταν χρησιμοποιούν τον ζωμό. Να έχουν έξτρα ποσότητα εύκαιρη σε περίπτωση που χρειαστεί. Το πόσο ζωμό χρειαζόμαστε εξαρτάται πάντα από την ποσότητα και το είδος του ζυμαρικού. Στη σημερινή συνταγή οι ανάλογες ποσότητες είναι ιδανικές.

Αν θέλετε να το φτιάξετε για περισσότερο από δύο άτομα, θα πολλαπλασιάσετε ανάλογα τις ποσότητες και θα χρησιμοποιήσετε μεγαλύτερη κατσαρόλα.


*Πώς φτιάχνουμε μείγμα μπαχαρικών Cajun




Απ’ό,τι διάβασα είναι καναδικό μείγμα. Έψαξα σε καναδέζικα site και το καθένα έδινε τη δική του εκδοχή. Προτίμησα αυτή που παραθέτω (και καλά έκανα!)
Θα χρειαστούμε:
2 κουταλάκια του γλυκού πάπρικα (εγώ χρησιμοποίησα καπνιστή)
2 κουταλάκια του γλυκού κύμινο
2 κουταλάκια του γλυκού κόλιανδρο
1/2 κουταλάκι του γλυκού φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι
1/4 κουταλάκι του γλυκού αλάτι
1 κουταλάκι του γλυκού ρίγανη
1/4 κουταλάκι πιπέρι cayenne

Ανακατεύουμε πολύ καλά όλα τα υλικά! Από το μείγμα που θα προκύψει χρησιμοποιούμε στην συνταγή μόνο ένα κουταλάκι του γλυκού. (Μην πάτε και το χρησιμοποιήσετε όλο κι έχουμε τρεχάματα!!! Και ποιος σας ακούει μετά!!!)




ΥΓ: Μιας κι ανέφερα το περίφημο kale,  να σας πω ότι ο Mark Bittman των NYT δήλωσε προχθές  ότι  «Pumpkin is the new kale» ! Το αναφέρω σε περίπτωση που αναρωτιέστε γιατί το 99% των συνταγών έχει κολοκύθα. Και καλά είναι της εποχής, ήρθε και το Halloween!



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Έγινε με Αιγίνης!

Η μητέρα μου έφτιαχνε πάντα τον μπακλαβά με καρύδι. Κι έτσι μου άρεσε ο μπακλαβάς. Με καρύδι. Την πρώτη φορά που δοκίμασα μπακλαβά με φιστίκι Αιγίνης  από τούρκικο ζαχαροπλαστείο ένιωσα συγκλονισμένη κι απογοητευμένη ταυτόχρονα. Από τη μια ο αγαπημένος μπακλαβάς αποκτούσε λατρευτικές διαστάσεις, από την άλλη έπρεπε να απαρνηθώ εκείνον της μητέρας μου. Τόσο μπανάλ πια χωρίς το φιστίκι.
Προ καιρού έπεσε μια ερώτηση στο Pinterest για το ποιο ήταν το αγαπημένο μας παγωτό. Η συντριπτική πλειοψηφία απάντησε «παγωτό με φιστίκι Αιγίνης». Τυχαίο; Όχι δα! Το φιστίκι Αιγίνης είναι από εκείνα τα υλικά που τα βρίσκεις εύκολα αλλά είναι πολύ ιδιαίτερα σε γεύση. Παραμένει ένας από τους πιο αγαπημένους ξηρούς καρπούς για εμάς τους Έλληνες αλλά δεν το χρησιμοποιούμε συχνά σε γλυκά ή φαγητά. Εκτός από γλυκό του κουταλιού το οποίο είναι εξαιρετικό και όπως πάντα πολύ ιδιαίτερο.
Το φιστίκι Αιγίνης παραδόξως ταιριάζει όμορφα με ξινούτσικες γεύσεις. Εντελώς τυχαία κι έχοντας αρκετά φιστίκια στο σπίτι σκαρφίστηκα κάτι cupcake με Αιγίνης και λεμόνι. Αφράτα, με όμορφη, ξεχωριστή γεύση έχουν γίνει η επιτυχία του φθινοπώρου! Φθινόπωρο στα χαρτιά βέβαια, γιατί το μικρό καλοκαίρι καλά κρατεί!


Cupcake με φιστίκι Αιγίνης και λεμόνι



Για 12 cupcake

120 γρ βούτυρο σε θερμοκρασία δωματίου
1 φλιτζάνι ζάχαρη καστανή
2 μεγάλα αυγά τα οποία θα έχουμε βγάλει από το ψυγείο αρκετή ώρα πριν
½ φλιτζάνι γάλα
1 ½ φλιτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
2 κουταλάκια του γλυκού baking powder
1 κουταλάκι του γλυκού μαγειρική σόδα
½ κουταλάκι του γλυκού αλάτι
2 κουταλάκια του γλυκού εκχύλισμα βανίλιας
½ φλιτζάνι τριμμένο φιστίκι Αιγίνης
 χυμός 2 λεμονιών

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 160 βαθμούς. Ετοιμάζουμε το ειδικό ταψάκι για cupcake στρώνοντας τις κατάλληλες θήκες. Σε ένα μπολ αναμειγνύουμε το αλεύρι με το baking powder, τη σόδα, το αλάτι και το φιστίκι.
Σε ένα άλλο μεγάλο μπολ χτυπάμε πολύ καλά με το μίξερ το βούτυρο και τη ζάχαρη για αρκετά λεπτά μέχρι να αφρατέψει το μίγμα. Προσθέτουμε ένα ένα τα αυγά χτυπώντας συνέχεια.





Ενώ συνεχίζουμε το χτύπημα σε χαμηλότερη ταχύτητα πια προσθέτουμε το χυμό και το εκχύλισμα βανίλιας.
Ρίχνουμε το 1/3 από το αλεύρι , ανακατώνουμε μέχρι να ομογενοποιηθεί το μίγμα. Ρίχνουμε το μισό γάλα συνεχίζοντας το χτύπημα. Μετά ακόμα 1/3 αλεύρι, ακολουθεί το υπόλοιπο γάλα και τελειώνουμε με το υπόλοιπο τρίτο του αλευριού. Μοιράζουμε προσεκτικά κι ομοιόμορφα το μίγμα στις 12 θήκες. Ψήνουμε για 15 λεπτά περίπου. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τα cupcake διότι μπορεί να «αρπάξουν» στο λεπτό.
Πολλές φορές τα cupcake ξεφουσκώνουν μα το που θα τα βγάλει κανείς από το φούρνο. Αυτό που έχω βρει για να μην πέσω θύμα ξεφουσκώματος είναι να αφήνω το ταψί πάνω στην ανοιχτή πόρτα του φούρνου για λίγα λεπτά.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ηit&Run. 

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Κεντροευρωπαϊκά κι αγαπημένα (pancake)

Δεν ξέρω αν το πήρατε χαμπάρι αλλά πριν 20 μέρες περίπου γιορτάσαμε την Διεθνή Ημέρα των Pancake! Εντάξει, δεν είναι η ημέρα που θα βγούμε όλοι στους δρόμους πανηγυρίζοντας περήφανοι ως ανθρώπινο γένος, μόνο και μόνο επειδή ψήνουμε στο τηγάνι χυλό.  Αλλά ένα αφιέρωμα στην huffington post μου  τράβηξε την προσοχή, μιας κι έδειχνε τις διάφορες εκδοχές του διάσημου αυτού πρωινού- κολατσιού ανά χώρα. Υπήρχαν εκδοχές που γνώριζα κι έχω τιμήσει, και τιμώ σταθερά, αλλά υπήρχαν pancake των οποίων την ύπαρξη δεν γνώριζα καν! Κι εκείνη η εκδοχή   που μου τράβηξε περισσότερο την προσοχή ήταν η αυστριακή! Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι δεν την γνώριζα-η αυστριακή κουζίνα και ζαχαροπλαστική είναι σημείο αναφοράς-  κι επίσης φαινόταν λαχταριστή κι αρκούντως πληθωρική!
Χθες, Κυριακή κλασική μέρα για κρέπες ή pancakes, το πρωινό πήρε μια απότομη στροφή και βρέθηκε κάπου στα κεντρικά της Ευρώπης. Έτσι λοιπόν φτιάξαμε....


Kaiserschmarrn
(Αυστριακό pancake)



Δύσκολο να το προφέρεις αλλά εύκολο στην παρασκευή, ουσιαστικά πρόκειται για μια χοντρή κρέπα την οποία κόβουμε σε κομμάτια όσο ψήνεται στο τηγάνι.

Υλικά για 2 άτομα

1 φλιτζάνι γάλα
3 αυγά
2/3 φλιτζάνι αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 κουταλάκι του γλυκού εκχύλισμα βανίλιας
2 κουταλιές σούπας ζάχαρη καστανή
2-3 κουταλιές σούπας σταφίδα
2-3 κουταλιές σούπας μαρμελάδα δαμάσκηνο
λίγο ελαιόλαδο ή βούτυρο για το τηγάνι
1-2 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη άχνη

Σε ένα μπολ χτυπάμε καλά το γάλα, αυγά,  εκχύλισμα βανίλιας και καστανή ζάχαρη. Προσθέτουμε το αλεύρι κι ανακατεύουμε μέχρι να ομογενοποιηθεί καλά το μείγμα.
Ζεσταίνουμε ένα μεγάλο αντικολλητικό τηγάνι. Προσθέτουμε πολύ λίγο ελαιόλαδο (2 κουταλιές είναι αρκετές) . Ρίχνουμε το χυλό και το αφήνουμε για λίγα λεπτά να ψηθεί από κάτω. Πολύ προσεκτικά- όσο προσεκτικά γίνεται γιατί το πάνω μέρος είναι ακόμα ρευστό- γυρίζουμε την κρέπα. Μόλις αρχίσει να ψήνεται το κάτω μέρος, με μια ξύλινη ή πλαστική σπάτουλα αρχίζουμε  να κόβουμε την κρέπα πρώτα οριζόντια και μετά κάθετα, έτσι ώστε να την κόψουμε σε μικρά τετράγωνα κομμάτια. Μόλις κοπεί όλη, συνεχίζουμε το τηγάνισμα για λίγη ώρα ακόμα μέχρι να ψηθούν ομοιόμορφα όλα τα κομμάτια. Τα σερβίρουμε στο πιάτο με τις σταφίδες και την μαρμελάδα και πασπαλίζουμε με ζάχαρη άχνη.

Είναι ένα εκπληκτικό πρωινό που θα λατρέψετε. Κι είναι ιδανικό για τις κρύες μέρες που θα έρθουν. Κι ευτυχώς αργούν λίγο ακόμα!




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Η μπίρα στον Αρκτικό κύκλο.

Προχθές σε καφέ-μπαρ της πλατείας Καρύτση παρήγγειλα μπίρα. Η μπίρα (τύπου ale) ήρθε με ποτήρι (για lager) άλλης εταιρίας . Θα μου πεις «λεπτομέρειες». Θα σου πω «έκανα τα στραβά μάτια». Εκεί που δεν μπόρεσα να κάνω τα στραβά μάτια ήταν στο γεγονός ότι το ποτήρι  ήταν παγωμένο.  Εδώ αναπόφευκτα ζει κανείς δύο δράματα: 1) Το ποτήρι αρχίζει να ιδρώνει και παντού στάζουν νερά. 2) Το χειρότερο: Δεν  θα μπορέσει  να απολαύσει την μπίρα του στη σωστή θερμοκρασία.

Θυμήθηκα ένα περιστατικό λίγο καιρό πριν, σε άλλο καφέ-μπαρ λίγο πιο κάτω από την Καρύτση.  Πελάτης παρήγγειλε μπίρα και του την έφεραν μαζί με ένα παγωμένο ποτήρι. Ο πελάτης ζήτησε ποτήρι σε...θερμοκρασία δωματίου, φευ, δεν υπήρχε, όλα τα ποτήρια έβγαιναν από τον καταψύκτη! Η σερβιτόρα τότε, του ζήτησε να περιμένει λίγο να ξεπαγώσει. Το ποτήρι!

Τέλος, σε ταβέρνα το καλοκαίρι, η μπίρα ήταν τόσο παγωμένη που είχε αρχίσει η δύστυχη να κρυσταλλώνεται, είχε περάσει πια από την υγρή κατάσταση στη ...στερεή!

Δεν ξέρω γιατί επιμένουμε ως λαός στην παγωμένη μπίρα και στο παγωμένο ποτήρι αλλά όπως διάβασα πρόσφατα σε μια ιστοσελίδα, σερβίρεις  στους 0-4 βαθμούς «any beer you don’t actually want to taste».

Παρεμπιπτόντως την μπίρα τη χρησιμοποιούμε και στο φαγητό. Και κάνει πολύ ωραίες σάλτσες παρακαλώ! Ιδιαίτερα αν είναι αρωματική. Όπως την pale ale που χρησιμοποιήσαμε στη συνταγή που ακολουθεί. Και που την χρησιμοποιήσαμε –εκτάκτως- σε θερμοκρασία δωματίου. Ό,τι έμεινε στο μπουκάλι, το κρυώσαμε –όσο έπρεπε, το τονίζω-και το απολαύσαμε- πάντα στη σωστή θερμοκρασία!


Μπουτάκια κοτόπουλου σε σάλτσα με μπίρα τύπου pale ale κι ελιές





Υλικά για 4 άτομα:


8 μπουτάκια κοτόπουλου

1 μεγάλο λευκό κρεμμύδι ψιλοκομμένο

1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη

1 ματσάκι δεντρολίβανο

60 γρ ελιές Καλαμών ψιλοκομμένες

200 ml μπίρα τύπου Pale Ale

1 κουταλάκι του γλυκού ρίγανη

ελαιόλαδο

αλάτι

πιπέρι

Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο (6 κουταλιές περίπου) σε μέτρια φωτιά. Βάζουμε το κρέας να σοταριστεί καλά. Προσθέτουμε το κρεμμύδι, το σκόρδο και το δεντρολίβανο και συνεχίζουμε το σοτάρισμα μέχρι να μαλακώσει το κρεμμύδι. Αλατοπιπερώνουμε. Ρίχνουμε την μπίρα και σκεπάζουμε την κατσαρόλα. Αφήνουμε να μαγειρευτεί σε χαμηλή προς μέτρια φωτιά για 20 λεπτά.
 Μετά τα 20 λεπτά προσθέτουμε τις ελιές και μαγειρεύουμε για 15 λεπτά περίπου ακόμα. Βγάζουμε από τη φωτιά ρίχνουμε τη ρίγανη κι ανακατώνουμε ελαφρώς.







Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Meet me at Μητροπόλεως.

Η Μητροπόλεως είναι από εκείνες τις οδούς που δεν τυγχάνουν ιδιαίτερης αναφοράς. Απλά υπάρχει εκεί για να καταδεικνύεται ως η κάθετος ή η παράλληλη άλλων πιο high οδών. Κάτι το Υπουργείο Παιδείας που μετακόμισε, κάτι εκείνες οι κάθετες και παράλληλες που γέμιζαν από καφέ μπαρ, wine bar, καφέ μπαρ και πάλι wine bar κι άλλα συναφή μπαρ, η Μητροπόλεως έμεινε να είναι απλά η οδός των τουριστών που ξεβράζει η Πανδρόσου κι η Αδριανού εξού και κάτι τουριστικά μαγαζιά παλιάς κοπής κι αισθητικής που εμφανίζονται εδώ κι εκεί. Και φυσικά εκείνη η οδός που κατεβαίνει από το Σύνταγμα στο Μοναστηράκι.

Αλλά όλα αυτά αλλάζουν σιγά σιγά και κάτι κινείται στη Μητροπόλεως- εκτός από το λεωφορείο 026 και κάτι αποκαμωμένους τουρίστες που ανεβαίνουν από το Μοναστηράκι. Τα τελευταία τρία χρόνια περίπου ανοίγουν μαγαζιά και επί της Μητροπόλεως. Στην αρχή της οδού, απέναντι από το Υπουργείο, υπάρχουν τέσσερα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το Περί Καφέ, για καφέ. Το Meatropoleos, για σουβλάκι, γύρο κλπ, το γνωστό πια κι εκτός Λάρισας Μικέλ, και ο παραδοσιακός Χατζής των παραδοσιακών γλυκών. Το σημείο έχει γίνει το μεγάλο βάσανο του βιαστικού πεζού. Όλα τα καταστήματα έχουν καρέκλες στο πεζοδρόμιο κι η περιοχή είναι στην κυριολεξία απροσπέλαστη! Στο σημείο στήνεται ένα από τα πιο σουρρεάλ σκηνικά της πόλης. Αμέριμνοι τουρίστες που απολαμβάνουν το γύρο τους, γυρνούν και κοιτούν αποσβολωμένοι τα ΜΑΤ να περικυκλώνουν το Υπουργείο. Μόνο στην Αθήνα.


Πιο κάτω, δίπλα από τον πιο παλιό Τζίτζικα και Μέρμηγκα, άνοιξε ένα εκλεκτικό παγωτατζίδικο Le Greche (Οι Ελληνίδες). Υπόσχονται ιδιαίτερες γεύσεις στα, ιταλικής μόρφωσης, παγωτά τους. Στην πρώτη επίσκεψη δοκίμασα κάτι σχετικά ακραίο: Σορμπέ αχλάδι. Το φρούτο το νιώθεις, το γεύεσαι, το βλέπεις. Η υφή του σορμπέ είναι ιδανική αλλά αυτό που με ευχαρίστησε ήταν η όσο πρέπει γλυκύτητα του παγωτού. Έξοχο! Κι έπεται συνέχεια.



Κατεβαίνοντας την οδό από την ίδια πλευρά συναντάς το all day café Hip και το εστιατόριο Intown που στο μενού του τα δύο πρώτα πιάτα που αναφέρονται είναι παστίτσιο και μουσακάς. Αυτόματα καταλαβαίνεις σε ποιούς απευθύνεται. Πιο κάτω, απέναντι από το εντυπωσιακό κτήριο του Ινστιτούτου Θερβάντες –το οποίο μάλλον θα φύγει από τη Μητροπόλεως για να επιστρέψει στα παλιά του λημέρια, στη Σκουφά- βρίσκεται εδώ κι ένα χρόνο το Αθηναϊκόν σε ένα πολύ κομψό χώρο που σφύζει από κόσμο.

Συνεχίζοντας την πορεία προς το Μοναστηράκι φτάνουμε στην Ιθάκη, για σουβλάκια και γύρο όπως φωνάζει ο σερβιτόρος και απέναντι από τη Μητρόπολη βρίσκεται το Piazza Duomo- Καμία σχέση με Μιλάνο αλλά πάντα πήχτρα στον κόσμο το εν λόγω καφέ.

Κι εκεί που νομίζεις ότι τα opening έχουν τελειώσει για τη Μητροπόλεως να ‘σου, εκεί ανάμεσα στα κουρτινάδικα και κάτι ξεχασμένα τουριστικά, άνοιξε πρόσφατα ένα wine bar bistrot, το Vintage. Αυτό στο 66-68. Και λίγο πιο κάτω έχουμε την Cava Π. Αν συνυπολογίσουμε τα ήδη υπάρχοντα wine bar που συναντάμε στα πέριξ, δεξιά κι αριστερά, λίγο πιο πάνω και λίγο πιο κάτω, αναρωτιέται κανείς αν enough is enough. Έρχεται στο νου γνωστή παροιμία που δεν είναι του παρόντος αλλά από την άλλη όλοι οι καλοί χωράνε!

Το τέλος της Μητροπόλεως οδηγεί στη χαρά της χοληστερίνης. Σάββας, Θανάσης και Μπαϊρακτάρης. Πριν από αυτούς συναντάμε ένα από τα λίγα Starbucks που έχουν απομείνει στο κέντρο και φυσικά το απαραίτητο frozen yoghurt spot.

Απ’ ό,τι φαίνεται η Μητροπόλεως βγαίνει από τη σκιά και μπαίνει στο παιχνίδι των hot spot γειτονιών των Αθηνών. Γίνεται σιγά σιγά κι αυτή σημείο αναφοράς. Κτίρια, χώροι υπάρχουν. Μένει να υπάρχει διάθεση και φυσικά καινοτόμες ιδέες.   




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run


Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Απλά και στερεοτυπικά!

Τις προάλλες έπεσα πάνω σε ένα κείμενο στην ιστοσελίδα του Condé Nast Traveler όπου προέτρεπε τους επίδοξους επισκέπτες των Αθηνών να μην φύγουν από την πόλη δίχως να δοκιμάσουν μια... χωριάτικη σαλάτα. Οι αντιρρήσεις κι οι απορίες  πολλές. Πρώτα απ’όλα, είναι τελικά η χωριάτικη σαλάτα το πιάτο-έμβλημα της ελληνικής κουζίνας; Εντάξει, οι ξένοι τη λατρεύουν, είναι ξετρελαμένοι με την «γκρηκ σάλαντ» κι όπου σταθούν κι όπου βρεθούν την καταβροχθίζουν με λαχτάρα μεγάλη. Και πες ότι ναι, η χωριάτικη μετουσιώνει τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής κουζίνας : απλά, καθαρά υλικά χωρίς πολλά πολλά. Αλλά μια σαλάτα δεν παύει να είναι μια απλή σαλάτα. Που σημαίνει ότι: 1) Τα υλικά της πρέπει να είναι φρέσκα κι εποχικά. Η τομάτα πρέπει να έχει δεχτεί τα χάδια του ελληνικού φωτός, να είναι ζουμερή και να μοσχοβολά με το που την αγγίζεις. Να είναι από κήπο, άντε από μικρό μποστάνι. Οι τομάτες της μαζικής παραγωγής, των θερμοκηπίων, οι εισαγωγής –είδαμε και πολωνικές φέτος!- είναι νωθρές, χλομές, «χλεμπονιάρες» όπως τις ονομάζει ο πατέρας μου. Το αγγούρι πρέπει να είναι κρουστό, η πιπεριά μοσχοβολιστή, τα κρεμμύδια της φωτιάς, οι ελιές κατάμαυρες και στιλπνές, η κάππαρη ατίθαση, κι από πάνω να ρίχνεται άφθονη ρίγανη αρωματική κι ελαιόλαδο ελληνικό, πλούσιο, πυκνό, μια μαγεία. Α, κι η φέτα πάνω πάνω, αλλά δεν ανησυχούμε γι’αυτήν, τυγχάνει να είναι all weather. Όλα αυτά σημαίνουν ότι μάλλον η Αθήνα είναι το τελευταίο μέρος όπου θα φάει ο τουρίστας μια ευπρεπέστατη χωριάτικη. Στην επαρχία τουλάχιστον υπάρχει περίπτωση να πέσει πάνω σε ντόπια υλικά.

2) Κινδυνεύει η ελληνική κουζίνα να κολλήσει στον τοίχο εξαιτίας μιας σαλάτας! Τι εννοώ; Ότι ιδιαίτερα στοιχεία της ελληνικής κουζίνας που πασχίζει να πάρει μια θέση στον παγκόσμιο χάρτη δεν προωθούνται. Προτιμάται η εύκολη, εύπεπτη σαλάτα, που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν σκιάζεται από το περιεχόμενο. Τι θα του πεις του ξένου; "Φάε οπωσδήποτε πατσά;". Μμμ, γιατί όχι; 

Εν τέλει, δεν συμφωνώ ότι η χωριάτικη σαλάτα είναι το πιάτο που πρέπει να δοκιμάσει οπωσδήποτε κάποιος επισκέπτης της Αθήνας. Θα την φάει ούτως ή άλλως. Σε άλλα πιάτα κρύβονται οι νοστιμιές της πόλης. Ποιο είναι όμως αυτό το εμβληματικό πιάτο που θα συστήναμε σε έναν τουρίστα; Προσωπικά κάτι έχω υπόψη αλλά θα το φέρω προς συζήτηση άλλη φορά. Εν τω μεταξύ, εσείς ποιο θεωρείτε ότι θα μπορούσε να είναι αυτό το πιάτο;

Πίσω πάλι στο κείμενο του Condé Nast που με έχει βασανίσει αρκετά από τότε που το διάβασα γιατί εκτός από την εμμονή στη χωριάτικη, βρήκα κι άλλα σημεία ελαφρώς περίεργα- έως αστεία. Όπως όταν προτρέπει τους επισκέπτες να παραγγείλουν οπωσδήποτε πατάτες τηγανητές και να τις φάνε με το χέρι κι όχι με μαχαίρι και πιρούνι  γιατί θα βάλουν τα γέλια οι ντόπιοι. Οι ντόπιοι είμαστε εσείς κι εγώ. Που μάλλον τρώμε τις πατάτες με το χέρι, για μαχαίρι και πιρούνι ούτε λόγος- παρεμπιπτόντως ποιος τρώει πατάτες τηγανητές ΚΑΙ με μαχαίρι;

Είπα πατάτες και θυμήθηκα κάτι εκπληκτικές πατάτες φούρνου που έφτιαξα προ καιρού προσθέτοντας με όμορφο τρόπο τρία υλικά από την βασίλισσα χωριάτικη: τομάτα, πιπεριά και κρεμμύδι.
Οι πατάτες αυτές ήταν αριστουργηματικές και το απλό αυτό πιάτο δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πώς ταπεινά υλικά, μετουσιώνονται χωρίς φιοριτούρες σε νοστιμότατα εδέσματα. Το μόνο σημαντικό στοιχείο: Οι πρώτες ύλες να είναι καλές.



Πατάτες στο φούρνο με σάλτσα τομάτα, πιπεριά και κρεμμύδι




Για 4 άτομα

1 κιλό πατάτες (4-5 μέτριες) τις οποίες θα κόψετε σε κυδωνάτες, όπως τις κόβετε για φούρνο αλλά πιο μικρές- λίγο μεγαλύτερες από τις κλασικές τηγανητές.
2 μεγάλα λευκά κρεμμύδια που θα κόψετε σε λεπτές φετούλες
2 πιπεριές κέρατο που θα κόψετε σε λεπτές ροδέλες
2 μεγάλες ώριμες τομάτες που θα τρίψετε
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο


 Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρετε τα κρεμμύδια ίσαμε να μαλακώσουν και να χρυσίσουν Προσθέτετε τις πιπεριές και συνεχίζετε το σοτάρισμα για λίγα λεπτά ακόμα. Προσθέτετε τις τομάτες, ανακατώνετε και αφήνετε το τηγάνι 1-2 λεπτά ακόμα στη φωτιά.
Σε ένα ταψί βάζετε τις πατάτες. Τις αλατοπιπερώνετε, ρίχνετε λίγο ελαιόλαδο και νερό κι ανακατώνετε. Ρίχνετε από πάνω τη σάλτσα, ανακατώνετε και ψήνετε στους 180 βαθμούς για 1 ώρα περίπου- εξαρτάται από το μέγεθος και την ποιότητα της πατάτας.


Σημείωση: Τρώγονται με ...πιρούνι!

Επίσης, για μια πιο...χωριάτικη νότα τρίψτε από πάνω φέτα. 


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run