Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Must be the season of the soup #2

Λατρεύω τα όσπρια και το έχω αποδείξει πολλάκις εδώ στο μπλογκ. Τα τρώω με λαχτάρα από παιδί. Τις κρύες μέρες του χειμώνα, όταν επέστρεφα από το σχολείο κι έβλεπα ότι με περίμενε ένα γεμάτο ζεστό πιάτο με φακές ή φασόλια με όλα τα ωραία συνοδευτικά, ζυμωτό ψωμί, ελιές, ρέγγα ή σαρδελίτσες, χαιρόμουν πάρα πολύ- βασικά χαιρόμουν γιατί είχα γλιτώσει από το φρικτό σπανακόρυζο...αλλά όχι μόνο γι'αυτό! (Μεταξύ μας, δεν υπήρχαν πιο μίζερες στιγμές από εκείνες στις οποίες όταν γυρνούσα σπίτι μετά από μία άθλια μέρα στο σχολείο {όλες οι μέρες στο σχολείο ήταν άθλιες}κι έβλεπα στο τραπέζι σπανακόρυζο. Πέταγα όσο πιο μακριά την τσάντα κι έβαζα τα κλάματα. Αλλά στο τέλος έτρωγα το σπανακόρυζο. Κλαίγοντας. 

Όμως ας αφήσουμε τις παιδικές αναμνήσεις κι ας γυρίσουμε πίσω στα όσπρια. Τα μαγειρεύω συχνά 1-2 φορές την εβδομάδα. Με τα χρόνια έχουν αλλάξει κάποιες σταθερές που είχα στο μαγείρεμα. Μία πρώτη αλλαγή είναι ότι προτιμώ πια να σοτάρω, και μάλιστα με ήρεμο τρόπο, την αγία τριάδα του σοφρίτο όπως ονομάζω το μείγμα ψιλοκομμένου κρεμμυδιού, καρότου και σέλερι (ή σέλινο). Το άλλο είναι ότι μου αρέσει να προσθέτω κι άλλα υλικά μες στη σούπα, κυρίως ζυμαρικά, και καμιά φορά πατάτα, σπανάκι ή διάφορα άλλα χορταορειδή. Μέχρι και μανιτάρια πορτσίνι έχω βάλει σε σούπα μα φακές κι είναι απίστευτα νόστιμη! 

Η φασολάδα που παρουσιάζω σήμερα είναι η αγαπημένη μου γι' αυτόν τον χειμώνα. Την έχω φτιάξει αρκετές φορές από τότε που βρήκα την συνταγή. Είναι μία φασολάδα από την Τοσκάνη κι έχει όλα τα πληθωρικά χαρακτηριστικά ενός πιάτου από την κεντρική Ιταλία. Έχω κάνει κάποιες αλλαγές: Δεν χρησιμοποιώ guanciale, αντ' αυτού που είναι και δυσεύρετο εν καιρώ καραντίνας χρησιμοποιώ ψιλοκομμένο χωριάτικο λουκάνικο και φυσικά χρησιμοποιώ ξερά φασόλια που έχω μουλιάσει αποβραδίς κι όχι έτοιμα βρασμένα από κονσέρβα. 

Ο κύριος λόγος που αποφάσισα να αναρτήσω την συνταγή, δεν είναι τόσο για το ίδιο το πιάτο, άλλωστε είχα αναρτήσει παλιότερα παρόμοια συνταγή (τούτη από λίγο πιο βόρεια της Τοσκάνης)  αλλά για ένα χαρακτηριστικό που πρέπει οπωσδήποτε να έχει ένα από τα υλικά μας! Στη συνταγή μας βάζουμε κοφτό μακαρονάκι. Όμως το κοφτό μακαρονάκι μας πρέπει να είναι ριγωτό! Ο λόγος είναι ότι δένει καλύτερα το ζυμαρικό με την σούπα μας, η οποία είναι σχετικά πηχτή γι' αυτό κι απαιτείται καλό δέσιμο. Κι είναι γεγονός, η υφή της σούπας είναι το κάτι άλλο όταν το μικρό μας ζυμαρικό είναι ριγωτό! Το πρόβλημα που προέκυψε είναι ότι δυσκολεύτηκα πολύ να βρω το συγκεκριμένο μακαρονάκι! Έψαξα στα τοπικά σούπερμαρκετ, στην κυριολεξία σε όλα, χωρίς αποτέλεσμα (όλα τα μακαρονάκια τα κοφτά ήταν αρίγωτα!) και τελικά το βρήκα στο τοπικό bio κατάστημα! (Σημείωση: Όσοι μένετε Άλιμο ή νότια προάστια και αναζητάτε βιολογικά προϊόντα, στα Δώρα της Φύσης θα βρείτε ό,τι χρειάζεστε, κι αν όχι, ο Χρήστος θα καταφέρει να το βρει). Επειδή το φαγητό το έχω φτιάξει και με απλό μακαρονάκι και με ριγωτό, πιστέψτε με, η ρίγα κάνει τη διαφορά! 

Στη συνταγή τώρα:


Φασολάδα με κοφτό μακαρονάκι ριγωτό!




Για 4 άτομα

1 μεγάλο κρεμμύδι ψιλοκομμένο 
1 καρότο τριμμένο
1 κλωνάρι σέλερι (ή σέλινο)
100 γρ χωριάτικο λουκάνικο το οποίο ψιλοκόβουμε αφού βγάλουμε το εξωτερικό περίβλημα
400 γρ φασόλια ξερά τα οποία έχουμε μουλιάσει αποβραδίς
200 γρ μακαρονάκι κοφτό και ριγωτό
1 κουταλιά σούπας πάστα τομάτας
ελαιόλαδο
αλάτι 
νερό ζεστό όσο πάρει (αν θέλουμε έχουμε διαλύσει σε αυτό έναν κύβο*

Σε μία κατσαρόλα και σε μέτρια φωτιά ρίχνουμε το ελαιόλαδο. Μόλις ζεσταθεί καλά ρίχνουμε τα τρία ψιλοκομμένα λαχανικά και σοτάρουμε για 10 λεπτά περίπου μέχρι το κρεμμύδι να μαλακώσει και να γίνει διάφανο- να μην αρχίσει να μαυρίζει!. Ρίχνουμε το λουκάνικο και σοτάρουμε για λίγα λεπτά ακόμα. Ρίχνουμε την πάστα τομάτας, τα φασόλια και το νερό (περίπου 3/4 λίτρου) και βράζουμε, με σκεπασμένη την κατσαρόλα και στην ίδια μέτρια φωτιά, για 1,5 ώρες ή όσο χρόνο χρειάζεται για να μαγειρευτούν και να χυλώσουν τα φασόλια (αυτό πάντα εξαρτάται από την ποικιλία, το μέγεθος κι αν είναι προηγούμενης σοδειάς). Πότε πότε ανακατώνουμε και ρίχνουμε μια ματιά για να ελέγχουμε τα υγρά του φαγητού. Σε αυτή τη φάση το φαγητό πρέπει να έχει τόσο υγρά έτσι όταν ρίξουμε τα ζυμαρικά να τα σκεπάζει ικανοποιητικά. Συνεχίζουμε το μαγείρεμα μέχρι το μακαρονάκι να γίνει al dente. Αν δούμε ότι πήζει πολύ το φαγητό ρίχνουμε λίγο νερό ακόμα (ζεστό). Σε αυτή τη φάση ανακατεύουμε λίγο πιο συχνά. Μόλις βράζει το ζυμαρικό βγάζουμε την κατσαρόλα από τη φωτιά, δοκιμάζουμε και διορθώνουμε το αλάτι.
Σερβίρουμε αμέσως. 
Προσωπικά μου αρέσει πολύ να προσθέτω καλό φρέσκο ελαιόλαδο.


* Σε αυτό το μπλογκ έχουμε ξεκινήσει κίνημα ενάντια στην ενοχοποίηση των κύβων! Αλλά γι' αυτό το θέμα θα μιλήσουμε άλλη φορά!

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021

Must be the season of the soup #1

 Έχουν περάσει εννέα μήνες από την τελευταία ανάρτηση! ΕΝ-ΝΕ-Α! Σ' αυτούς τους εννέα μήνες ζήσαμε μία καραντίνα και μισή (η μισή τρέχει ακόμα, δεν έχει ολοκληρωθεί), ένα καλοκαίρι με δύο αποδράσεις στη Σίφνο και πολλά μπάνια, ένα φθινόπωρο χωρίς καραντίνα και με αρκετά μπάνια κι έναν χειμώνα που ξεκίνησε με καραντίνα (η οποία συνεχίζεται, όπως είπαμε) και κατά τη μισή διάρκεια του οποίου έχουν προκύψει αρκετά μπάνια στη θάλασσα (ζω σε δήμο παραθαλάσσιο και τηρώ τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί- αυτό προς αποφυγή παρεξηγήσεων) μιας κι ο καιρός με τίποτε δεν θυμίζει χειμώνα. Ακόμα. Τι άλλο; Πολύ και καλό φαγητό στη δική μας κουζίνα από τη μια. Από την άλλη μας λείπουν αφάνταστα τα αγαπημένα μας εστιατόρια, λατρεμένες γεύσεις και πρόσωπα, η χαλαρή και κεφάτη ατμόσφαιρα των καφέ και μπαρ.  

Όντως, με τον έγκλεισμό στο σπίτι, έπεσε πολύ μαγείρεμα, ακόμα περισσότερο στην πρώτη καραντίνα, την οποία ζούσαμε ως πρωτόγνωρη εμπειρία (και τα πράγματα ήταν ελεγχόμενα) κι είχαμε περισσότερο κέφι κι έπεφτε πολύ ζύμωμα -που'ντη πουν'τη η μαγιά, ψάξε, ψάξε δεν θα την βρεις- και πειραματισμός, ήταν κι άνοιξη, οι μέρες μεγάλες κι οι νύχτες πιο μικρές και γενικά ήμασταν πιο αισιόδοξοι γιατί νομίζαμε ότι είχαμε τιθασεύσει τον ιό. Και μετά ήρθε το καλοκαίρι, ξεχαστήκαμε για λίγο, η αρχή του φθινοπώρου κι ο καλός καιρός βοήθησε στο να μην αλλάξει ιδιαίτερα η διάθεση μας παρότι οι αριθμοί άρχισαν να είναι ανησυχητικοί κι έρχεται το τέλος του φθινοπώρου με την σχεδόν ανεξέλεγκτη κατάσταση κι ο χειμώνας να μπαίνει με ένα νέο λοκντάουν, τον κόσμο άκεφο και στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Μπήκε κι ο καινούργιος χρόνος, αισιοδοξήσαμε για ένα 24ωρο και μετά θυμήθηκε το 2021 να μιμηθεί το 2020. Ιδιαίτερα η έκτη του μήνα θα μείνει αξέχαστη, τόσο για όσα συνέβησαν εδώ όσο και τα απίστευτα και σοκαριστικά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.


Αλλά διατηρούμε την ψυχραιμία μας και συνεχίζουμε να μαγειρεύουμε. Σε αυτήν την παρούσα φάση -χειμώνας 2020-2021 με καραντίνα- έχω μία τάση να φτιάχνω συνέχεια σούπες. Ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, 4-5 φορές την εβδομάδα θα μαγειρέψω σούπα. Τις χρειάζομαι, τις ζητά ο οργανισμός μου, έχουν γίνει το ηρεμιστικό μου (οι σούπες κι η θάλασσα μαζί). Πιστεύω ακράδαντα ότι είναι το απολυτο Comfort food. Σε ζεσταίνουν, σωματικά και ψυχικά, σε χορταίνουν, και το κυριότερο μπορείς να φτιάξεις σούπα με οποιοδήποτε υλικό σε ό,τι συνδυασμό θες. Υπάρχει άφθονος χώρος για πολύ και δημιουργικό  αυτοσχεδιασμό όταν μιλάμε για σούπες! 

Έχω ανακαλύψει 3-4 καταπληκτικές σούπες, τις οποίες θέλω να μοιραστώ μαζί σας. Όσες/όσοι με παρακολουθείτε στο  instagram ίσως έχετε μαντέψει ποιες είναι. Τον τελευταίο καιρό οι τρεις τουλάχιστον έχουν μπει σε "cook, eat, repeat" mode, όπως λέει κι η υπέροχη Nigella Lawson- για την οποία θα μιλήσουμε στην επόμενη ανάρτηση.

Η πρώτη σούπα, την οποία παρουσιάζω σήμερα, είναι στην κυριολεξία η επιτομή της πενιχρής κουζίνας. Μάλιστα οι Ιταλοί την ονομάζουν χαϊδευτικά, η σούπα "του τέλους του μήνα" για να τονίσουν ότι φτιάχνεται με τα πιο ταπεινά και φθηνά υλικά, εκείνα που μπορούσες να βρεις στο τέλος του μήνα όταν τα λεφτά του σπιτιού είχαν τελειώσει. Η σούπα λέγεται "minestra di riso e scarola" δηλαδή σούπα με ρύζι και σκαρόλα. Όπου η διαδικασία του να ταυτοποιήσεις ένα ξενικό χόρτο μπορεί να οδηγήσει σε λάθη εκτός κι αν είσαι βοτανολόγος. Τελοσπάντων με τη βοήθεια της επιστημονικής ονομασίας του φυτού μπορείς να βρεις άκρη κι εγώ βρήκα ότι η ιταλική scarola είναι το δικό μας αντίδι κι αν δεν είναι ακριβώς το ίδιο, τότε είναι αδέρφια, το πολύ πρωτοξάδερφα. 

Η ουσία είναι ότι η σούπα είναι ουσιαστικά ρύζι και χόρτο. Το χόρτο κατά προτίμηση άγριο. Έψαξα λίγο σε ιταλικά site για μια αυθεντική συνταγή αλλά κάθιε φορά έπεφτα σε διαφορετική εκδοχή. Έτσι οδηγήθηκα στην Crispy εκδοχή, αυτοσχεδιάζοντας, γιατί όπως είπαμε, οι σούπες επιδέχονται άνετα αυτοσχεδιασμούς, οι οποίοι αυτοσχεδιασμοί με οδήγησαν σε μια λιγότερο πενιχρή εκδοχή αλλά το αποτέλεσμα ήταν απολαυστικό, χορτάτο, απίστευτα νόστιμο, ελαφρύ (σχετικά) και κυρίως πολύ, μα πάρα πολύ, comfort food! 

Η συνταγή είναι φυσικά πολύ απλή και γρήγορη 

Σούπα με ρύζι και αντίδια (η Crispy εκδοχή)



 

Για 2 πιάτα

1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο

1 καρότο κομμένα σε λεπτές ροδέλες κι οι ροδέλες στη μέση

λίγο σέλερυ (ή σέλινο)

100 gr εξαιρετικής ποιότητας χωριάτικο λουκάνικο ψιλοκομμένο

1 μπολ (περίπου από 2 -3 κεφάλια) αντίδι καθαρισμένο καλά και ψιλοκομμένο

~80 γρ ρύζι τύπου γλασέ 

ζωμό (λαχανικών ή κότας, δικό σας ή με τη βοήθεια ενός κύβου -ας απενοχοποιήσουμε πια την χρήση των κύβων) περίπου 3/4 του λίτρου.

ελαιόλαδο

αλάτι 

πιπέρι

λίγο λεμόνι (προαιρετικά)


Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνουμε σε μέτρια φωτιά ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρουμε το κρεμμύδι, καρότο και σέλερυ. Σοτάρουμε για ένα τέταρτο της ώρας περίπου με τον ντελικάτο τρόπο που προτιμώ. Που σημαίνει ότι δεν ζορίζω το σοτάρισμα, αφήνω την τριάδα των υλικών και κυρίως το κρεμμύδι να μαγειρευτούν αργά, ανακατεύοντας αραιά και πού, και μόλις μαλακώσει το κρεμμύδι και γίνει διάφανο, ανακατώνω πιο συχνά για να μην πάρει πάρα ένα ελάχιστα πιο σκούρο χρώμα (το καμμένο κρεμμύδι δεν προσφέρει νοστιμιά, το καλά σοταρισμένο ή το καραμελωμένο ναι). Μετά από 15 λεπτά περίπου ρίχνουμε το ψιλοκομμένο λουκάνικο και το αφήνουμε να σοταριστεί κι αυτό για 2-3 λεπτά. Προσθέτουμε τα χόρτα, τα οποία επίσης σοτάρουμε για λίγα λεπτά. 

Ρίχνουμε το ζωμό και λίγο αλάτι (προσοχή με το αλάτι, γιατί το λουκάνικο είναι ίσως αλμυρό, όπως επίσης κο ζωμός) . Ανεβάζουμε την ένταση της φωτιάς και περιμένουμε να αρχίσει να χοχλάζει. Ρίχνουμε το ρύζι και βράζουμε al dente. Θέλουμε η σούπα να μην είναι ούτε πολύ αραιή ούτε πολύ πηχτή. Αν τυχόν θέλει κι άλλο υγρό ρίχνουμε λίγο ζεστό νερό. Μόλις βράσει το ρύζι όπως θέλουμε αφαιρούμε την κατσαρόλα από τη φωτιά. 

Σερβίρεται ζεστή, εννοείται, με φρεσκοτριμμένο πιπέρι κι αν θέλουμε, λίγο λεμόνι! 


Συζητώντας με την μητέρα μου, μου είπε ότι η μητέρα της έφτιαχνε κάτι παρόμοιο χωρίς το λουκάνικο φυσικά κι αντί για καρότα και σέλερυ, χρησιμοποιούσε τα γνωστά τσιγαρολάχανα για να νοστιμίσει το φαγητό (καυκαλήθρα, αγριόσκορδο, μυρώνια κλπ). Και πολλές φορές όταν έλειπε το ρύζι - γιατί οι εποχές ήταν δύσκολες-  στη θέση του έβαζε ξερά φασόλια!!


Ο τίτλος της ανάρτησης είναι "δανεισμένος" από αυτό το τραγούδι.


Κυριακή, 1 Μαρτίου 2020

Bologna è una regola



(Έκτακτος πρόλογος: Την σημερινή ανάρτηση την είχα ετοιμάσει τέλη Οκτώβρη, μετά από ταξίδι στην Μπολόνια,  αλλά είχα αποφασίσει να μην την αναρτήσω τότε, να περιμένω την νέα μου επίσκεψη στην πόλη που θα γινόταν αυτές τις μέρες , αρχές Μάρτη. Δυστυχώς οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την εξάπλωση των κρουσμάτων του κορονοϊού στην Ιταλία, μας ανάγκασαν να αναβάλλουμε το ταξίδι. Ως εκ τούτου, αποφάσισα να την αναρτήσω σήμερα, άκαιρη ίσως, αλλά μου λείπει η Μπολόνια, μια πόλη που μου αρέσει πολύ να επισκέπτομαι και στην οποία πάντα περνώ και -κυρίως- τρώω εξαιρετικά καλά! Μακάρι να ηρεμήσουν γρήγορα τα πράγματα με την νέα αυτή επιδημία, να επιστρέψουμε στα αγαπημένα μας μέρη.)



*



Στην ερώτηση, "Ποια ή ποιες ιταλικές πόλεις θα ήθελες να επισκεφτείς", η Μπολόνια σπάνια είναι η απάντηση. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, κακώς. Ιδιαίτερα για όσους δηλώνουν "γκουρμέ" μια επίσκεψη στην πόλη επιβάλλεται. 






Θεωρείται η γαστρονομική πρωτεύουσα της χώρας, άλλωστε πολλά από τα γνωστά ιταλικά καλούδια περιφερειακά της Μπολόνια παρασκευάζονται! Οι Ιταλοί την φωνάζουν χαϊδευτικά " La Grassa", " Η Λιπαρή", κι όπως καταλαβαίνετε η πλούσια σε γεύση και λιπαρά κουζίνα της δεν ενδείκνυται για veggies/vegans! Την αποκαλούν, επίσης, "La Dotta" ( Η Λόγια, Η Σοφή) μιας κι εκεί ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο στον κόσμο και τέλος τη φωνάζουν και " La Rossa" ( " Η Κόκκινη") αφού θεωρείται η πιο αριστερή πόλη της χώρας. Πέρα από τα χαριτωμένα προσωνύμια η Μπολόνια έχει πολλά πλεονεκτήματα ως ταξιδιωτικός προορισμός. 







Είναι ζωηρή, είναι ενδιαφέρουσα, άνετη, απλόχερη, "σκεπαστή" χάρη στα ατέλειωτα portici που σκεπάζουν τα πεζοδρόμια της πόλης. Γεωγραφικά ενώνει την κεντρική με τη βόρειο Ιταλία κι είναι ιδανική "βάση" για εξορμήσεις προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Μπολόνια είναι κόμβος και συνδέεται με πάρα πολλές πόλεις, δεν έχετε παρά να πάρετε ένα ρετζιονάλε (αργό τρένο με πολλές στάσεις αλλά πολύ φθηνό) για να επισκεφτείτε τις μικρές πανέμορφες πόλεις που βρίσκονται κοντά.






Πίσω στο γαστρονομικό στοιχείο, που είναι και το κύριο μέλημα μας. Ο περισσότερος κόσμος πηγαίνει για φαγητό στην -μάλλον τουριστική- γειτονιά του Quadrilatero. Πολύ χαριτωμένη και γραφική αλλά όπως είπα πολύ τουριστική, στοιχείο που με απωθεί γενικώς. Φέτος κατευθύνθηκα προς την Mercato delle Erbe, μια κλειστή αγορά που βρίσκεται περίπου 100 μέτρα από την κεντρική πλατεία της πόλης, Piazza Maggiore. 


















Στον εσωτερικό χώρο της υπάρχουν μανάβικα, κρεοπωλεία, τυράδικα, ...μακαρονάδικα 🤤 και στα πλάγια υπάρχουν εστιατόρια όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τοπικά εδέσματα και κρασιά. Η συντριπτική πλειοψηφία των θαμώνων είναι ντόπιοι, πράγμα που είναι εγγύηση για την ποιότητα του φαγητού. Τα καλύτερα tortellini in brodo τα δοκίμασα εκεί, όπως απόλαυσα ένα ασυνήθιστο, αποκαλυπτικό λευκό κρασί από τους λόφους που απλώνονται έξω από την πόλη- δείτε φωτό. 








Πίσω από την αγορά στην οδό Belvedere υπάρχουν πολύβουα καφέ, μπαρ και μπιστρό όπου μαζεύεται πολύς κόσμος, κυρίως το βραδάκι για απεριτίφ. 





Στην μπροστινή είσοδο όμως, από την οδό Ugo Bassi, θα βρείτε μια gelateria. Στην gelateria O.G.G.I λοιπόν, έφαγα εκπληκτικά παγωτά κι απόλαυσα (κλαίω ακόμα που δεν το πήρα και την τελευταία βραδιά!) το ωραιότερο παγωτό σοκολάτα που έχω φάει ποτέ στη ζωή μου! Δυνατό και συνάμα φίνο, τέλεια ισορροπημένο με την πιο άψογη επίγευση, να λιώνει στο στόμα με ιδανική...ταχύτητα! Και το όνομα αυτού: Il fu Mattia Pascal! 






Είναι ο τίτλος νουβέλας του Λουίτζι Πιραντέλο, του οποίου ο ελληνικός είναι "Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ"! Παράξενο αλλά συνάμα ταιριαστό όνομα για ένα αριστουργηματικό παγωτό!
Η Μπολόνια είναι γεμάτη εκπλήξεις που δεν αποκαλύπτονται στον επισκέπτη με την πρώτη επαφή. Μπορεί να μην είναι η πόλη όπου θα πέσετε κάτω ξεροί από το "Σύνδρομο του Σταντάλ", αλλά θα αποζημιωθείτε με πολλούς τρόπους, ένας από τους οποίους είναι η εξαιρετικά νόστιμη, πλούσια σε λιπαρά (κυρίως ζωικά, ω ναι) κουζίνα!
Ανυπομονώ να την επισκεφτώ ξανά ...και να συναντήσω τον φίλο μου τον μακαρίτη Ματτία Πασκάλ!



Διευθύνσεις:
Mercato Delle Erbe: Via Ugo Bassi, 25, Bologna
Oggi - Officina Gelato Gusto Italiano Via Ugo Bassi, 25, Bologna &

Via Rizzoli, 1/2, Bologna





Φερράρα










Μια από τις τρεις πόλεις, εκτός Μπολόνιας, που επισκεφτήκαμε ήταν κι η Φερράρα (οι άλλες δύο ήταν η Ραβέννα κι η Βερόνα, όλες πανέμορφες). Θα σταθώ στην Φερράρα για τους εξής λόγους: 
1) Πρέπει να είναι η ιταλική πόλη με τα περισσότερα ποδήλατα στους δρόμους! Δεν έχω ξαναδεί τόσα ποδήλατα να κυκλοφορούν από μικρούς και μεγάλους κι υπάρχει περίπτωση, τουλάχιστον στο κέντρο της πόλης, να υπερείχαν αριθμητικά των αυτοκινήτων! Πολύ όμορφη εικόνα.
Και 2) Εκεί δοκίμασα το πιο παράξενο ψωμί που έχω δει ποτέ! Λέγεται La Coppia (Το Ζευγάρι) κι αυτό ακριβώς συμβολίζει, την ένωση του ζευγαριού! Η ιστορία θέλει να πρωτοφτιάχτηκε το 1536 κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού της πόλης, όταν ένας από τους προύχοντες της θέλησε να προσφέρει ένα νόστιμο ψωμί στο φεουδάρχη της Φερράρα. Ο σκοπός του ήταν, τα 4 άκρα να ήταν τραγανά σαν κροστίνι ενώ το μεσαίο κομάτι να παρέμενε αφράτο. Τα κατάφερε μια χαρά, το ψωμί είναι απολαυστικό όσο δεν φαντάζεστε!



Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το ομώνυμο τραγούδι του Ιταλού τραγουδοποιού Luca Carboni, γέννημα θρέμμα της Bologna και το τραγούδι είναι ένας φόρος τιμής στην αγαπημένη του πόλη





Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020

Σαν τη σούπα δεν έχει!

Έτυχε αυτόν τον χειμώνα που διανύουμε να έχω φτιάξει πολλές σούπες. Κάτι ο καιρός που είναι -ευτυχώς- αρκούντως κρύος και βαρύς, κάτι η ευκολία της ετοιμασίας μιας σούπας αλλά κυρίως γιατί έχει γίνει ένας καλός τρόπος να χρησιμοποιώ διάφορα λαχανικά που... εκλιπαρούν να μαγειρευτούν!
Το φθινόπωρο άρχισα να αγοράζω συστηματικά κάθε Τρίτη στη λαϊκή, κολοκύθα. Ξαφνικά κόλλησα με την κολοκύθα, δεν ήξερα γιατί αλλά το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερα και τι ήθελα να κάνω με δαύτη. Έτσι, τις περισσότερες φορές κατέληγα στη λύση της σούπας και κάπως έτσι, με διάφορες αλλαγές και προσθήκες έφτασα σε αυτήν την σούπα που παρουσιάζω σήμερα. Κι αποφάσισα να την παρουσιάσω κι επισήμως με post διότι αναρτώντας την στο instagram πριν από λίγες μέρες υπήρξαν πολλές κι ενθουσιώδεις αντιδράσεις, κάτι που με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι συμφωνείτε μαζί μου. Ότι το χειμώνα "σαν τη σούπα δεν έχει!"


Σούπα με πατάτα, κολοκύθα και γλυκοπατάτα.





Τη συγκεκριμένη την έχω ονομάσει η "σούπα 1:1:1", γιατί τα τρία βασικά υλικά της μπαίνουν σε ίσες αναλογίες.

Υλικά για 4 άτομα

1 μπολ (1/2 λίτρου) πατάτα κομμένη σε κύβους
1 μπολ (το ίδιο) κολοκύθα κομμένη σε κύβους
1 μπολ (ναι, το ίδιο) γλυκοπατάτα κομμένη σε κύβους
1 λευκό κρεμμύδι ψιλοκομμένο
1 καρότο ψιλοκομμένο
1 κλωνάρι σέλερυ ψιλοκομμένο
1 κουταλάκι γλυκιά πάπρικα σε νιφάδες (αν δεν βρείτε, τότε σε σκόνη)
~1.8 λίτρα ζωμό της αρεσκείας σας (το οποίο θα έχετε ζεστό)
160 γρ σύγλινο κομμένο σε μικρά κομμάτια
ελαιόλαδο
αλάτι
λεμόνι




Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνουμε λίγο ελαιόλαδο σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Ρίχνουμε το σοφρίτο, τουτέστιν την τριάδα κρεμμύδι, καρότο σέλερυ, όλα ψιλοκομμένα. Σοτάρουμε για λίγα λεπτά μέχρι το κρεμμύδι να αρχίσει να μαλακώνει. Ρίχνουμε την πατάτα, ανακατεύουμε και συνεχίζουμε έτσι για λίγα λεπτά. Προσθέτουμε την κολοκύθα και την γλυκοπατάτα, ανακατώνουμε, ρίχνουμε την πάπρικα και τον ζωμό, σκεπάζουμε κι αφήνουμε το φαγητό να βράσει. Σε μισή ώρα περίπου τα λαχανικά θα έχουν βράσει. Βγάζουμε από το μάτι. Χρησιμοποιώντας ένα μπλέντερ χειρός λιώνουμε τα λαχανικά έτσι ώστε η σούπα μας να γίνει...potage. Βάζουμε πάλι στο μάτι κι αφήνουμε για λίγο μέχρι να πήξει αν και το πιθανότερο είναι να έχει ήδη πήξει.
Εν τω μεταξύ σε ένα τηγάνι με ελάχιστο λάδι τηγανίζουμε καλά τα κομμάτια σύγλινου.

Σερβίρουμε σε κάθε πιάτο από λίγη σούπα κι από πάνω μοιράζουμε το σύγλινο. Τελειώνουμε με λίγες σταγόνες χυμό λεμονιού, το οποίο σας εκλιπαρώ να μην αγνοήσετε. Δίνει την τελική πινελιά που απογειώνει το πιάτο! 

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται

Τις προάλλες διάβαζα την συνέντευξη μιας Αμερικανίδας food writer, η οποία δραστηριοποιείται στην Ιταλία, και την ρώτησαν πού οφείλει την επιτυχία της και τι χρειάζεται να κάνει κάποιος για να γίνει το ίδιο επιτυχημένος. Η απάντηση της ήταν η εξής: "Να είναι ικανός και να αντέχει να κοιμάται το πολύ τρεις ώρες την ημέρα". Η απάντηση της μ' έβαλε σε σκέψεις. Όχι για το γεγονός ότι ούτως ή άλλως δεν μπορώ να βγάλω την μέρα έχοντας κοιμηθεί μόλις τρεις ώρες, τουτέστιν δεν θα γίνω ποτέ πετυχημένη food writer, αλλά περισσότερο για την εντυπωσιακή "εισβολή" των Αμερικανών στο food writing, η οποία ουσιαστικά έχει γίνει δική τους υπόθεση- με την εξαίρεση κάποιων Βρετανών. Παρακολουθώ αρκετούς/αρκετές του είδους, όπως επίσης το food section αρκετών αμερικάνικων εφημερίδων (σε απόλυτη κυριαρχία εκείνο των NYTimes), γνωστά site, πασίγνωστα προσωπικά blog και πάει λέγοντας. Θα έλεγες ότι ένα ολόκληρο έθνος μαγειρεύει κι οι περισσότεροι έχουν μπει σε μια σχεδόν εξαντλητική κούρσα, να ξεχωρίσουν, να γίνουν οι καλύτεροι, να γίνουν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Παρακολουθώντας τα instagram τους θα έλεγες ότι οι μέρες τους έχουν 34 ώρες αντί για τις δικές μας ταπεινές 24. Ενώ εσύ είσαι ακόμα στη διαδικασία του ξυπνήματος πίνοντας καφέ με μισό μάτι ανοιγμένο και γυρνώντας με πιτζάμες σαν ζόμπι περιμένοντας να σε πιάσει η καφεΐνη, εκείνοι/εκείνες έχουν ήδη γυρίσει από ένα τζόγκινγκ 5-10 χιλιομέτρων, έχουν πλυθεί, ντυθεί, μακιγιαριστεί, χτενιστεί, έχουν στείλει τα παιδιά στο σχολείο, έχουν απαντήσει σε όλα τα mail, έχουν κάνει την 100στή δοκιμή στο φαγητό που θα παρουσιάσουν, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τα deadline, γράφουν σε fb.,instagram, site, εφημερίδες, ετοιμάζουν το επόμενο βιβλίο τους, πάνε για καφέ, brunch, lunch, δείπνο, club, μελετούν, τρέχουν σε παρουσιάσεις και στο τέλος της μέρας- εν τω μεταξύ εσύ δεν έχεις το κουράγιο ούτε το πρόσωπο να καθαρίσεις με λίγο miscellaire- είναι ατσαλάκωτοι/ες. Και λεπτοί/ές σαν να είναι όλοι/ες δρομείς μεσαίων-μεγάλων αποστάσεων- με την εξαίρεση της Deb Perelman aka Smitten Kitchen, η οποία είναι από τις ελάχιστες chubby και δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτό και μπράβο της.
 Η αλήθεια είναι ότι οι Αμερικανοί έχουν αλλάξει τα δεδομένα του παιχνιδιού στο food writing και γενικότερα σε ό,τι αφορά τα γαστρονομικά trend, τις τάσεις. Τα μεγαλύτερα ονόματα είναι πια πέραν του Ατλαντικού, πάντα με την εξαίρεση κάποιων Βρετανών. Οι Αμερικανοί επιτέλους ανακάλυψαν πώς να εκμεταλλευτούν με τον καλύτερο τρόπο τα πλεονεκτήματα της πολυπολιτισμικής χώρας τους. Βέβαια καμιά φορά υπερβάλλουν, αλλά ούτως ή άλλως η υπερβολή είναι ένα κυρίαρχο στοιχείο τους ως έθνος. Αρκετοί δραστηριοποιούνται εκτός συνόρων, έχοντας ζήσει αλλού, γράφουν για τις γαστρονομικές τους εμπειρίες στις χώρες που τους φιλοξενούν. Ιδιαίτερα στην Ιταλία, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Αμερικανών (και γενικά αγγλόφωνων) food writer που γράφουν εξειδικευμένα, ακόμα και για περιοχές της χώρας που ήταν άγνωστες γαστρονομικά! Το ίδιο και για άλλες χώρες και πιστεύω ότι είναι ζήτημα χρόνου να δούμε Αμερικανό/ίδα food writer να γράφει για την ελληνική γαστρονομία (εκτός κι αν έχει ήδη εκδοθεί κάτι κι εγώ δεν το γνωρίζω-ενημερώστε με!).
Γυρνώντας στην food writer που ανέφερα στην αρχή, στη συνέντευξη της τόνισε αρκετές φορές ότι είναι σημαντική η συνεχής μελέτη, η εκπαίδευση, η απόκτηση γνώσεων για το αντικείμενο που σε ενδιαφέρει. Δεν έχω παρά να συμφωνήσω μαζί της και βλέπω ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών food writer που παρακολουθώ είναι πολύ καλοί συγγραφείς, τα βιβλία τους, εκτός από συνταγές διαθέτουν και υψηλής αισθητικής πρόζα, κείμενα γραμμένα με γλαφυρό, ενδιαφέροντα τρόπο, ενίοτε φλύαρα και με τάση αυτοπροβολής αλλά κι αυτά τα δύο στοιχεία, φλυαρία κι αυτοπροβολή, είναι χαρακτηριστικό των κατά τ' άλλα ανήσυχων γαστρονομικά Αμερικανών.

Ας πάμε στη συνταγή μας, η οποία δεν χρήζει πρωτοτυπίας, όμως είναι ιδανική για τις κρύες μέρες του χειμώνα κι όταν θέλουμε μια διαφορετική εκδοχή της κλασικής κοτόσουπας. Είχα βρει την αρχική συνταγή στα αρχεία του food section της Washington Post, αλλά άλλαξα τα βασικά σημεία της εκτέλεσης και κάποιων υλικών.

Κόκκινη κοτόσουπα με φιδέ.



Για 4 άτομα

1/2 κοτόπουλο βιολογικό ή ελεύθερης βοσκής.
6 φλιτζάνια (τουλάχιστον) ζωμό από το κοτόπουλο το οποίο έχουμε βράσει
1/2 πακέτο φιδέ (ή 6 "φωλιές")
2 1/2 κουταλιές σούπας καλή πάστα τομάτας
1 λευκό κρεμμύδι
1 μέτριο καρότο
λίγο σέλερι
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο

Βράζουμε το κοτόπουλο όσο χρειάζεται κι υπολογίζουμε ότι ο ζωμός από αυτό θα είναι γύρω στα 2,5-3 λίτρα.
Βγάζουμε το κοτόπουλο, αφήνουμε να κρυώσει, ξεκοκαλίζουμε, κόβουμε σε μικρά κομμάτια, αφήνουμε στην άκρη.
Σουρώνουμε τον ζωμό κι από αυτόν παίρνουμε ένα ποτήρι στο οποίο διαλύουμε την πάστα τομάτας
Ψιλοκόβουμε πολύ καλά την τριάδα κρεμμύδι-καρότο-σέλερι.
Σε μία κατσαρόλα βάζουμε λίγο ελαιόλαδο το οποίο ζεσταίνουμε σε χαμηλή-μέτρια φωτιά. Ρίχνουμε σε αυτό την ψιλοκομμένη τριάδα (κρεμμύδι-καρότο-σέλερι) και σοτάρουμε για κάποια λεπτά. Μόλις μαλακώσουν, ανεβάζουμε κατά ένα βαθμό τη φωτιά. Ρίχνουμε τον φιδέ -σπασμένο- και ανακατεύουμε. Αφήνουμε να "τηγανιστεί" για λίγα λεπτά, έτσι ώστε να αρχίσει να σκουραίνει ελαφρώς. Ρίχνουμε τον ζωμό + το ποτήρι του ζωμού στο οποίο έχουμε διαλύσει την πάστα τομάτας. Ρίχνουμε αλάτι (προσοχή σε αυτό αν έχουμε ηδη ρίξει στον ζωμό) και πιπέρι. Αφήνουμε να πάρει μια βράση το φαγητό και να μαγειρευτεί για λίγα λεπτά ακόμη- ο φιδές ήδη έχει μαγειρευτεί ελαφρώς με το "τηγάνισμα".
Σερβίρουμε, ενώ σε κάθε πιάτο μαζί με τη σούπα μοιράζουμε το κρέας.


ΥΓ: Ένα ολόκληρο χρόνο παιδεύομαι να αποφασίσω τι θα κάνω με το μπλογκ. Η παραμονή στην πλατφόρμα blogger δίνει ελάχιστες ευκαιρίες βελτίωσης (σχεδόν μηδενικές), ενώ η μετάβαση στο wordpress απαιτεί κόπο (διαθέτω), χρόνο (δεν πολυδιαθέτω) και χρήμα (το οποίο δεν έχω πρόθεση να διαθέσω από τη στιγμή που -πια- δεν βγάζω κάποια χρήματα από αυτό). Έτσι αποφάσισα να αφήσω τα πράγματα ως έχουν, με αυτήν την ...πρωτόγονη μορφή και να αναρτώ όταν έχω κάποιο θέμα προς συζήτηση. Οι συνταγές που έχω μαζέψει είναι πολλές. Οι περισσότερες θα μπαίνουν πια στο fb ως ανάρτηση εκεί, κι όπως είπα αν έχω κάτι να συζητήσουμε θα αφήνω και κάποια εδώ.