Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cinemascope. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cinemascope. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Madam Meryl

Τις προάλλες κάπου πήρε το μάτι μου την άποψη της Meryl Streep για το γήρας και τι σημαίνει γι' αυτήν να μεγαλώνει. Παραφράζοντας - δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια της- έλεγε: "Είναι μέγιστο προνόμιο, αν σκεφτείς ότι πολλοί άνθρωποι δεν είχαν την ευκαιρία να γεράσουν". Μεγάλη Meryl! Με μια φράση τα έβαλε όλα στη θέση τους, και κυρίως σε ό,τι αφορά την "υστερία της ρυτίδας".
Η Meryl γερνά όντως όμορφα.

Θυμάμαι ότι η σχέση μας δεν είχε ξεκινήσει καλά. Πολύ μικρή την είχα πρωτοδεί στην ταινία "Κράμερ εναντίον Κράμερ" και την είχα μισήσει για όσα είχε τραβήξει ο Dustin Hoffman σε αυτήν. Αυτό βέβαια δείχνει πόσο καταπληκτική ηθοποιός είναι η γυναίκα, τόσο που με είχε πείσει με το υποκριτικό της ταλέντο. Την είδα ξανά στο "Silkwood" κι από εκεί και πέρα άρχισε να αλλάζει η άποψη μου γι' αυτήν και να φτάνει πια στις μέρες μας να είναι ένας άπειρος θαυμασμός.

Το Σεπτέμβρη στη Φολέγανδρο, σε μια συζήτηση με την Ανθή στο "Eva's Garden" και με αφορμή ένα από τα επιδόρπια του εστιατορίου, η κουβέντα ήρθε στην ταινία "It's complicated" στην οποία πρωταγωνιστεί η Meryl Streep. Σκέφτηκα ότι επιστρέφοντας από το νησί θα προσπαθούσα να την ξαναδώ, όπως κι έγινε πριν λίγες μέρες.




Η ταινία είναι μια συμπαθέστατη κομεντί που βέβαια δεν καταφέρνει να απαλλαγεί από κάποια κλισέ που κουβαλούν οι αμερικάνικες ταινίες αυτού του είδους, αλλά μικρό το κακό, δεν παύει η ταινία να είναι ευχάριστη κι απολαυστική.

Η Jane (Meryl Streep)  εδώ και δέκα χρόνια είναι χωρισμένη από τον Jake (Alec Baldwin). Με αφορμή την αποφοίτηση του γιου τους από πανεπιστήμιο περιωπής της Νέα Υόρκης, οι δύο πρώην χωρισμένοι έρχονται κοντά, πολύ κοντά, και τα πράγματα μπερδεύονται ελαφρώς. Με την παρουσία του συμπαθέστατου αρχιτέκτονα Adam (Steve Martin) τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο.




Πάνω κάτω μαντεύουμε πώς θα κυλήσουν τα πράγματα, τίποτε πρωτότυπο, αλλά υπάρχουν μερικές πολύ καλές σκηνές. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι το επάγγελμα της Jane! Διαθέτει δικό της πετυχημένο φούρνο όπου ψήνονται καθημερινά τα ωραιότερα κρουασάν της πόλης, πίτες, τάρτες κι όλα τα καλούδια του κόσμου. Είναι και δεινή μαγείρισσα. Και διαθέτει καταπληκτική κουζίνα στο σπίτι της*. Όπου φτιάχνει την σπεσιαλιτέ της: Croque monsieur!





Το croque monsieur είναι ένα θαυμάσιο τοστ -το υπέρτατο τοστ!- το οποίο έχει όλα τα καλά της γαλλικής κουζίνας πχ μπόλικο βούτυρο! Δεν έχει ιδιαίτερη φασαρία κι αξίζει να το σερβίρετε ένα χαλαρό μεσημεριανό ή βραδινό μιας μέρας, αργίας και σχόλης.


Croque Monsieur
(εμπνευσμένο από την ταινία "It's complicated")




Υλικά για 2 κομμάτια

4 φέτες λεπτές μήκους 15 εκ περίπου από ψωμί προζυμένιο
4 φέτες ζαμπόν βραστό εξαιρετικής ποιότητας
2 φέτες γραβιέρα (πχ η τηνιακή ταιριάζει ιδανικά) ή αν θέλετε κάτι καθαρά γαλλικό θα συνιστούσα γαλλική ή ελβετική γραβιέρα ή comté
2 κουταλιές βούτυρο λιωμένο (όχι μαργαρίνη)
Σάλτσα μπεσαμέλ:
Για τη σάλτσα θα χρειαστούμε:
1 κουταλιά βούτυρο (όχι μαργαρίνη)
1 κουταλιά αλεύρι
2/3 ποτήρι γάλα ζεστό
λίγο αλάτι
λευκό πιπέρι

Φτιάχνουμε πρώτα τη σάλτσα μπεσαμέλ.
Σε μια στενή κατσαρόλα λιώνουμε το βούτυρο σε μέτρια φωτιά (4/6). Προσθέτουμε το αλεύρι κι ανακατώνουμε ζωηρά με έναν αβγοδάρτη. Ρίχνουμε το μισό γάλα συνεχίζοντας να ανακατώνουμε ζωηρά για να μην δημιουργηθούν σβώλοι. Ρίχνουμε και το υπόλοιπο γάλα συνεχίζοντας το ζωηρό ανακάτωμα. (Σ.τ.Σ.: Η μπεσαμέλ είναι εύκολη σάλτσα αλλά θέλει να είσαι και λίγο ζογκλέρ).
Η σάλτσα θα είναι έτοιμη όταν πήξει. Την βγάζουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε αλάτι και πιπέρι, ανακατώνουμε.

Σε όλες τις φέτες ψωμιού απλώνουμε σάλτσα μπεσαμέλ. Από πάνω στρώνουμε- πάλι σε όλες - τις φέτες ζαμπόν. Στις δύο από αυτές συμπληρώνουμε τις στρώσεις με την γραβιέρα. Κλείνουμε ανά δύο τις φέτες, έτσι ώστε να σχηματιστούν δύο σάντουιτς με στρώσεις ζαμπόν-τυρί-ζαμπόν. Αλείφουμε τα σάντουιτς κι από τις δύο πλευρές με το λιωμένο βούτυρο. Τα τοποθετούμε προσεκτικά σε μια ψηστιέρα και ψήνουμε σε δυνατή φωτιά (4/5). Μετά από λίγα λεπτά θα πιέσουμε ελαφρώς την ψηστιέρα κρατώντας μια πετσέτα ή φορώντας το γάντι της κουζίνας. Δεν παραπιέζουμε ούτε πιάνουμε τις πλάκες της ψηστιέρας με το άγκιστρο γιατί κινδυνεύουν τα υλικά να χυθούν εκτός. Μόλις ψηθούν ωραία είναι έτοιμα.
Σερβίρουμε με μια σαλάτα από μαρούλι ή ό,τι παρόμοιο μας αρέσει. Το ντρέσινγκ της σαλάτας καλό είναι να είναι λίγο παραπάνω ξιδάτο, μιας και το croque είναι αρκετά λιπαρό και ταιριάζει μια ξιδάτη σαλάτα.





Εννοείται ότι ένα κόκκινο κρασί είναι ιδανικό για συνοδεία!



*Η κουζίνα που λέγαμε:





Και πάμε στο άλμπουμ της ανάρτησης.
H Blossom Dearie είναι από τις αγαπημένες μου τζαζ βοκαλίστριες - ήταν και πιανίστρια. Έχει μια φωνή τόσο γλυκιά, ήρεμη μα συνάμα τσαχπίνικη, αλλά τόσο ζεστή που λειτουργεί σαν χαλαρωτικό, έτσι όταν ξεκινώ να την ακούσω περνούν μέρες μέχρι να αλλάξω ρεπερτόριο. Τέτοιες κρύες μέρες είναι ιδανική μουσική υπόκρουση για χαλαρά βράδια στο σπίτι, με ένα καλό βιβλίο στο ένα χέρι κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο άλλο. Μπορούμε να ακούμε Blossom κι όταν φτιάχνουμε croque monsieur, άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που τραγούδησε και στα γαλλικά!
Ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ της είναι το "give him the ooh-la-la" όπου ακούγεται αυτό το υπέροχο μελαγχολικό τραγούδι:





Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΥΓ: Λόγω μικρής απουσίας τυχόν σχόλια θα αποθηκευτούν και θα απαντηθούν μετά τα Χριστούγεννα

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Ας γίνουν όλα ροζ για λίγο

Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση υπήρξε μια φωτογραφία του Paul Newman που ανάρτησε φίλος στο facebook.
Η φωτογραφία ήταν αυτή:



Κι είναι από σκηνή της ταινίας "The long, hot summer" ("Το μακρύ, καυτό καλοκαίρι") του Martin Ritt, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Paul Newman με την Joanne Woodward, τον Orson Welles κι άλλους γνωστούς ηθοποιούς.



Η φωτογραφία ήταν μια καλή αφορμή να ξαναδώ την ταινία μετά από πολλά χρόνια. Παραδόξως δεν θυμόμουν πόσο σαγηνευτικά γοητευτικός είναι στην ταινία ο Paul Newman, φαίνεται πως, ως μικρή ρομαντική ύπαρξη που ήμουν τότε που την πρωτοείδα, είχα συγκινηθεί περισσότερο με τον κότσο και τα παστέλ φορέματα της Woodward. Το σενάριο βασίζεται εν μέρει σε τρία διαφορετικά έργα του William Faulkner, ο οποίος στα περισσότερα βιβλία του τοποθετούσε τη δράση και τους ήρωες του στις όχθες του ποταμού Μισισίπι, γνώριμος τόπος και για τον ίδιο.
Έτσι και στην ταινία βρισκόμαστε κάπου στις όχθες του Μισισίπι, μεσοκαλόκαιρο. Ο Ben Quick (τον οποίο υποδύεται ο Newman) διώκεται από τον τόπο που μένει αφού κατηγορείται για τον εμπρησμό του αχυρώνα ενός γείτονα του. Παίρνει το ποταμόπλοιο και κατεβαίνει στις όχθες του ποταμού, στην πόλη Frenchman's Bend, όπου κυρίαρχος της πόλης είναι ο Will Varner (τον υποδύεται ο σίφουνας Orson Welles) και του οποίου την οικογένεια αναστατώνει ποικιλοτρόπως ο Ben με την άφιξη του.




Σε μια από τις αρχικές σκηνές της ταινίας η Clara (την υποδύεται η Joanne Woodward, πολύ αγαπημένη ηθοποιός της υποφαινόμενης), κόρη του Will, πίνει ανέμελα pink lemonade με τη φίλη της και συζητούν για boys. Τότε είναι που φτάνει ο ένας και μοναδικός Boy και τα υπόλοιπα είναι η ταινία όλη!




Βρήκα τη ροζ λεμονάδα απίστευτα δροσιστική, έτσι όπως κοιτούσα τα δύο κορίτσια να την σιγοπίνουν στην ταινία. Εννοείται ότι θα έφτιαχνα λίγη, αφού μακρύ και καυτό είναι και το δικό μας καλοκαίρι. Ψάχνοντας την συνταγή είδα ότι οι Αμερικανοί τη ροζίζουν με χυμό κράνμπερι. Λοιπόν, σκέφτηκα ότι δύσκολα βρίσκεις καλό κι 100% χυμό κράνμπερι, οπότε γιατί να μην "ελληνοποιήσω" την συνταγή χρησιμοποιώντας ελληνικότατο χυμό ρόδι! Όπερ κι εγένετο. Και βγήκε μια pink lemonade α-πί-στευ-τη!

Ελληνοποιημένη pink lemonade



Οι αναλογίες αντιστοιχούν στις δικές μου προτιμήσεις που θέλουν τη λεμονάδα ελαφρώς ξινούτσικη- άρα και πιο δροσιστική. Αν τυχόν τη θέλετε πιο γλυκιά προσθέστε επιπλέον ζάχαρη.

Θα χρησιμοποιήσουμε ένα συγκεκριμένο φλιτζάνι ως μεζούρα.


1 φλιτζάνι νερό
1 1/2  - 2 φλιτζάνια άσπρη κρυσταλλική ζάχαρη (ανάλογα πόσο γλυκιά τη θέλετε)

2 φλιτζάνια φρέσκο χυμό λεμονιού
1 1/2 φλιτζάνια χυμό ροδιού

Σε μια μικρή κατσαρόλα βάζουμε τη ζάχαρη και το νερό. Ζεσταίνουμε μέχρι το σημείο βρασμού κι ανακατώνουμε για να λιώσει καλά η ζάχαρη. Αφήνουμε να κρυώσει καλά. Σε μια κανάτα ή μπουκάλι ανακατεύουμε καλά όλα τα υλικά, τους χυμούς με το σιρόπι. Αφήνουμε στο ψυγείο να παγώσει καλά πριν σερβίρουμε.

Είναι ό,τι πιο ευχάριστα δροσιστικό μπορεί να σκεφτεί κανείς για αυτές τις καυτές (από πολλές απόψεις) μέρες του καλοκαιριού.
Κι η αλήθεια είναι ότι χθες το βραδάκι μπήκα στον πειρασμό να σκάσω και μια μεζούρα ρούμι, έτσι να το παίξω happy hour! Δεν θα ήταν κι άσχημα!

Η συνταγή για την κλασική λεμονάδα: εδώ





Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Spaghetti House

Διάφοροι προεκλογικοί συνειρμοί μου άνοιξαν την όρεξη για μια σπαγγετάδα... alla puttanesca! Οι συνειρμοί συνέχισαν να πλημμυρίζουν το τσερβέλο κι έτσι θυμήθηκα ότι η puttanesca είχε κάνει guest εμφάνιση σε μια συμπαθέστατη ιταλική ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούσε ένας πολύ αγαπημένος ηθοποιός ο μεγάλος Nino Manfredi.



Ο τίτλος της ταινίας είναι Spaghetti House, γυρίστηκε το 1982, και βασίζεται χαλαρά σε ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στο Λονδίνο το 1975.
Είμαστε στο Λονδίνο λοιπόν, όπου ο Ντομένικο δουλεύει σε ένα ιταλικό εστιατόριο κι ονειρεύεται κάποτε να ανοίξει δικό του με τη βοήθεια των αγαπημένων του συναδέλφων. Όλοι συμπατριώτες του, μοιράζονται μαζί του την πικρή νοσταλγία για την πατρίδα αλλά και τον πόθο για μια καλύτερη ζωή.



 Κάνουν τη δουλειά τους με κέφι παρότι οι Άγγλοι δεν μπορούν (ακόμα) να εκτιμήσουν την ιταλική κουζίνα. Από τη μια ζητάνε μαρμελάδα για να συνοδέψουν τα ζυμαρικά, από την άλλη κουτάλι για να τα φάνε. Μια μέρα περνά από το εστιατόριο ένα Αφρικανός ο οποίος ζητά δουλειά. Ο Ντομένικο πολύ ευγενικά του λέει πως δεν υπάρχει κάποια κενή θέση εργασίας γι' αυτόν κι εκείνος του απαντά ότι δεν είναι παρά ένα μάτσο μαφιόζοι.


Την επόμενη μέρα, στο κλείσιμο του εστιατορίου, έρχεται ο υπεύθυνος να παραλάβει την είσπραξη της ημέρας. Όλοι είναι κουρασμένοι αλλά χαλαροί. Ξαφνικά εμφανίζονται με όπλα στα χέρια ο Αφρικανός και δύο συνεργοί του, με σκοπό να ληστέψουν τους Ιταλούς. Ο υπεύθυνος καταφέρνει να ξεφύγει κι ειδοποιεί την αστυνομία. Στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν, οι επίδοξοι ληστές διαπιστώνουν ότι το μαγαζί δεν έχει παρά μία μόνο έξοδο: την ίδια την είσοδο την οποία έχουν αποκλείσει οι αστυνομικοί. Τότε σκαρφίζονται το εξής κόλπο: Προσποιούνται ότι είναι μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης, μιας ανύπαρκτης αποσχιστικής ομάδας των "Μαύρων Πανθήρων", χρησιμοποιούν τους δόλιους Ιταλούς σερβιτόρους ως ομήρους, κλειδώνονται όλοι στην αποθήκη του εστιατορίου κι απαιτούν ασφαλές μέσο διαφυγής κι αεροπλάνο για να φύγουν από τη χώρα. Ξεκινούν διαπραγματεύσεις που θα κρατήσουν αρκετές μέρες. Η μοναδική τροφή είναι κούτες με χυμό τομάτας και ζυμαρικά. Στο τέλος όλα τελειώνουν καλά για τους σερβιτόρους αλλά όχι για τους ντεμέκ τρομοκράτες.





Πριν ξεσπάσει η όλη φασαρία, ο Ντομένικο ετοιμάζει για τους καλούς του συναδέλφους μια περιποιημένη spaghetti alla puttanesca που, όπως χαρακτηριστικά λέει κι ο ίδιος, θα ξεσηκώσει και τους νεκρούς!




Spaghetti alla puttanesca




Υλικά για 4 άτομα

400 γρ σπαγγέτι
1 κουτί ντομάτες (ολόκληρες ή κονκασέ που θα περάσετε από το μούλτι)
2 κουτάλια κάππαρη (την οποία θα έχετε ξαρμυρίσει)
3 φιλέτα ατζούγιας (τα οποία θα έχετε ξαρμυρίσει και ψιλοκόψει - αν δεν είστε φίλος της ατζούγιας βάλτε ένα φιλέτο. Αλλά βάλτε οπωσδήποτε!)
~15-20 ελιές Καλαμών (χωρίς κουκούτσι και κομμένες σε ροδέλες)
2 σκελίδες σκόρδο (ψιλοκομμένες)
1 πιπερίτσα καυτερή
ελαιόλαδο
αλάτι
μαϊντανός

Βάζουμε σε μια κατσαρόλα άφθονο αλατισμένο νερό να βράσει. Μόλις βράσει ρίχνουμε τα σπαγγέτι και βράζουμε al dente. Τα καλής ποιότητας σπαγγέτι θέλουν περίπου 10-12 λεπτά να βράσουν, έτσι εν τω μεταξύ ετοιμάζουμε τη σάλτσα. Σε ένα μεγάλο τηγάνι βάζουμε λίγο ελαιόλαδο να ζεσταθεί και σε αυτό σοτάρουμε το σκόρδο και την πιπερίτσα. Συνεχίζοντας το σοτάρισμα ρίχνουμε την αντζούγια, σοτάρουμε λίγο ακόμα και ρίχνουμε την ντομάτα, τις ελιές και την κάππαρη. Μαγειρεύουμε μέχρι να σφίξει η σάλτσα. Αλατίζουμε (προσεκτικά) και ρίχνουμε τον μαϊντανό. Ανακατώνουμε και ρίχνουμε στο τηγάνι τα ζυμαρικά που θα έχουμε σουρώσει. Αφήνουμε λίγο τα ζυμαρικά με τη σάλτσα μέσα στο τηγάνι για να δέσουν καλά- το λέει κι ο Ντομένικο, δες βίντεο που ακολουθεί.  Σερβίρουμε αμέσως. Τρώγονται...χωρίς κουτάλι. Μόνο με πιρούνι και πολλή όρεξη!



Η puttanesca είναι θεϊκή σπαγγετάδα. Όσες φορές κι αν την φτιάξεις δεν θα την βαρεθείς ποτέ. Φτιαγμένη με τα πιο απλά υλικά, είναι από εκείνες τις σπαγγετάδες που ξεπήδησαν από τις κουζίνες των φτωχών Ναπολιτάνων. Η πεμπτουσία της cucina povera.
Ο Ντομένικο στην ταινία αναφέρει και την πηγή της ονομασίας της. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς. Όπως λέει κι ο ίδιος, οι γυναίκες που ασκούσαν το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο δεν είχαν πολύ χρόνο για μαγείρεμα έτσι σκαρφίζονταν γρήγορες σπαγγετάδες όπως τούτη η πεντανόστιμη, γρήγορη puttanesca.





Επίσης, ο Ντομένικο επιμένει πως πρέπει να αφήσεις για λίγο σπαγγέτι και σάλτσα μαζί πάνω στη φωτιά. Να δέσουν όμορφα, να δώσει η σάλτσα όλα τα θέλγητρα της! Δείτε στο βίντεο, πώς την περιποιείται την puttanesca! Δεν χρειάζεται να ξέρετε Ιταλικά για να διαπιστώσετε με τι αγάπη μαγειρεύει!



Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Ταξίδια και τάσεις

~Ταξίδια~




Πριν από 5 χρόνια περίπου είχε γυριστεί μια σειρά για το BBC με τον τίτλο The Trip , η οποία έγινε και ταινία. Σε αυτήν ο Steve Coogan κι ο Rob Brydon, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Michael Winterbottom, ταξίδευαν στη Βόρεια Αγγλία με σκοπό να επισκεφτούν γνωστά εστιατόρια της περιοχής. Μια ταινία σκέτη απόλαυση- είχα γράψει γι' αυτήν: εδώ. Φέτος (το 2014 για την ακρίβεια) μας ήρθε η συνέχεια των γαστρονομικών περιπετειών των δύο Άγγλων, αυτή τη φορά στην Ιταλία. Η ταινία The Trip to Italy είναι ακόμα πιο απολαυστική! Είναι η απόλυτη foodie movie της χρονιάς! Αυτή που πρέπει να δείτε οπωσδήποτε!



Οι δύο φίλοι ξεκινούν από την περιοχή του Πιεμόντε και διασχίζουν την Λιγουρία, την Τοσκάνη, το Λάτσιο, φτάνουν στην Καμπανία για να καταλήξουν στο θρυλικό νησί Κάπρι. Μαζί τους κουβαλούν άφθονη διάθεση κι όρεξη για να απολαύσουν τα θαύματα της ιταλικής κουζίνας και τα κρασιά της χώρας. Ακολουθούν τα ίχνη των ποιητών Σέλλεϋ και Μπάιρον ενώ απαγγέλλουν ποιήματα τους, χάνονται ενίοτε στα προσωπικά κι επαγγελματικά τους προβλήματα, όμως η αλεγκρία του τοπίου, το συναρπαστικό φαγητό, οι χαλαρές κουβέντες μεταξύ τους την ώρα που τρώνε, απογειώνει εν τέλει τη διάθεση τους και μαζί και τη δική μας.



Στα εστιατόρια που επισκέπτονται, μαθαίνουμε κατά τη διάρκεια του σερβιρίσματος ποια είναι τα πιάτα που τρώνε, βλέπουμε την αντίδραση τους, τους παρακολουθούμε να κοιτάζουν ενθουσιασμένοι το ποτήρι με το κρασί που πίνουν. Και το μόνο που θέλουμε είναι να κάτσουμε δίπλα τους, να φάμε μαζί, να πιούμε μαζί.
Οι επισκέψεις της κάμερας στις κουζίνες των εστιατορίων είναι σύντομες και σχεδόν ντοκουμενταριστικά γυρισμένες. Κοφτές και περιεκτικές, χωρίς σχόλιο. Μετά έξω  πάλι στη σάλα στους δύο φίλους που περνούν ωραία.



Τι κάνει την ταινία τόσο απολαυστική; Η αμεσότητα της. Η ανεπιτήδευτη διάθεση. Αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης κι οι ηθοποιοί είναι ακόμα πιο χαλαροί και σίγουρα καταλυτικό ρόλο έπαιξε το εκπληκτικό τοπίο της Belpaese, ο ήλιος, η θάλασσα, η γλώσσα.



Όπως μετά την πρώτη ταινία, έτσι και σε αυτή, αφού τελείωσε, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται κατά πόσο μια παρόμοια ταινία θα μπορούσε να γυριστεί εδώ στην Ελλάδα.
Ακόμα αναρωτιέμαι.


*
~Τάσεις~

Η τάση του blog για τον φετινό χειμώνα είναι radicchio. Πολύ radicchio. Αυτό το πανέμορφο λαχανικό με την κομψή πικράδα.




 Λατρεύω καταρχήν το χρώμα του. Το μοβ του είναι μοναδικό, τουλάχιστον στο βασίλειο των λαχανικών! Δεν λείπει από τις σαλάτες αλλά φέτος πήγαμε τα πράγματα ένα βήμα εμπρός. Προς το σοτάρισμα. Κλασικά σε πιάτο με ζυμαρικά. Και με την Ελλάδα να την εκπροσωπεί το αγαπημένο σύγλινο.

Papardelle με radicchio και σύγλινο



Υλικά για 4 άτομα


400 gr papardelle
1 κόκκινο κρεμμύδι κομμένο σε φέτες
200 γρ σύγλινο κομμένο σε μικρά κομμάτια
1/2 φλιτζάνι τριμμένη παρμεζάνα (ή πεκορίνο)
4 κουταλιές ρικότα
5-6 φύλλα από radicchio κομμένα σε χοντρά κομμάτια
ελαιόλαδο (5 κουταλιές)
αλάτι
πιπέρι
2 κουταλιές χοντροκομμένη καρυδόψιχα


Σε μια κατσαρόλα βράζουμε άφθονο αλατισμένο νερό
Σε ένα τηγάνι ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε μέτρια φωτιά. Σε αυτό σοτάρουμε καλά το σύγλινο. Μόλις σοταριστεί και το αλλαντικό πάρει όμορφο χρώμα, το βγάζουμε από το τηγάνι. Στο ίδιο λάδι σοτάρουμε το κρεμμύδι και το radicchio. Ενώ σοτάρονται ρίχνουμε λίγο νερό (2-3 κουταλιές). Περιμένουμε να εξατμιστεί και να μαλακώσουν τα λαχανικά. Βγάζουμε το τηγάνι από την φωτιά. Εν τω μεταξύ το νερό στην κατσαρόλα θα έχει βράσει, οπότε ρίχνουμε τα ζυμαρικά. Τα βράζουμε αυστηρά al dente. (Σημείωση: Τα ζυμαρικά με αυγά χρειάζονται λιγότερο βράσιμο). Τα σουρώνουμε και τα ρίχνουμε στο τηγάνι με το σύγλινο, το κρεμμύδι και το radicchio. (Προσοχή: Κρατάμε 2-3 κουταλιές από το νερό στο οποίο έχουν βράσει τα ζυμαρικά. Θα μας χρειαστεί) Σε ένα μικρό μπολ ανακατώνουμ την παρμεζάνα με την ρικότα και το λίγο νερό που έχουμε κρατήσει. Ρίχνουμε το περιεχόμενο πάνω από τα ζυμαρικά στο τηγάνι κι ανακατώνουμε καλά. Ρίχνουμε τα καρύδια και πιπέρι κι ανακατώνουμε απαλά μια τελευταία φορά.





*
~Ταξίδια & Τάσεις~


Πριν λίγες μέρες η New York Times είχε το ετήσιο αφιέρωμα της εφημερίδας στις ταξιδιωτικές τάσεις του 2015. Ένας λόγος για να διαβάσει κανείς το αφιέρωμα είναι οι εκπληκτικές φωτογραφίες. Η άλλη είναι για να πάρει μια γεύση από μέρη του κόσμου μακρινά- και δυσπρόσιτα, κυρίως για οικονομικούς λόγους.
Τέλος, ξεκινά κανείς να διαβάσει το αφιέρωμα περιμένοντας εναγωνίως να δει σε ποιο νούμερο έχει τοποθετηθεί η Ελλαδίτσα μας. Ενώ κάνεις scroll down διαπιστώνεις ότι η χώρα εκείνη της ΝΑ Μεσογείου που ετοιμάζεται για εκλογές, δεν είναι τάση για το 2015- τουλάχιστον για την NYT. Το χειρότερο όμως είναι το καυστικότατο σχόλιο στο Νο.52! Με τις υγείες μας. 



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Big Night


Η ταινία Big Night που γυρίστηκε το 1996, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες γαστρονομικού ενδιαφέροντος και πάντα φιγουράρει στις ψηλότερες θέσεις σχετικών λιστών. Όχι άδικα βέβαια. Σκηνοθετημένη από δύο ηθοποιούς (Stanley Tucci, Campbell Scott) γυρίστηκε εκείνη τη δεκαετία που ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος έδωσε τα καλύτερα δείγματα- μετά άρχισε να γίνεται ελαφρώς λιγότερο ανεξάρτητος!



Η ταινία μας γυρνά πίσω στη δεκαετία του 50, κάπου στις ακτές του Νιου Τζέρσεϋ, όπου δύο αδέρφια, Ιταλοί μετανάστες, ο Πρίμο κι ο Σέκο (Σεκόντο) έχουν ένα εστιατόριο. Στο εστιατόριο σερβίρονται τα καλύτερα πιάτα της πατρίδας τους, όμως οι δουλειές δεν πάνε καλά, μιας κι οι Αμερικανοί δεν είναι ακόμα εξοικειωμένοι με μια τόσο ...εξωτική κουζίνα. Ο Σέκο ανησυχεί, λεφτά δεν βγαίνουν κι η τράπεζα πιέζει. Κρύβει την πραγματική κατάσταση από τον Πρίμο, ο οποίος είναι ο σεφ, ένας άνθρωπος απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του, την οποία βλέπει ως λειτούργημα κι όχι ως τρόπο να βγάλει χρήματα. Και γι' αυτό το λόγο δεν δέχεται συμβιβασμούς. Όταν ο αδερφός του του προτείνει να βγάλουν από το μενού το ριζότο με θαλασσινά- για οικονομικούς λόγους- εκείνος ειρωνικά του προτείνει να το αντικαταστήσουν με hot dogs!



 Ο Σέκο στην απελπισία του κάνει το λάθος να ζητήσει βοήθεια από τον κύριο ανταγωνιστή τους, τον Πασκάλ, ο οποίος διαθέτει εστιατόριο στην άλλη πλευρά του δρόμου. Εστιατόριο- αχταρμά βέβαια που σερβίρει ό,τι αρέσει στον μέσο πελάτη. Δεν τον ενδιαφέρει η ποιότητα, αρκεί τα "bucks" να ρέουν όπως η σαμπάνια που κερνά απλόχερα. Ο Πασκάλ συμφωνεί -με δόλο- να τον βοηθήσει. Υπόσχεται να μιλήσει στο φίλο του Λούις Πρίμα -διάσημος τραγουδιστής της εποχής- να έρθει στο εστιατόριο των αδερφών να φάει, να διαφημιστεί το μαγαζί. Χαρούμενος ο Σέκο ανακοινώνει τα μεγάλα νέα στον αδερφό του. Ξεκινούν ξέφρενες ετοιμασίες στην κουζίνα για να υποδεχτούν με μεγαλόπρεπο τρόπο τον κο. Πρίμα. Μέχρι και timpano ετοιμάζεται, ένα μεγαλειώδες, εντυπωσιακό ιταλικό πιάτο που αναδεικνύει όλη τη μαεστρία και την υψηλή τεχνική του Πρίμο.




 Εκείνη τη "Μεγάλη Βραδιά" μαζεύονται φίλοι, συγγενείς και γείτονες. Και περιμένουν τον κο.Πρίμα. Κάπου εκεί, ο χαρούμενος Πρίμο περιγράφει στην αγαπημένη του ανθοπώλισσα χαρακτηριστικά πιάτα της πατρίδας του. Ένα από αυτά είναι και τα lasagne alla bolognese, που για τον Πρίμο είναι ένα θεϊκό πιάτο που λατρεύει. 

Ο Λούις Πρίμα δεν θα έρθει ποτέ και στο τέλος μιας ξέφρενης βραδιάς, όταν αποκαλύπτεται ότι ο Πασκάλ τους πρόδωσε, τα αδέρφια συγκρούονται. Η πίκρα κι η απελπισία τους πνίγει, εκεί στις ακτές Αμερικής -της χώρας όπου ήλπιζαν να βρουν την τύχη τους αλλά πια τους κατασπαράζει. 


Όλα έτοιμα για τη Μεγάλη Βραδια!


Lasagne alla Bolognese 



Υλικά για 8 άτομα

Για τη σάλτσα:

500 γρ κιμά μοσχαρίσιο
150 γρ μπέικον (ολόκληρο κομμάτι το οποίο θα κόψετε σε κυβάκια)
1 μεγάλο κρεμμύδι λευκό
1 καρότο
λίγο σέλερυ
1 κουτί τομάτες ολόκληρες (που θα περάσετε από το μούλτι)
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
αλάτι
ελαιόλαδο


Για τα λαζάνια:
Αν χρησιμοποιήσετε έτοιμα: 500 γρ
Αν φτιάξετε φρέσκα: 300 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
3 φρεσκότατα αυγά

Για τη σάλτσα μπεσαμέλ:
100 γρ βούτυρο
100 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 λίτρο γάλα πλήρες
αλάτι (πρέζα)
μοσχοκάρυδο (πρέζα)


Επιπλέον:
200 γρ φρεσκοτριμμένη παρμεζάνα

Ξεκινήστε με τη σάλτσα. Ψιλοκόψτε κρεμμύδι, καρότο και σέλερυ. Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρετε τα παραπάνω υλικά. Αφού μαλακώσουν προσθέτετε το μπέικον, σοτάρετε για λίγο και μετά προσθέτετε τον κιμά. Συνεχίζετε το σοτάρισμα ανακατώνοντας συχνά έως ότου το κρέας μείνει από υγρά. Ρίχνετε το κρασί και περιμένετε να εξατμιστεί. Προσθέτετε την τομάτα, λίγο αλάτι κι αφήνετε τη σάλτσα να σιγοβράσει.

Εν τω μεταξύ, όσο η σάλτσα σιγοβράζει ετοιμάζετε τη ζύμη για τα λαζάνια- εφόσον θα φτιάξετε φρέσκα, αλλιώς αν έχετε αγοράσει έτοιμα ξερά θα ακολουθήσετε τις οδηγίες στο πακέτο. (Καλό είναι να τα βράσετε πρώτα σε αλατισμένο νερό στο οποίο θα έχετε ρίξει λίγο ελαιόλαδο για να μην κολλήσουν. Αν θέλετε να τα χρησιμοποιήσετε ξερά θα πρέπει να αραιώσετε την μπεσαμέλ που σημαίνει να μειώσετε στο μισό το αλεύρι και το βούτυρο).
Στην επιφάνεια εργασίας θα σχηματίσετε ένα βουναλάκι με το αλεύρι. Στο κέντρο θα δημιουργήσετε ένα κενό όπου θα ρίξετε τα αυγά. Με ένα πιρούνι θα αρχίσετε να χτυπάτε τα αυγά και λίγο λίγο θα ενσωματώνετε το αλεύρι. Σε κάποια φάση θα αφήστε το πιρούνι και θα αρχίστε να δουλεύετε τη ζύμη με τα χέρια δυνατά μέχρι να σχηματιστεί μια ομοιογενής ζύμη που δεν θα κολλά στα χέρια.
Σημείωση: Η αναλογία 100 γρ αλεύρι: 1 αυγό είναι σταθερή αλλά πάντα υπάρχουν αποκλίσεις που οφείλονται στην ποιότητα του αλευριού και στο μέγεθος των αυγών. Ίσως δείτε ότι χρειάζεστε λίγο περισσότερο αλεύρι ή το αντίθετο να περισσεύει λίγο αλεύρι. Μόλις είναι έτοιμη η ζύμη, την διπλώνετε σε διαφανή μεμβράνη και την αφήνετε να ξεκουραστεί (Οι συγκεκριμένες ζύμες όσο μένουν τόσο το καλύτερο είναι διότι αποκτούν ελαστικότητα).

Εν τω μεταξύ, όσο σιγοβράζει η σάλτσα κι όσο ξεκουράζεται η ζύμη ετοιμάζετε την σάλτσα μπεσαμέλ:
Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνετε το γάλα- δεν το βράζετε! Σε άλλη πιο μεγάλη κατσαρόλα λιώνετε το βούτυρο σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Προσθέτετε το αλεύρι κι ανακατώνετε πολύ γρήγορα με τον αυγοδάρτη για να μην σβολιάσει το μείγμα. Ρίχνετε σε αυτό το γάλα λίγο λίγο, ανακατώνοντας συνέχεια. Συνεχίζετε να ανακατωνετε για ένα πεντάλεπτο περίπου. Τότε θα αρχίσει να πήζει η σάλτσα. Ρίχνετε αλάτι και μοσχοκάρυδο, ανακατώνετε μια τελευταία φορά και σκεπάζετε την κατσαρόλα με ένα υγρό πανί.

Ανοίγετε τη ζύμη σε φύλλα για λαζάνια. Ή θα χρησιμοποιήσετε το μηχάνημα για άνοιγμα φύλλων ή θα τα ανοίξετε με τον πλάστη. Όπως κι αν έχει μην ξεχνάτε να αλευρώνετε συχνά. Μόλις ανοίξετε τη ζύμη σε φύλλα κόψτε τα σε ορθογώνια κομμάτια.

Τώρα είστε έτοιμοι να φτιάξετε το φαγητό. Προθερμαίνετε το φούρνο στους 160 βαθμούς. Βουτυρώστε καλά ένα ορθογώνιο ταψί- οι διαστάσεις να είναι τουλάχιστον 30 x 20 cm έτσι ώστε να δημιουργηθούν τουλάχιστον 3-4 επίπεδα. Στρώστε λίγη σάλτσα κάτω και μετά σκεπάστε με λαζάνια. Συνεχίστε με σάλτσα μπεσαμέλ, τόση όσο να σκεπάσει τα λαζάνια, από πάνω σάλτσα μπολονέζ και τέλος λίγη παρμεζάνα. Συνεχίστε με αυτή τη σειρά πηγαίνοντας από επίπεδο σε επίπεδο. Στην τελευταία στρώση, ό,τι έχει απομείνει από τις δύο σάλτσες ανακατώστε το κι απλώστε το πάνω πάνω. Ρίξτε την παρμεζάνα που έχει απομείνει. Ψήστε το φαγητό σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο στο φούρνο για 30 λεπτά περίπου, ξεσκεπάστε και ψήστε για άλλα 10 λεπτά ακόμα, μέχρι να αποκτήσει όμορφο χρώμα.




Παίρνει περίπου δύο ώρες για να ετοιμαστεί αλλά αξίζει τον κόπο! Είναι καταπληκτικό πιάτο! Είχε απόλυτο δίκιο ο Πρίμο!


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run


*

Καλή, νόστιμη Νέα Χρονιά σε όλους! Η Crispy σας εύχεται όλα τα καλά -και μόνο τα καλά- να σας συμβούν κι επιτέλους για τη χώρα μας το έτος 2015 να είναι πιο θετικό. 

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Christmas in Connecticut

Όχι, η Crispy δεν θα κάνει "Christmas in Connecticut". Την έχει φάει η αγωνία με όλη αυτήν την υπόθεση περί εκλογής ΠτΔ κι είπε να κάνει φέτος Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά εδώ -στα πάτρια εδάφη- με ή χωρίς Πρόεδρο.



"Christmas in Connecticut" λοιπόν, είναι μια χαριτωμένη κομεντί καταστάσεων και παρεξηγήσεων που γυρίστηκε το 1945 και πρωταγωνιστούσε η υπέροχη Barbara Stanwyck  -οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τέτοιες ηθοποιοί δεν βγαίνουν πια...- . Στην ταινία η  Stanwyck υποδύεται μια food writer σε περιοδικό, την Elizabeth Lane, της οποίας η στήλη έχει τεράστια επιτυχία σε όλη την Αμερική. Μέσα στα κείμενα της περιγράφει την ειδυλλιακή της ζωή στο Connecticut, όπου διαθέτει μια φάρμα, υπέροχο σύζυγο, εξίσου υπέροχο μωρό και μαγειρεύει καταπληκτικά εδέσματα, των οποίων η περιγραφή προκαλεί ασταμάτητη σιελόρροια στους αναγνώστες. Στην πραγματικότητα η Elizabeth μένει σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, είναι ανύπαντρη και ΔΕΝ ξέρει να μαγειρεύει! Τις συνταγές της τις ετοιμάζει ο καλός της φίλος Felix, Ούγγρος εμιγκρές κι ιδιοκτήτης -σεφ ενός πετυχημένου εστιατορίου.



 Όλα πηγαίνουν μια χαρά, έως ότου ο ιδιοκτήτης του περιοδικού -ο οποίος δεν γνωρίζει ότι η Elizabeth τόσο καιρό έχει φλομώσει στο ψέμα τους πάντες μέσα από το περιοδικό του- παραμονές Χριστουγέννων της ζητά να φιλοξενήσει -για ανθρωπιστικούς λόγους- έναν τραυματία πολέμου. Μέσα στην αναμπουμπούλα και με την βοήθεια του αρχισυντάκτη της, του Felix κι ενός αρχιτέκτονα που έχει λυσσάξει να την παντρευτεί αλλά, οποία τύχη, διαθέτει φάρμα στο Connecticut, στήνεται ένα ψεύτικο σκηνικό για να φιλοξενηθεί ο ήρωας πολέμου αλλά και ο ιδιοκτήτης του περιοδικού ο οποίος αυτοπροσκαλείται.


Ακολουθεί μια καταιγίδα παρεξηγήσεων με μερικές πραγματικά αστείες σκηνές. Αλλά σε κάποια φάση η Elizabeth πρέπει να επιδείξει τις μαγειρικές της ικανότητες, μετά από επιμονή των φιλοξενούμενων της. Έτσι ένα πρωινό της ζητούν να φτιάξει flapjacks (θα μιλήσουμε για αυτά αμέσως μετά) και να τα γυρίσει στον αέρα όπως τόσο καλά ξέρει να κάνει, σύμφωνα πάντα με τα -αναληθή- κείμενα της. Τι να κάνει κι εκείνη, πιάνει ένα τηγάνι και..




Και τι είναι τα flapjacks; Δεν είναι τίποτε άλλο από τα ...pancakes αλλά μόνο για τους Αμερικανούς και τους Καναδούς. Διότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αγγλία, flapjacks ονομάζονται κάτι γλυκές μπάρες με βρώμη.



Τα flapjacks (ή pancakes) τηγανίζονται όπως ξέρουμε και οι πιο επιδέξιοι τα πετούν στον αέρα για να τα γυρίσουν. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιούμε μια καλή σπάτουλα- κυκλοφορούν κάποιες με πλατιά βάση που είναι πολύ βολικές για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τούτο το ταπεινών προθέσεων blog αγαπά πολύ τα pancakes (ή flapjacks). Στο κατάλογο μας υπάρχουν οι εξής επιλογές:

Pancakes (ή flapjacks) με σοταρισμένα ξινόμηλα Τα πρώτα που αναρτήσαμε πριν αρκετά χρόνια.
Lemon pancakes (ή flapjacks)  Ωραίο γευστικό παιχνίδι γλυκού-ξινού.
Pancakes με καλαμποκάλευρο Πληθωρικά.
Pancakes από τη Νότια Αφρική με ζάχαρη και κανέλα Yummy!
Pancakes με μπανάνες σοταρισμένες σε Cointreau Συνταγή του Gordon Ramsay κι η πιο αγαπημένη.
Pancakes με βρώμη, κανέλα και μέλι Το φετινό μεγάλο hit.




Να περάσετε πολύ όμορφα τα Χριστούγεννα. Και να προσέχετε όταν γυρίζετε τα flapjacks!

Επιστροφή πάλι εδώ -με ή χωρίς Πρόεδρο- με την αγαπημένη μας γαστρονομική ταινία για να κλείσουμε τη χρονιά που σιγά σιγά φεύγει.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Dinner Rush

"Dinner Rush" είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την ώρα αιχμής σε ένα εστιατόριο, τότε που οι πελάτες πέφτουν όλοι μαζί και στην κουζίνα γίνεται...της κολάσεως. Dinner Rush είναι επίσης ο τίτλος μιας πολύ ενδιαφέρουσας νεοϋορκέζικης ταινίας που γυρίστηκε το 2000 και μάλλον πέρασε απαρατήρητη στην Ελλάδα (δεν έπαιζαν ηχηρά ονόματα και δεν είχαν γίνει ακόμα της μόδας οι "γαστρονομικές ταινίες"-που δεν τις προλαβαίνουμε πια).



Είμαστε στην περιοχή της Tribeca στη Νέα Υόρκη, χιονίζει, είναι μεσημέρι κι ο κος. Ενρίκο πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της ιρλανδικής μαφίας. Ο καλός του φίλος και συνέταιρος στα παράνομα στοιχήματα, Λουίτζι Κρόπα υπόσχεται εκδίκηση. Ο Λουίτζι τυγχάνει να είναι επίσης ιδιοκτήτης του δημοφιλέστατου εστιατορίου "Gigino" του οποίου σεφ είναι ο -ταλαντούχος και διάσημος- γιος του, ο Ούντο.



Το ίδιο βράδυ, στο εστιατόριο έχουν προσκληθεί -από τον ίδιο τον Λουίτζι- ο αρχηγός της αστυνομίας και δύο εξέχοντα μέλη της ιρλανδικής μαφίας. Εν τω μεταξύ καταφτάνει μια μεγάλη παρέα επικεφαλής της οποίας είναι ένα πελάτης γνωστός για την ιδιοτροπία του. Στην κουζίνα ο σεφ έχει να αντιμετωπίσει την πρόσκαιρη απουσία του σου σεφ και την αναπάντεχη εμφάνιση -έστω και μεταμφιεσμένης- μιας πασίγνωστης κριτικού εστιατορίων. Το εστιατόριο γεμίζει, η κουζίνα παίρνει φωτιά, πιάτα πηγαινοέρχονται. φιάλες κρασιών ανοίγουν, όλοι απολαμβάνουν, ο μπάρμαν γίνεται το κέντρο της προσοχής όταν για λίγο σβήνουν τα φώτα -άλλος πανικός- κι όλα βαίνουν όμορφα και ωραία έως ότου οι δυο μαφιόζοι καλούνται από το δεξί χέρι του Λουίτζι σε "διαπραγματεύσεις". Εκεί, στο κρύο χώρο του υπογείου σερβίρεται η εκδίκηση με αριστοτεχνικό τρόπο.



Σε όλο αυτό το σκηνικό που στήνεται, ο Λουίτζι στέκεται διακριτικά στο αγαπημένο του τραπέζι. Παρατηρεί, σχολιάζει, γι' αυτόν είναι μια σημαντική βραδιά γιατί θα κλείσουν πολλοί λογαριασμοί. Αν και θαυμάζει το γιο του για την επιτυχία του, αναπολεί τις μέρες που το εστιατόριο ήταν μια απλή ταβέρνα και σερβίριζε γνήσια ιταλική κουζίνα. Ο καλός του ανιψιός και σου σεφ -αλλά και μανιακός τζογαδόρος που χρωστά κάτι χιλιάρικα στους Ιρλανδούς-, ο Ντάνκαν, που καταφτάνει αργοπορημένος του έχει φέρει κάτι καλό: φρέσκο χωριάτικο λουκάνικο από το ιταλικό κρεοπωλείο της γειτονιάς. Και του το ετοιμάζει όπως αρέσει στον Λουίτζι. Με πιπεριές.

Η συγκεκριμένη συνταγή είναι χαρακτηριστική- κι αγαπημένη- των Ιταλών εμιγκρέδων της νεοϋορκέζικης συνοικίας Little Italy. Αυτό που χρειάζεται κανείς είναι φρέσκα, χωριάτικου τύπου λουκάνικα με χοιρινό κρέας. Υπάρχουν μικροί παραγωγοί που φτιάχνουν εξαιρετικά λουκάνικα όπως επίσης αρκετά κρεοπωλεία που ετοιμάζουν δικά τους.




Αν το λουκάνικο είναι μεγάλο το κόβετε σε πιο μικρά κομμάτια. Κόβετε σε λεπτές φέτες ένα μεγάλο λευκό κρεμμύδι. Καθαρίζετε δύο σκελίδες σκόρδο και τις κόβετε στη μέση.
Έχετε 3 πιπεριές διαφορετικού χρώματος, για παράδειγμα μία κίτρινη, μία πράσινη (ή μια πορτοκαλί) και μία κόκκινη (όχι μακρόστενες). Τις κόβετε σε λεπτές φέτες (julienne). Θα χρειαστείτε επιπλέον ένα ποτήρι καλό λευκό κρασί, αλάτι, ελαιόλαδο κι ένα τηγάνι.
Στο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σοτάρετε καλά για 10 λεπτά περίπου τα λουκάνικα. Τα αφαιρείτε από το τηγάνι και ρίχνετε σε αυτό σκόρδο, κρεμμύδι και πιπεριές και σοτάρετε καλά μέχρι να μαλακώσουν. Επιστρέφετε τα λουκάνικα στο τηγάνι, σβήνετε με κρασί, το αφήνετε να εξατμιστεί κατά το ήμισυ, χαμηλώνετε τη φωτιά  κι αφήνετε το φαγητό να σιγοβράσει 15 λεπτά σκεπάζοντας το τηγάνι. Όταν το φαγητό είναι έτοιμο αλατίζετε προσεκτικά- γιατί ίσως το λουκάνικο να είναι ήδη αλμυρό- , ανακατώνετε και σερβίρετε αμέσως.



Ο Λουίτζι φεύγει ευχαριστημένος από το εστιατόριο. Έχει φάει καλά, με το γιο του τα έχουν βρει, το σχέδιο εκδίκησης είναι σε πλήρη εξέλιξη. Μια ήρεμη νύχτα τον περιμένει.

Η ταινία του Bob Giraldi παίζει σε διάφορα ταμπλό, διαφορετικοί κόσμοι συγκρούονται, η παλιά Νέα Υόρκη προσπαθεί να τα βρει με τη νέα, υπάρχει το κωμικό στοιχείο, υπάρχει το δραματικό, όμορφα κινηματογραφημένες εικόνες μέσα κι έξω από το εστιατόριο, με πιο εντυπωσιακές εκείνες μέσα στην κουζίνα, ένταση, πανικός, ωραίοι χαρακτήρες που δίνουν τη δική τους πινελιά στην ταινία και τέλος μια σκηνή μαφιόζικης εκτέλεσης που μοιάζει να έγινε ως φόρος τιμής στον Martin Scorsese.



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Πατάτες για αγρίους

Υπάρχουν ορισμένες ταινίες που η μεγάλη επιτυχία τους στις αίθουσες οφείλεται στη φήμη που εξαπλώνεται από στόμα σε στόμα. Η αργεντίνικη ταινία Relatos salvajes (ε.τ: Ιστορίες για αγρίους) εκτός από την καλή φήμη που απέκτησε από τους θεατές είχε και τον αμέριστο ενθουσιασμό των κριτικών κινηματογράφου. Κι όχι άδικα. Οι "Ιστορίες για αγρίους" είναι από εκείνες τις ιδιαίτερες, ελαφρώς ανορθόδοξες ταινίες που δεν σε αφήνουν εύκολα. Θα την σκέφτεσαι για αρκετό καιρό μετά, θα θυμάσαι τις 6 ιστορίες της ταινίας μία προς μία, τις αντιδράσεις των χαρακτήρων, τα όσα γίνονται και θα μειδιάς. Θα σκέφτεσαι ότι εν τέλει αυτά δεν γίνονται αλλά λίγο πολύ θα σου περνά κι από το μυαλό ότι δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα τέτοιες καταστάσεις. Θα μπορούσαν να συμβούν, λίγο θέλουν, μια αφορμή, ένα φιτίλι. Οι 6 ιστορίες είναι ασύνδετες μεταξύ τους αλλά έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Εκείνο το φιτίλι που λέγαμε.



Στη δεύτερη ιστορία βρισκόμαστε σε ένα καφέ εστιατόριο στη μέση του πουθενά, κάπου στην επαρχία της Αργεντινής. Εκεί σταματά να ξαποστάσει κάποιος τύπος, ο οποίος όλως τυχαίως είναι η αιτία για την οποία πήρε άσχημη τροπή η ζωή της σερβιτόρας. Όταν ταραγμένη τον ρωτά τι θα πάρει εκείνος απαντά:

"Papas fritas a caballo"



 "Papas fritas a caballo" δεν είναι τίποτε άλλο παρά τηγανητές πατάτες με δύο αυγά, τα οποία αυγά σερβίρονται πάνω από τις πατάτες! Είναι ένα πιάτο τυπικά αργεντίνικο, και για να τα φας με τον αργεντίνικο τρόπο σπας τα αυγά κι αφήνεις τον μελάτο κρόκο να τρέξει πάνω στις πατάτες!

Ο όρος "a caballo" που κυριολεκτικά μεταφράζεται "καβάλα (στο άλογο)", χρησιμοποιείται στην Αργεντινή για να χαρακτηρίσει φαγητά που σερβίρονται με δύο αυγά τηγανητά από πάνω. Είτε είναι αυτό στέικ ή μπιφτέκι ή πατάτες τηγανητές στην προκειμένη περίπτωση. Ο όρος "a medio caballo" χρησιμοποιείται όταν θέλουμε ένα αυγό αντί για δύο.

Πώς όμως προέκυψε η ονομασία "a caballo"; Η ιστορία λέει ότι όλα ξεκίνησαν σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες. Η ιδιοκτήτρια μιας ταβέρνας δεν προλάβαινε να ταΐσει τους εργάτες του κοντινού εργοστασίου, έτσι για γρηγοράδα σερβίριζε τα αυγά πάνω στις πατάτες. Εκείνος όμως που της έφερνε τα αυγά και τις πατάτες ήταν τόσο φτωχός που αναγκαζόταν να μεταφέρει την πραμάτεια του με το άλογο. Εξ ου κι ο όρος.

Χάρη στους  πολιτικούς που έχουμε τη δυστυχία να μας κυβερνούν και μας έταξαν "ότι δεν θα γίνουμε ποτέ Αργεντινή" (αλλά τελικά κάτι χειρότερο), δεν προβλέπεται προς το παρόν να ταξιδέψουμε στη γοητευτική αυτή χώρα για να δοκιμάσουμε από κοντά πιάτα "a caballo".  Έτσι τα παρασκευάζουμε μόνοι μας και βλέπουμε τις πολύ αξιόλογες ταινίες που έρχονται από τη χώρα αυτή της Νότιας Αμερικής.

Να πηγαίνετε σινεμά!

Εδώ, ο Δεκέμβρης θα είναι αρκετά κινηματογραφικός. Stay tuned!




 


Η μαγείρισσα που ετοιμάζει papas fritas a caballo έχει άγριες διαθέσεις!





"Όλοι μπορούμε να χάσουμε τον έλεγχο" γράφει στην αφίσα της ταινίας!



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Sous - μα πολύ sous- o Chef.

Τον Αύγουστο άρχισε να προβάλλεται στα θερινά σινεμά μια ταινία γαστρονομικού ενδιαφέροντος με τον τίτλο Chef . Διάβασα κάποια ενθουσιώδη σχόλια εδώ κι εκεί- κάποια άγγιζαν το χαρακτήρα "εκστατικά"- οπότε θεώρησα καθήκον, ως food blogger και κυρίως ως σινεφίλ, να την δω.



Και την είδα.
Κι απορώ. Προς τι τα ενθουσιώδη σχόλια.

Όταν τουιτάρουμε δεν μαγειρεύουμε...κι αντίστροφα.


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Γιατί στην αρχή οι προθέσεις είναι αγνές και συμπαθητικές. Έχουμε τον σεφ Carl Casper (τον οποίο υποδύεται ο πρωταγωνιστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας Jon Favreau) ο οποίος αγχωμένος από την επικείμενη επίσκεψη φοβερού και τρομερού κριτικού αποφασίζει να τον εντυπωσιάσει με ειδικό μενού. Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου δεν του το επιτρέπει και του επιβάλλει να προχωρήσει με το σύνηθες μενού. Ο κριτικός στάζει χολή στην κριτική του, ο σεφ μέσω twitter (έχουμε υποτιθέμενο σχόλιο της ταινίας για τα θετικά κι αρνητικά των κοινωνικών δικτύων) τον προκαλεί πάλι πίσω στο εστιατόριο, αυτή τη φορά είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στο ειδικό μενού, πάλι ο ιδιοκτήτης αντιδρά, αντιδρά κι ο chef , απολύεται κι η ταινία παίρνει τον άνοστο δρόμο της.



Μέχρι εδώ η ταινία κάπως τρώγεται. Έχουμε τη γνωστή εικόνα του εμμονικού σεφ (όλοι οι κινηματογραφικοί σεφ είναι εμμονικοί) που συγκρούεται με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου (κι αυτό το έχουμε δει ξανά). Επίσης έχουμε τις γνωστές γκρο πλαν σκηνές με την ετοιμασία των πιάτων, ψιλοκόψιμο λαχανικών, χέρια ταχυδακτυλουργικά που συνθέτουν ανεπανάληπτα -τουλάχιστον οπτικά- πιάτα, μουγκρητά ευχαρίστησης, όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν σε όλες τις γαστρονομικές ταινίες ως κυρίαρχο δεδομένο, δεν είναι κάτι καινούργιο. Επίσης δεν είναι καινούργιο στοιχείο ο κινηματογραφικός σεφ να έχει προβλήματα και στην προσωπική του ζωή. Ο συγκεκριμένος Chef αφού μένει άνεργος περιφέρεται ανάμεσα στην ερωμένη -γα να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα καλά αν όντως ήταν ερωμένη- σέξι Scarlett Johansson και την σούπερ σέξι πρώην σύζυγο Sofia Vergara. Υπάρχει κι ένα παιδί που υποτίθεται πως το παραμελεί, αυτό είναι και το ζουμί της όλης υπόθεσης.

Άμα σου σερβίρει η Σοφία μπέργκερ


Πιο κάτω, με τη βοήθεια του πρώην της πρώην (ή πώς να βάλουμε το φιλαράκι Robert Downey Jr να κάνει ένα πέρασμα από την ταινία) βρίσκει μια καντίνα την οποία, με τη βοήθεια του πρώην κι έμπιστου  sous chef του και του παιδιού του, μετατρέπει σε talk of the town όλης της Αμερικής. Κι αυτό χάρη στη βοήθεια των κοινωνικών δικτύων τα οποία χειρίζεται ο γιος με τον οποίο  πια -surprise, surprise, σε αμερικάνικη ταινία βρισκόμαστε-  τα έχουν βρει κι έχουν τις καλύτερες σχέσεις μπαμπά -γιου. Εν τω μεταξύ η πρώην γίνεται νυν κι η Scarlett κάπου χάθηκε ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πιάτο.




Το επιδόρπιο της ταινίας είναι η αναθέρμανση της σχέσης του Chef με τον κριτικό που τον βασάνισε στην αρχή της ταινίας. Spoiler, spoiler, μέχρι που συνεργάζονται στο τέλος. Παρεμπιπτόντως τον κριτικό κάνει ο ηθοποιός Oliver Platt ο οποίος κυκλοφορεί αξούριστος και με κάτι ρούχα σαν να τα αγόρασε μεθυσμένος σε αμερικάνικη αγορά. Τι σημειολογία είναι αυτή, δεν κατάλαβα, όπως επίσης και για το μικρό του όνομα: Ramsey (Gordon αγάπη μου, για σένα είναι το καρφί; Γίνεται και μια υποτίθεται αστεία αναφορά στο Hell's Kitchen).

Υποτίθεται πως η ταινία κάνει αναφορά και σχολιάζει τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων. Ο σχολιασμός είναι ρηχός, ανάλατος για να χρησιμοποιήσω όρο της κουζίνας. Υποτίθεται πως σχολιάζει πόσο δύσκολη είναι η προσωπική ζωή ενός σεφ. Μας τα έχουν πει κι άλλοι αρκετές φορές και καλύτερα. Το μόνο καινούργιο στοιχείο είναι η απόφαση ενός διάσημου σεφ να γίνει καντινιέρης (τα food trucks είναι πολύ της μόδας τον τελευταίο καιρό.) Υποτίθεται πως όσοι είδαν την ταινία ήταν ενθουσιασμένοι με τα γκρο πλαν λιωμένων τυριών και ψημένων μπαγκετών. Τα έχουμε δει χίλιες φορές αυτά και μάλιστα καλύτερα κινηματογραφημένα. Τέλος, η ταινία περιέχει μια από τις πιο γελοίες σκηνές που έχω δει τελευταία. Ο Chef μαγειρεύει με εντυπωσιακό τρόπο λιτή μακαρονάδα για την σούπερ σέξι Scarlett η οποία τον περιμένει καθισμένη πάνω στο ντιβάνι σε σούπερ σέξι στάση λες και φωτογραφίζεται για άρωμα της Dolce&Gabbana. Στο τέλος της παραδίδει το πιάτο κι η Scarlett χαμογελά ηδυπαθώς βουτώντας το πιρούνι με  σέξι νωχελικότητα.

Αν μου άρεσε η ταινία; Μου άρεσε τόσο, που όταν είδα πως τον κριτικό έπαιζε ο Oliver Platt, το υπόλοιπο της ταινίας το πέρασα σπάζοντας το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποια ταινία τον είχα δει τελευταία φορά.