Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Big Night


Η ταινία Big Night που γυρίστηκε το 1996, θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες γαστρονομικού ενδιαφέροντος και πάντα φιγουράρει στις ψηλότερες θέσεις σχετικών λιστών. Όχι άδικα βέβαια. Σκηνοθετημένη από δύο ηθοποιούς (Stanley Tucci, Campbell Scott) γυρίστηκε εκείνη τη δεκαετία που ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος έδωσε τα καλύτερα δείγματα- μετά άρχισε να γίνεται ελαφρώς λιγότερο ανεξάρτητος!



Η ταινία μας γυρνά πίσω στη δεκαετία του 50, κάπου στις ακτές του Νιου Τζέρσεϋ, όπου δύο αδέρφια, Ιταλοί μετανάστες, ο Πρίμο κι ο Σέκο (Σεκόντο) έχουν ένα εστιατόριο. Στο εστιατόριο σερβίρονται τα καλύτερα πιάτα της πατρίδας τους, όμως οι δουλειές δεν πάνε καλά, μιας κι οι Αμερικανοί δεν είναι ακόμα εξοικειωμένοι με μια τόσο ...εξωτική κουζίνα. Ο Σέκο ανησυχεί, λεφτά δεν βγαίνουν κι η τράπεζα πιέζει. Κρύβει την πραγματική κατάσταση από τον Πρίμο, ο οποίος είναι ο σεφ, ένας άνθρωπος απόλυτα αφοσιωμένος στη δουλειά του, την οποία βλέπει ως λειτούργημα κι όχι ως τρόπο να βγάλει χρήματα. Και γι' αυτό το λόγο δεν δέχεται συμβιβασμούς. Όταν ο αδερφός του του προτείνει να βγάλουν από το μενού το ριζότο με θαλασσινά- για οικονομικούς λόγους- εκείνος ειρωνικά του προτείνει να το αντικαταστήσουν με hot dogs!



 Ο Σέκο στην απελπισία του κάνει το λάθος να ζητήσει βοήθεια από τον κύριο ανταγωνιστή τους, τον Πασκάλ, ο οποίος διαθέτει εστιατόριο στην άλλη πλευρά του δρόμου. Εστιατόριο- αχταρμά βέβαια που σερβίρει ό,τι αρέσει στον μέσο πελάτη. Δεν τον ενδιαφέρει η ποιότητα, αρκεί τα "bucks" να ρέουν όπως η σαμπάνια που κερνά απλόχερα. Ο Πασκάλ συμφωνεί -με δόλο- να τον βοηθήσει. Υπόσχεται να μιλήσει στο φίλο του Λούις Πρίμα -διάσημος τραγουδιστής της εποχής- να έρθει στο εστιατόριο των αδερφών να φάει, να διαφημιστεί το μαγαζί. Χαρούμενος ο Σέκο ανακοινώνει τα μεγάλα νέα στον αδερφό του. Ξεκινούν ξέφρενες ετοιμασίες στην κουζίνα για να υποδεχτούν με μεγαλόπρεπο τρόπο τον κο. Πρίμα. Μέχρι και timpano ετοιμάζεται, ένα μεγαλειώδες, εντυπωσιακό ιταλικό πιάτο που αναδεικνύει όλη τη μαεστρία και την υψηλή τεχνική του Πρίμο.




 Εκείνη τη "Μεγάλη Βραδιά" μαζεύονται φίλοι, συγγενείς και γείτονες. Και περιμένουν τον κο.Πρίμα. Κάπου εκεί, ο χαρούμενος Πρίμο περιγράφει στην αγαπημένη του ανθοπώλισσα χαρακτηριστικά πιάτα της πατρίδας του. Ένα από αυτά είναι και τα lasagne alla bolognese, που για τον Πρίμο είναι ένα θεϊκό πιάτο που λατρεύει. 

Ο Λούις Πρίμα δεν θα έρθει ποτέ και στο τέλος μιας ξέφρενης βραδιάς, όταν αποκαλύπτεται ότι ο Πασκάλ τους πρόδωσε, τα αδέρφια συγκρούονται. Η πίκρα κι η απελπισία τους πνίγει, εκεί στις ακτές Αμερικής -της χώρας όπου ήλπιζαν να βρουν την τύχη τους αλλά πια τους κατασπαράζει. 


Όλα έτοιμα για τη Μεγάλη Βραδια!


Lasagne alla Bolognese 



Υλικά για 8 άτομα

Για τη σάλτσα:

500 γρ κιμά μοσχαρίσιο
150 γρ μπέικον (ολόκληρο κομμάτι το οποίο θα κόψετε σε κυβάκια)
1 μεγάλο κρεμμύδι λευκό
1 καρότο
λίγο σέλερυ
1 κουτί τομάτες ολόκληρες (που θα περάσετε από το μούλτι)
1 ποτήρι κόκκινο κρασί
αλάτι
ελαιόλαδο


Για τα λαζάνια:
Αν χρησιμοποιήσετε έτοιμα: 500 γρ
Αν φτιάξετε φρέσκα: 300 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
3 φρεσκότατα αυγά

Για τη σάλτσα μπεσαμέλ:
100 γρ βούτυρο
100 γρ αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 λίτρο γάλα πλήρες
αλάτι (πρέζα)
μοσχοκάρυδο (πρέζα)


Επιπλέον:
200 γρ φρεσκοτριμμένη παρμεζάνα

Ξεκινήστε με τη σάλτσα. Ψιλοκόψτε κρεμμύδι, καρότο και σέλερυ. Σε ένα μεγάλο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σε αυτό σοτάρετε τα παραπάνω υλικά. Αφού μαλακώσουν προσθέτετε το μπέικον, σοτάρετε για λίγο και μετά προσθέτετε τον κιμά. Συνεχίζετε το σοτάρισμα ανακατώνοντας συχνά έως ότου το κρέας μείνει από υγρά. Ρίχνετε το κρασί και περιμένετε να εξατμιστεί. Προσθέτετε την τομάτα, λίγο αλάτι κι αφήνετε τη σάλτσα να σιγοβράσει.

Εν τω μεταξύ, όσο η σάλτσα σιγοβράζει ετοιμάζετε τη ζύμη για τα λαζάνια- εφόσον θα φτιάξετε φρέσκα, αλλιώς αν έχετε αγοράσει έτοιμα ξερά θα ακολουθήσετε τις οδηγίες στο πακέτο. (Καλό είναι να τα βράσετε πρώτα σε αλατισμένο νερό στο οποίο θα έχετε ρίξει λίγο ελαιόλαδο για να μην κολλήσουν. Αν θέλετε να τα χρησιμοποιήσετε ξερά θα πρέπει να αραιώσετε την μπεσαμέλ που σημαίνει να μειώσετε στο μισό το αλεύρι και το βούτυρο).
Στην επιφάνεια εργασίας θα σχηματίσετε ένα βουναλάκι με το αλεύρι. Στο κέντρο θα δημιουργήσετε ένα κενό όπου θα ρίξετε τα αυγά. Με ένα πιρούνι θα αρχίσετε να χτυπάτε τα αυγά και λίγο λίγο θα ενσωματώνετε το αλεύρι. Σε κάποια φάση θα αφήστε το πιρούνι και θα αρχίστε να δουλεύετε τη ζύμη με τα χέρια δυνατά μέχρι να σχηματιστεί μια ομοιογενής ζύμη που δεν θα κολλά στα χέρια.
Σημείωση: Η αναλογία 100 γρ αλεύρι: 1 αυγό είναι σταθερή αλλά πάντα υπάρχουν αποκλίσεις που οφείλονται στην ποιότητα του αλευριού και στο μέγεθος των αυγών. Ίσως δείτε ότι χρειάζεστε λίγο περισσότερο αλεύρι ή το αντίθετο να περισσεύει λίγο αλεύρι. Μόλις είναι έτοιμη η ζύμη, την διπλώνετε σε διαφανή μεμβράνη και την αφήνετε να ξεκουραστεί (Οι συγκεκριμένες ζύμες όσο μένουν τόσο το καλύτερο είναι διότι αποκτούν ελαστικότητα).

Εν τω μεταξύ, όσο σιγοβράζει η σάλτσα κι όσο ξεκουράζεται η ζύμη ετοιμάζετε την σάλτσα μπεσαμέλ:
Σε μια κατσαρόλα ζεσταίνετε το γάλα- δεν το βράζετε! Σε άλλη πιο μεγάλη κατσαρόλα λιώνετε το βούτυρο σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Προσθέτετε το αλεύρι κι ανακατώνετε πολύ γρήγορα με τον αυγοδάρτη για να μην σβολιάσει το μείγμα. Ρίχνετε σε αυτό το γάλα λίγο λίγο, ανακατώνοντας συνέχεια. Συνεχίζετε να ανακατωνετε για ένα πεντάλεπτο περίπου. Τότε θα αρχίσει να πήζει η σάλτσα. Ρίχνετε αλάτι και μοσχοκάρυδο, ανακατώνετε μια τελευταία φορά και σκεπάζετε την κατσαρόλα με ένα υγρό πανί.

Ανοίγετε τη ζύμη σε φύλλα για λαζάνια. Ή θα χρησιμοποιήσετε το μηχάνημα για άνοιγμα φύλλων ή θα τα ανοίξετε με τον πλάστη. Όπως κι αν έχει μην ξεχνάτε να αλευρώνετε συχνά. Μόλις ανοίξετε τη ζύμη σε φύλλα κόψτε τα σε ορθογώνια κομμάτια.

Τώρα είστε έτοιμοι να φτιάξετε το φαγητό. Προθερμαίνετε το φούρνο στους 160 βαθμούς. Βουτυρώστε καλά ένα ορθογώνιο ταψί- οι διαστάσεις να είναι τουλάχιστον 30 x 20 cm έτσι ώστε να δημιουργηθούν τουλάχιστον 3-4 επίπεδα. Στρώστε λίγη σάλτσα κάτω και μετά σκεπάστε με λαζάνια. Συνεχίστε με σάλτσα μπεσαμέλ, τόση όσο να σκεπάσει τα λαζάνια, από πάνω σάλτσα μπολονέζ και τέλος λίγη παρμεζάνα. Συνεχίστε με αυτή τη σειρά πηγαίνοντας από επίπεδο σε επίπεδο. Στην τελευταία στρώση, ό,τι έχει απομείνει από τις δύο σάλτσες ανακατώστε το κι απλώστε το πάνω πάνω. Ρίξτε την παρμεζάνα που έχει απομείνει. Ψήστε το φαγητό σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο στο φούρνο για 30 λεπτά περίπου, ξεσκεπάστε και ψήστε για άλλα 10 λεπτά ακόμα, μέχρι να αποκτήσει όμορφο χρώμα.




Παίρνει περίπου δύο ώρες για να ετοιμαστεί αλλά αξίζει τον κόπο! Είναι καταπληκτικό πιάτο! Είχε απόλυτο δίκιο ο Πρίμο!


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run


*

Καλή, νόστιμη Νέα Χρονιά σε όλους! Η Crispy σας εύχεται όλα τα καλά -και μόνο τα καλά- να σας συμβούν κι επιτέλους για τη χώρα μας το έτος 2015 να είναι πιο θετικό. 

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Christmas in Connecticut

Όχι, η Crispy δεν θα κάνει "Christmas in Connecticut". Την έχει φάει η αγωνία με όλη αυτήν την υπόθεση περί εκλογής ΠτΔ κι είπε να κάνει φέτος Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά εδώ -στα πάτρια εδάφη- με ή χωρίς Πρόεδρο.



"Christmas in Connecticut" λοιπόν, είναι μια χαριτωμένη κομεντί καταστάσεων και παρεξηγήσεων που γυρίστηκε το 1945 και πρωταγωνιστούσε η υπέροχη Barbara Stanwyck  -οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τέτοιες ηθοποιοί δεν βγαίνουν πια...- . Στην ταινία η  Stanwyck υποδύεται μια food writer σε περιοδικό, την Elizabeth Lane, της οποίας η στήλη έχει τεράστια επιτυχία σε όλη την Αμερική. Μέσα στα κείμενα της περιγράφει την ειδυλλιακή της ζωή στο Connecticut, όπου διαθέτει μια φάρμα, υπέροχο σύζυγο, εξίσου υπέροχο μωρό και μαγειρεύει καταπληκτικά εδέσματα, των οποίων η περιγραφή προκαλεί ασταμάτητη σιελόρροια στους αναγνώστες. Στην πραγματικότητα η Elizabeth μένει σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, είναι ανύπαντρη και ΔΕΝ ξέρει να μαγειρεύει! Τις συνταγές της τις ετοιμάζει ο καλός της φίλος Felix, Ούγγρος εμιγκρές κι ιδιοκτήτης -σεφ ενός πετυχημένου εστιατορίου.



 Όλα πηγαίνουν μια χαρά, έως ότου ο ιδιοκτήτης του περιοδικού -ο οποίος δεν γνωρίζει ότι η Elizabeth τόσο καιρό έχει φλομώσει στο ψέμα τους πάντες μέσα από το περιοδικό του- παραμονές Χριστουγέννων της ζητά να φιλοξενήσει -για ανθρωπιστικούς λόγους- έναν τραυματία πολέμου. Μέσα στην αναμπουμπούλα και με την βοήθεια του αρχισυντάκτη της, του Felix κι ενός αρχιτέκτονα που έχει λυσσάξει να την παντρευτεί αλλά, οποία τύχη, διαθέτει φάρμα στο Connecticut, στήνεται ένα ψεύτικο σκηνικό για να φιλοξενηθεί ο ήρωας πολέμου αλλά και ο ιδιοκτήτης του περιοδικού ο οποίος αυτοπροσκαλείται.


Ακολουθεί μια καταιγίδα παρεξηγήσεων με μερικές πραγματικά αστείες σκηνές. Αλλά σε κάποια φάση η Elizabeth πρέπει να επιδείξει τις μαγειρικές της ικανότητες, μετά από επιμονή των φιλοξενούμενων της. Έτσι ένα πρωινό της ζητούν να φτιάξει flapjacks (θα μιλήσουμε για αυτά αμέσως μετά) και να τα γυρίσει στον αέρα όπως τόσο καλά ξέρει να κάνει, σύμφωνα πάντα με τα -αναληθή- κείμενα της. Τι να κάνει κι εκείνη, πιάνει ένα τηγάνι και..




Και τι είναι τα flapjacks; Δεν είναι τίποτε άλλο από τα ...pancakes αλλά μόνο για τους Αμερικανούς και τους Καναδούς. Διότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αγγλία, flapjacks ονομάζονται κάτι γλυκές μπάρες με βρώμη.



Τα flapjacks (ή pancakes) τηγανίζονται όπως ξέρουμε και οι πιο επιδέξιοι τα πετούν στον αέρα για να τα γυρίσουν. Οι υπόλοιποι χρησιμοποιούμε μια καλή σπάτουλα- κυκλοφορούν κάποιες με πλατιά βάση που είναι πολύ βολικές για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τούτο το ταπεινών προθέσεων blog αγαπά πολύ τα pancakes (ή flapjacks). Στο κατάλογο μας υπάρχουν οι εξής επιλογές:

Pancakes (ή flapjacks) με σοταρισμένα ξινόμηλα Τα πρώτα που αναρτήσαμε πριν αρκετά χρόνια.
Lemon pancakes (ή flapjacks)  Ωραίο γευστικό παιχνίδι γλυκού-ξινού.
Pancakes με καλαμποκάλευρο Πληθωρικά.
Pancakes από τη Νότια Αφρική με ζάχαρη και κανέλα Yummy!
Pancakes με μπανάνες σοταρισμένες σε Cointreau Συνταγή του Gordon Ramsay κι η πιο αγαπημένη.
Pancakes με βρώμη, κανέλα και μέλι Το φετινό μεγάλο hit.




Να περάσετε πολύ όμορφα τα Χριστούγεννα. Και να προσέχετε όταν γυρίζετε τα flapjacks!

Επιστροφή πάλι εδώ -με ή χωρίς Πρόεδρο- με την αγαπημένη μας γαστρονομική ταινία για να κλείσουμε τη χρονιά που σιγά σιγά φεύγει.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Pre- Christmas

Μες στον γενικό χαμό των τελευταίων ημερών όπου γίνεται της...Irma (σινεφίλ αναφορά*), στραφήκαμε στο...douce και ψήσαμε κάτι χαριτωμένα μπισκότα, μέρες που είναι.




Almond-raspberry shortbreads

(Μπισκότα βουτύρου με εκχύλισμα αμυγδάλου & μαρμελάδα σμέουρο)







Υλικά


1 φλιτζάνι ζάχαρη άχνη
1/2 κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις
1 κουταλάκι του γλυκού εκχύλισμα αμυγδάλου
250 γρ. βούτυρο αγελάδος ( να είναι οπωσδήποτε σε θερμοκρασία δωματίου- να έχει μαλακώσει αρκετά )
Λίγο γάλα ( περίπου 1 φλιτζάνι καφέ εσπρέσσο) 
Μαρμελάδα σμέουρο (της bonne maman είναι καλή όπως επίσης και της danish selection)

Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 160 βαθμούς
Σε ένα μεγάλο μεταλλικό μπολ χτυπάμε το βούτυρο με ξύλινη κουτάλα μέχρι να μαλακώσει. Προσθέτουμε τη ζάχαρη και δουλεύουμε το μίγμα μέχρι να γίνει κρέμα. Προσθέτουμε το εκχύλισμα ενώ συνεχίζουμε το χτύπημα.  Προσθέτουμε σιγά σιγά το αλεύρι ενώ συνεχίζουμε να δουλεύουμε το μίγμα- πρώτα με την κουτάλα μετά με το χέρι. Τέλος ρίχνουμε και το γάλα. Ζυμώνουμε το μίγμα για να ομογενοποιηθεί- είναι έτοιμο όταν θα είναι λείο και δεν θα κολλά στο χέρι μας. 




Απλώνουμε τη ζύμη σε πάχος 0,8 εκ. περίπου ( δε χρειάζεται να πάρετε χάρακα) και κόβουμε με κόφτη μπισκότων σε όποιο σχήμα θέλουμε. Στη μέση του μπισκότου δημιουργούμε ένα βαθούλωμα. Εκεί τοποθετούμε λίγη μαρμελάδα- όχι πάρα πολλή γιατί θα ξεχειλίσει ενώ θα ψήνεται.  Τα τρυπάμε με ένα πηρούνι  και τα τοποθετούμε σε ταψί στο οποίο έχουμε στρώσει αντικολλητικό χαρτί. Ψήνουμε  για 10- 15 λεπτά περίπου μέχρι αποκτήσουν ωραίο χρώμα. Ο χρόνος θα εξαρτηθεί από το πάχος των μπισκότων και την ένταση του φούρνου.






Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 
 



* @Irma la Douce 

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Dinner Rush

"Dinner Rush" είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την ώρα αιχμής σε ένα εστιατόριο, τότε που οι πελάτες πέφτουν όλοι μαζί και στην κουζίνα γίνεται...της κολάσεως. Dinner Rush είναι επίσης ο τίτλος μιας πολύ ενδιαφέρουσας νεοϋορκέζικης ταινίας που γυρίστηκε το 2000 και μάλλον πέρασε απαρατήρητη στην Ελλάδα (δεν έπαιζαν ηχηρά ονόματα και δεν είχαν γίνει ακόμα της μόδας οι "γαστρονομικές ταινίες"-που δεν τις προλαβαίνουμε πια).



Είμαστε στην περιοχή της Tribeca στη Νέα Υόρκη, χιονίζει, είναι μεσημέρι κι ο κος. Ενρίκο πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της ιρλανδικής μαφίας. Ο καλός του φίλος και συνέταιρος στα παράνομα στοιχήματα, Λουίτζι Κρόπα υπόσχεται εκδίκηση. Ο Λουίτζι τυγχάνει να είναι επίσης ιδιοκτήτης του δημοφιλέστατου εστιατορίου "Gigino" του οποίου σεφ είναι ο -ταλαντούχος και διάσημος- γιος του, ο Ούντο.



Το ίδιο βράδυ, στο εστιατόριο έχουν προσκληθεί -από τον ίδιο τον Λουίτζι- ο αρχηγός της αστυνομίας και δύο εξέχοντα μέλη της ιρλανδικής μαφίας. Εν τω μεταξύ καταφτάνει μια μεγάλη παρέα επικεφαλής της οποίας είναι ένα πελάτης γνωστός για την ιδιοτροπία του. Στην κουζίνα ο σεφ έχει να αντιμετωπίσει την πρόσκαιρη απουσία του σου σεφ και την αναπάντεχη εμφάνιση -έστω και μεταμφιεσμένης- μιας πασίγνωστης κριτικού εστιατορίων. Το εστιατόριο γεμίζει, η κουζίνα παίρνει φωτιά, πιάτα πηγαινοέρχονται. φιάλες κρασιών ανοίγουν, όλοι απολαμβάνουν, ο μπάρμαν γίνεται το κέντρο της προσοχής όταν για λίγο σβήνουν τα φώτα -άλλος πανικός- κι όλα βαίνουν όμορφα και ωραία έως ότου οι δυο μαφιόζοι καλούνται από το δεξί χέρι του Λουίτζι σε "διαπραγματεύσεις". Εκεί, στο κρύο χώρο του υπογείου σερβίρεται η εκδίκηση με αριστοτεχνικό τρόπο.



Σε όλο αυτό το σκηνικό που στήνεται, ο Λουίτζι στέκεται διακριτικά στο αγαπημένο του τραπέζι. Παρατηρεί, σχολιάζει, γι' αυτόν είναι μια σημαντική βραδιά γιατί θα κλείσουν πολλοί λογαριασμοί. Αν και θαυμάζει το γιο του για την επιτυχία του, αναπολεί τις μέρες που το εστιατόριο ήταν μια απλή ταβέρνα και σερβίριζε γνήσια ιταλική κουζίνα. Ο καλός του ανιψιός και σου σεφ -αλλά και μανιακός τζογαδόρος που χρωστά κάτι χιλιάρικα στους Ιρλανδούς-, ο Ντάνκαν, που καταφτάνει αργοπορημένος του έχει φέρει κάτι καλό: φρέσκο χωριάτικο λουκάνικο από το ιταλικό κρεοπωλείο της γειτονιάς. Και του το ετοιμάζει όπως αρέσει στον Λουίτζι. Με πιπεριές.

Η συγκεκριμένη συνταγή είναι χαρακτηριστική- κι αγαπημένη- των Ιταλών εμιγκρέδων της νεοϋορκέζικης συνοικίας Little Italy. Αυτό που χρειάζεται κανείς είναι φρέσκα, χωριάτικου τύπου λουκάνικα με χοιρινό κρέας. Υπάρχουν μικροί παραγωγοί που φτιάχνουν εξαιρετικά λουκάνικα όπως επίσης αρκετά κρεοπωλεία που ετοιμάζουν δικά τους.




Αν το λουκάνικο είναι μεγάλο το κόβετε σε πιο μικρά κομμάτια. Κόβετε σε λεπτές φέτες ένα μεγάλο λευκό κρεμμύδι. Καθαρίζετε δύο σκελίδες σκόρδο και τις κόβετε στη μέση.
Έχετε 3 πιπεριές διαφορετικού χρώματος, για παράδειγμα μία κίτρινη, μία πράσινη (ή μια πορτοκαλί) και μία κόκκινη (όχι μακρόστενες). Τις κόβετε σε λεπτές φέτες (julienne). Θα χρειαστείτε επιπλέον ένα ποτήρι καλό λευκό κρασί, αλάτι, ελαιόλαδο κι ένα τηγάνι.
Στο τηγάνι ζεσταίνετε λίγο ελαιόλαδο. Σοτάρετε καλά για 10 λεπτά περίπου τα λουκάνικα. Τα αφαιρείτε από το τηγάνι και ρίχνετε σε αυτό σκόρδο, κρεμμύδι και πιπεριές και σοτάρετε καλά μέχρι να μαλακώσουν. Επιστρέφετε τα λουκάνικα στο τηγάνι, σβήνετε με κρασί, το αφήνετε να εξατμιστεί κατά το ήμισυ, χαμηλώνετε τη φωτιά  κι αφήνετε το φαγητό να σιγοβράσει 15 λεπτά σκεπάζοντας το τηγάνι. Όταν το φαγητό είναι έτοιμο αλατίζετε προσεκτικά- γιατί ίσως το λουκάνικο να είναι ήδη αλμυρό- , ανακατώνετε και σερβίρετε αμέσως.



Ο Λουίτζι φεύγει ευχαριστημένος από το εστιατόριο. Έχει φάει καλά, με το γιο του τα έχουν βρει, το σχέδιο εκδίκησης είναι σε πλήρη εξέλιξη. Μια ήρεμη νύχτα τον περιμένει.

Η ταινία του Bob Giraldi παίζει σε διάφορα ταμπλό, διαφορετικοί κόσμοι συγκρούονται, η παλιά Νέα Υόρκη προσπαθεί να τα βρει με τη νέα, υπάρχει το κωμικό στοιχείο, υπάρχει το δραματικό, όμορφα κινηματογραφημένες εικόνες μέσα κι έξω από το εστιατόριο, με πιο εντυπωσιακές εκείνες μέσα στην κουζίνα, ένταση, πανικός, ωραίοι χαρακτήρες που δίνουν τη δική τους πινελιά στην ταινία και τέλος μια σκηνή μαφιόζικης εκτέλεσης που μοιάζει να έγινε ως φόρος τιμής στον Martin Scorsese.



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run 

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Πατάτες για αγρίους

Υπάρχουν ορισμένες ταινίες που η μεγάλη επιτυχία τους στις αίθουσες οφείλεται στη φήμη που εξαπλώνεται από στόμα σε στόμα. Η αργεντίνικη ταινία Relatos salvajes (ε.τ: Ιστορίες για αγρίους) εκτός από την καλή φήμη που απέκτησε από τους θεατές είχε και τον αμέριστο ενθουσιασμό των κριτικών κινηματογράφου. Κι όχι άδικα. Οι "Ιστορίες για αγρίους" είναι από εκείνες τις ιδιαίτερες, ελαφρώς ανορθόδοξες ταινίες που δεν σε αφήνουν εύκολα. Θα την σκέφτεσαι για αρκετό καιρό μετά, θα θυμάσαι τις 6 ιστορίες της ταινίας μία προς μία, τις αντιδράσεις των χαρακτήρων, τα όσα γίνονται και θα μειδιάς. Θα σκέφτεσαι ότι εν τέλει αυτά δεν γίνονται αλλά λίγο πολύ θα σου περνά κι από το μυαλό ότι δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα τέτοιες καταστάσεις. Θα μπορούσαν να συμβούν, λίγο θέλουν, μια αφορμή, ένα φιτίλι. Οι 6 ιστορίες είναι ασύνδετες μεταξύ τους αλλά έχουν ένα κοινό παρονομαστή. Εκείνο το φιτίλι που λέγαμε.



Στη δεύτερη ιστορία βρισκόμαστε σε ένα καφέ εστιατόριο στη μέση του πουθενά, κάπου στην επαρχία της Αργεντινής. Εκεί σταματά να ξαποστάσει κάποιος τύπος, ο οποίος όλως τυχαίως είναι η αιτία για την οποία πήρε άσχημη τροπή η ζωή της σερβιτόρας. Όταν ταραγμένη τον ρωτά τι θα πάρει εκείνος απαντά:

"Papas fritas a caballo"



 "Papas fritas a caballo" δεν είναι τίποτε άλλο παρά τηγανητές πατάτες με δύο αυγά, τα οποία αυγά σερβίρονται πάνω από τις πατάτες! Είναι ένα πιάτο τυπικά αργεντίνικο, και για να τα φας με τον αργεντίνικο τρόπο σπας τα αυγά κι αφήνεις τον μελάτο κρόκο να τρέξει πάνω στις πατάτες!

Ο όρος "a caballo" που κυριολεκτικά μεταφράζεται "καβάλα (στο άλογο)", χρησιμοποιείται στην Αργεντινή για να χαρακτηρίσει φαγητά που σερβίρονται με δύο αυγά τηγανητά από πάνω. Είτε είναι αυτό στέικ ή μπιφτέκι ή πατάτες τηγανητές στην προκειμένη περίπτωση. Ο όρος "a medio caballo" χρησιμοποιείται όταν θέλουμε ένα αυγό αντί για δύο.

Πώς όμως προέκυψε η ονομασία "a caballo"; Η ιστορία λέει ότι όλα ξεκίνησαν σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες. Η ιδιοκτήτρια μιας ταβέρνας δεν προλάβαινε να ταΐσει τους εργάτες του κοντινού εργοστασίου, έτσι για γρηγοράδα σερβίριζε τα αυγά πάνω στις πατάτες. Εκείνος όμως που της έφερνε τα αυγά και τις πατάτες ήταν τόσο φτωχός που αναγκαζόταν να μεταφέρει την πραμάτεια του με το άλογο. Εξ ου κι ο όρος.

Χάρη στους  πολιτικούς που έχουμε τη δυστυχία να μας κυβερνούν και μας έταξαν "ότι δεν θα γίνουμε ποτέ Αργεντινή" (αλλά τελικά κάτι χειρότερο), δεν προβλέπεται προς το παρόν να ταξιδέψουμε στη γοητευτική αυτή χώρα για να δοκιμάσουμε από κοντά πιάτα "a caballo".  Έτσι τα παρασκευάζουμε μόνοι μας και βλέπουμε τις πολύ αξιόλογες ταινίες που έρχονται από τη χώρα αυτή της Νότιας Αμερικής.

Να πηγαίνετε σινεμά!

Εδώ, ο Δεκέμβρης θα είναι αρκετά κινηματογραφικός. Stay tuned!




 


Η μαγείρισσα που ετοιμάζει papas fritas a caballo έχει άγριες διαθέσεις!





"Όλοι μπορούμε να χάσουμε τον έλεγχο" γράφει στην αφίσα της ταινίας!



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Hit&Run